Σταθμός Στο Πουθενά



Ο Στιβ έκατσε στην θέση 

του κρατώντας το σακίδιό του σφιχτά και ρίχνοντας καχύποπτες ματιές γύρω του, παρατηρώντας όσους κάθονταν ήδη ή έμπαιναν μετά από αυτόν στον μεγάλο Γκρίζο Σκύλο. Σημείωσε νοερά δύο άτομα στην λίστα με τους πιθανούς κινδύνους (έναν γιγαντόσωμο μαύρο που έμοιαζε να έχει μόλις βγει από την φυλακή του Ρέιλφορντ, με τατουάζ στο ξυρισμένο του κρανίο, σμιχτά φρύδια και αγριωπό βλέμμα, καθώς κι έναν μεσήλικα λευκό, με κοντοκουρεμένα μαλλιά, τετράγωνο σαγόνι και εμφάνιση πρώην πεζοναύτη) και έλεγξε τις τσέπες του μαύρου μπουφάν του για να σιγουρευτεί ότι το όπλο του, ένα φτηνιάρικο Γκλοκ 17 εννέα χιλιοστών που είχε αγοράσει για μόλις τριακόσια δολάρια, βρισκόταν στην θέση του. Το καθησυχαστικό του βάρος τού επέτρεψε να ανασάνει λίγο πιο ελεύθερα. 


  Ο οδηγός του Greyhound που θα τον μετέφερε από το Τζάκσονβιλ της Φλόριντα στο Νιούπορτ του Άρκανσο, ένας ρυτιδωμένος, λεπτός άντρας, στεκόταν έξω από το λεωφορείο και τραβούσε τις τελευταίες τζούρες από το τσιγάρο του με σκεπτικό, σχεδόν μελαγχολικό, ύφος. Όταν τελείωσε, το πέταξε στον δρόμο χωρίς να το σβήσει, έκατσε στην θέση του κι έβαλε μπροστά. Έκανε μια βαριεστημένη αναγγελία από το μεγάφωνο και το βαρύ λεωφορείο βγήκε από τον σταθμό του Τζάκσονβιλ αγκομαχώντας.

  Το Greyhound κατάπινε τα χιλιόμετρα σιωπηλά και μονότονα κι ο Στιβ αποκοιμήθηκε, με την μούρη του κολλημένη στο γρατζουνισμένο παράθυρο. Τα όνειρά του ήταν γεμάτα λευκά, τσιμπλιάρικα μάτια που τον κοιτούσαν με κατηγόρια και συσκευές αναπνοής που εισέπνεαν και εξέπνεαν μονότονα. Θολές φιγούρες στέκονταν μέσα στο σκοτάδι και μια από αυτές, κοντή και ζαρωμένη, με έναν θύσανο γκρίζων μαλλιών στο κεφάλι της, σήκωσε το χέρι της και τον έδειξε. Ο Στιβ ένιωσε το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια του κι άρχισε να γλιστράει στην άβυσσο, ουρλιάζοντας άηχα.
  Το λεωφορείο τραντάχτηκε κι ο Στιβ ξύπνησε απότομα, με ιδρώτα να στάζει στο μέτωπό του και την καρδιά του να βροντοχτυπά. Κοίταξε φευγαλέα την αντανάκλασή του στο παράθυρο και το είδωλό του ανταπέδωσε το βλέμμα. Σοκαρίστηκε με το ταλαιπωρημένο πρόσωπο που αντίκρισε – μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, αξύριστος, με λαδωμένα μαλλιά και σκασμένα χείλη. Όταν έφτανε στο Νιούπορτ θα έπρεπε να μείνει μια νύχτα σε ένα ξενοδοχείο και να αφιερώσει λίγη ώρα στον εαυτό του για να σουλουπωθεί προτού πετάξει για την Καλιφόρνια.
  Στο νου του ήρθε ξανά ο Φρανκ και η Ρουθ, το ζευγάρι για χάρη των οποίων είχε ταξιδέψει τόσα χιλιόμετρα μακριά από την έδρα του. Το μότο της δουλειάς του ήταν απλό: κάνε αυτό για το οποίο σε πληρώνουν και μην ρωτάς πολλά. Με τον καιρό είχε ανακαλύψει ότι, όσο λιγότερα ήξερε για τους στόχους του, τόσο καλύτερα κοιμόταν τα βράδια. Και στην τελική, όταν κάποιος πληρώνει τριάντα χιλιάδες για να βγάλει κάποιον άλλο από τη μέση, τότε αυτός ο άλλος ίσως και να το αξίζει.
  Το ζευγάρι δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολο, ούτε αποτελούσε τους συνηθισμένους στόχους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που του είχαν έρθει σε έναν φάκελο χωρίς όνομα αποστολέα, μαζί με μια γερή προκαταβολή (το υπόλοιπο ποσό το είχε βρει στο σακίδιο που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του, παρατημένο σε ένα δωμάτιο κάποιου μοτέλ, αφού ακολούθησε τις οδηγίες στον φάκελο – ήταν φανερό ότι ο Στιβ απολάμβανε την εμπιστοσύνη του άγνωστου παραγγελιοδόχου, μιας και θα μπορούσε να πάρει τα λεφτά και να εξαφανιστεί), ο Φρανκ και η Ρουθ Άντεργουντ ήταν ένα ζευγάρι που ζούσε όλη του την ζωή στο Κολόμπο της Νεμπράσκα και είχε μετακομίσει μόνιμα στην Φλόριντα μετά την συνταξιοδότηση του συζύγου. Ο Φρανκ ήταν ένας ασήμαντος εργάτης σε ένα εργοστάσιο κονσερβοποιίας για όλη του την ζωή και η Ρουθ ασχολιόταν με διάφορες χειροποίητες κατασκευές από πηλό που πουλούσε σε διάφορα παζάρια. Ο Στιβ δεν έβρισκε κανέναν λόγο να τους στοχοποιήσει κάποιος – δεν είχαν παιδιά, ενώ κάποιοι μακρινοί συγγενείς τους που ζούσαν στην Ανατολική Ακτή δεν είχαν πάρε-δώσε μαζί τους. Στην περίπτωσή τους τον βοήθησε το δεύτερο μότο που είχε: ίσως να το άξιζαν. Ή, καλύτερα διατυπωμένο, ίσως κάποιος να πίστευε ότι το άξιζαν.

***

  Η δουλειά είχε γίνει πολύ γρήγορα, ακόμα και για τα δεδομένα του Στιβ, αν και είχε δημιουργηθεί μια μικρή αναστάτωση που τον εμπόδιζε να τους βγάλει από το μυαλό του – ίσως να ήταν αυτός ο λόγος που ο σύντομος ύπνος του κατά την διάρκεια του ταξιδιού ήταν γεμάτος αλλοπρόσαλλους εφιάλτες. Είχε βρει το σπίτι εύκολα (ο φάκελος ανέφερε κυριολεκτικά τα πάντα για τους Άντεργουντ) και είχε χτυπήσει το κουδούνι ντυμένος υπάλληλος του δήμου και φορώντας το καλύτερό του χαμόγελο, ένα προσόν που τον έκανε ιδιαιτέρως συμπαθητικό και εμπιστεύσιμο. Του είχε ανοίξει η Ρουθ, μια κοντή, μικροκαμωμένη γυναίκα με ανακατεμένα γκρίζα μαλλιά και κουρασμένο πρόσωπο. Ο Στιβ ταράχτηκε καθώς θυμήθηκε την γιαγιά του την Μπεθ, τη μάνα του πατέρα του, μια καλόβολη γυναίκα με την οποία περνούσε τα καλοκαίρια του πριν τριάντα πέντε χρόνια, σε μια άλλη ζωή, σε έναν άλλο πλανήτη. Ξεπέρασε γρήγορα το σοκ του, επιδεικνύοντας τον διάσημο επαγγελματισμό του, εκείνον που είχε κάνει τον άγνωστο πελάτη του να του αφήσει το σακίδιο με τα υπόλοιπα χρήματα προτού καν ολοκληρώσει την δουλειά του.
“Καλησπέρα”, την χαιρέτησε φιλικά. “Είμαι από την ΥΗΤ, κάνουμε έναν τυπικό έλεγχο”.
Η Ρουθ τον κοίταξε συνοφρυωμένη.
“ΥΗΤ;” τον ρώτησε. Η φωνή της ήταν βραχνή, σαν να είχε να μιλήσει τόσο πολύ καιρό που είχε ξεχάσει πως γίνεται.
“Υπηρεσία Ηλεκτρισμού του Τζάκσονβιλ”, εξήγησε ο Στιβ, με το χαμόγελό του ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Τα μάτια του έκαναν μικρές ρυτίδες (“ρυτίδες γέλιου, τις έλεγε ο Φρανκ”, σκέφτηκε η Ρουθ με μια φευγαλέα αίσθηση θλίψης για τον σύζυγό της και το πως είχε καταντήσει) και τελικά αυτή η λεπτομέρεια ήταν ο λόγος που του άνοιξε την πόρτα και σφράγισε την μοίρα της.

  Ο Στιβ μπήκε στο σπίτι και αμέσως η ανεπαίσθητη μυρωδιά των φαρμάκων και της αρρώστιας χτύπησε τα ρουθούνια του. Η Ρουθ τον ακολούθησε, κλείνοντας πίσω της την πόρτα, και κατευθύνθηκε προς ένα δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού. Άνοιξε την συρόμενη πόρτα και είπε κάτι χαμηλόφωνα σε κάποιον που βρισκόταν μέσα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς το μέρος του Στιβ, μόνο και μόνο για να τον βρει να ορθώνεται μπροστά της. Ο Στιβ την άρπαξε στα δυνατά του χέρια και της έκλεισε το στόμα, ρίχνοντας ταυτόχρονα μια ματιά μέσα στο δωμάτιο.
  Ένας άντρας (“Γεια σου, Φρανκ”, σκέφτηκε ο Στιβ) βρισκόταν καθισμένος σε μια αναπηρική καρέκλα μπροστά από το κρεβάτι, με μια συσκευή αναπνοών δίπλα του. Ο Στιβ μπορούσε να ακούσει την ρυθμική ανάσα του. Ο ηλικιωμένος τον κοίταζε με γουρλωμένα, τρομαγμένα μάτια. Ήταν ισχνός, αποστεωμένος από οποιαδήποτε αρρώστια ήταν αυτή που τον κατέτρωγε, με μπλαβιά στίγματα στα λεπτά χέρια και το φαλακρό κεφάλι του. Το λαρύγγι του ήταν εξογκωμένο. Φορούσε ένα ζευγάρι λευκές πιτζάμες με γαλάζιες ρίγες – αυτό ήταν και το τελευταίο που παρατήρησε ο Στιβ. 
  Τράβηξε το Γκλοκ και τον πυροβόλησε στο μέτωπο. Ο Φρανκ τινάχτηκε απότομα με τα μυαλά του απλωμένα στο κρεβάτι πίσω του κι έπειτα έγειρε το διαλυμένο κεφάλι του μπροστά σαν να είχε αποκοιμηθεί απότομα.

  Η Ρουθ χτυπιόταν και προσπαθούσε να ξεφύγει από την μέγγενη των χεριών του. Προσπάθησε να τον δαγκώσει, αλλά ήταν αδύναμη – ο Στιβ την απομάκρυνε από κοντά του σπρώχνοντάς την, αλλά όχι με πολύ δύναμη· δεν υπήρχε λόγος για αχρείαστη βιαιότητα. Η ηλικιωμένη μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της κι έπειτα έκανε κάτι παράξενο: τέντωσε τα χέρια της μπροστά και έστρεψε τις παλάμες της προς τα πάνω, σαν να ζητούσε παράδοξη ελεημοσύνη, αν και το βλέμμα της έδειχνε το αντίθετο – υπήρχε τόσο μίσος μέσα τους, που ο Στιβ ένιωσε να ζαλίζεται στιγμιαία.
“Δεν την αδικώ”, σκέφτηκε και την σημάδεψε.
“Καταραμένος”, έφτυσε η Ρουθ. “Λήθη”.
  Ο Στιβ της φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι, νιώθοντας μια απέραντη θλίψη να τον γεμίζει. Επικεντρώθηκε στα μότο του για να ηρεμήσει, έβαλε το όπλο στην θήκη του και βγήκε από το σπίτι με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν να βιαζόταν να επισκεφτεί και την υπόλοιπη γειτονιά.

  Τι ήταν εκείνη η κίνηση που είχε κάνει η γριά; Δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ του κάτι αντίστοιχο – τα θύματά του σε δυο-τρεις περιπτώσεις είχαν προσπαθήσει να τρέξουν, περισσότεροι είχαν πέσει στα γόνατα και τον ικέτευαν, ένας του είχε ζητήσει να του επιτρέψει να γυρίσει την πλάτη του και να τον πυροβολήσει στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Κάποιοι επίσης τον είχαν κοιτάξει με ανήμπορο μίσος, τον είχαν βρίσει και τον είχαν καταραστεί να πάει στην κόλαση – όλα αυτά όμως ήταν μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια της δουλειάς του, ενέργειες ανθρώπων που διαπίστωναν ότι η ζωή τους θα τελείωνε απότομα χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα γι' αυτό.
  Ο Στιβ θυμήθηκε τα λεπτά, νευρώδη χέρια της Ρουθ, χέρια που είχαν περάσει χρόνια ταλαιπωρίας εξασκώντας την αρχαιότερη τέχνη της ανθρωπότητας, να ενώνονται ανάποδα με τεντωμένα δάχτυλα. Κάτι στην κίνησή της του είχε ξυπνήσει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα τρόμου, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει με την λογική του – ένα υποσυνείδητο προμήνυμα που δεν κατάφερνε να προσδιορίσει. Και τι ήταν αυτό που είχε πει; Δεν του είχε πει 'Να είσαι καταραμένος', που ήταν πάντα η νούμερο ένα ευχή στα τσαρτ των μελλοθανάτων – μόνο 'Καταραμένος', σαν να ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός.
  Ένιωθε νευρικός και στον νου του ήρθε ξανά η πρώτη δουλειά που είχε αναλάβει, το άγχος και η σύγκρουσή του με τον εαυτό του καθώς συνειδητοποιούσε ότι ήταν έτοιμος να πάρει έναν δρόμο που δεν θα είχε επιστροφή. Ένιωθε ξανά 22 ετών, χαμένος και πανικόβλητος, και το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερε γιατί.

  Πήρε μια βαθιά ανάσα, ηρέμησε κάπως και άρχισε να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του. Στο λεωφορείο υπήρχαν ελάχιστα άτομα – δύο κορίτσια που ήταν αφοσιωμένα στα κινητά τους, ένας νεαρός με άφρο μαλλί που άκουγε μουσική στο walkman του και κουνούσε ρυθμικά το κεφάλι του, ένας πενηντάρης με λεπτό πρόσωπο και γυαλιά που θύμιζε λογιστή και κοιτούσε έξω από το παράθυρο αφηρημένα, ο πρώην φυλακισμένος και ο πρώην πεζοναύτης. Οι δυο τελευταίοι είχαν κάτσει στην ίδια σειρά καθισμάτων αλλά στις δύο άκρες της, ακριβώς πίσω από τον οδηγό, σαν φύλακες που σκάναραν ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε.
  Ένιωσε πάλι την δυσφορία να τον τυλίγει. Άνοιξε με προσοχή το σακίδιό του, έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό και ήπιε μια γουλιά. Ο τύπος που έμοιαζε με λογιστή τού έριξε μια περίεργη ματιά (ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε στον Στιβ) κι έπειτα έστρεψε την προσοχή του πάλι έξω από το παράθυρο.

  Ο δρόμος απλωνόταν μπροστά τους, φαρδύς κι έρημος. Πέρασαν την Τζόρτζια με μια μικρή στάση στην Ατλάντα (άλλα έξι άτομα μπήκαν μέσα, αν και ο Στιβ είχε αποκοιμηθεί ξανά και δεν τους παρατήρησε) κι έπειτα διέσχισαν την Αλαμπάμα. Λίγο μετά το Μπέρμιγχαμ βγήκαν από τον Διαπολιτειακό 20 και μπήκαν στον 22. Ο οδηγός έκανε άλλη μια βαριεστημένη αναγγελία ότι σε μισή ώρα περίπου θα έφταναν στο Τουπέλο. Ο Στιβ άνοιξε τα μάτια του και έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο, στον ήλιο που είχε αρχίσει να χαμηλώνει πέρα από τον ορίζοντα. Δεν είδε καθόλου λόφους, δέντρα ή θάμνους, μόνο μια απέραντη ερημική έκταση που απλωνόταν ως εκεί που έφτανε το μάτι του. Με την άκρη του ματιού του είδε ότι ο λογιστής, που καθόταν δύο σειρές πίσω του, τον παρατηρούσε ξανά – αυτή την φορά δεν απομάκρυνε τη ματιά του όταν ο Στιβ τού ανταπέδωσε το βλέμμα.
“Έι”, έκρωξε ο Στιβ με βραχνή φωνή. “Τι κοιτάς;”
  Ο άντρας ταράχτηκε και χαμήλωσε τα μάτια του. Ο Στιβ ρουθούνισε υποτιμητικά, αν και ένιωθε πάλι εκείνη την, τόσο γνώριμη όσο και απροσδιόριστη, ανησυχία να του σφίγγει τα σωθικά.

  Το λεωφορείο έπεσε σε λακκούβα και τραντάχτηκε· ακούστηκαν κάποιες φωνές διαμαρτυρίας από τα δύο κορίτσια που είχαν βγει από την νιρβάνα των κινητών τους κι έπειτα ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και μπήκε στην βοηθητική λωρίδα. Στα δεξιά τους, περίπου τριακόσια μέτρα μακριά τους, διακρινόταν ένας Σταθμός Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών – ουσιαστικά ένας παλιός σταθμός λεωφορείων, δίπλα σε ένα βενζινάδικο που έμοιαζε εγκαταλελειμμένο τα τελευταία χίλια χρόνια. Το Greyhound κατευθύνθηκε εκεί, ενώ ο οδηγός έκανε άλλη μια μονότονη αναγγελία – θα σταματούσαν για δέκα λεπτά για να ελέγξει τα λάστιχα. Μουρμουρητά ακούστηκαν από τους επιβάτες. Ο Στιβ ένιωσε καλύτερα – είχε ανάγκη από ένα τσιγάρο, αν και δεν ήταν ποτέ μανιώδης καπνιστής.
“Αν κάποιος θέλει να κατέβει, να μην απομακρυνθεί από το λεωφορείο”, είπε ξερά ο οδηγός και ρούφηξε αγενώς τη μύτη του προτού κλείσει το μεγάφωνο.

  Το όχημα σταμάτησε με έναν αναστεναγμό ανακούφισης κι ο Στιβ ήταν ο μόνος που σηκώθηκε. Ο λογιστής τον κοιτούσε ξανά κι ο άντρας ένιωσε τον εκνευρισμό του να χτυπάει κόκκινο. Τον πλησίασε κι έσκυψε από πάνω του απειλητικά.
“Γιατί με κοιτάς;” τον ρώτησε αγριεμένος.
Ο λογιστής μαζεύτηκε.
“Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου”, ψέλλισε. “Είσαι χαμένος”.
Ο Στιβ συνοφρυώθηκε μπερδεμένος. Για λίγο έμεινε αμίλητος, μην ξέροντας τι να πει σε μια τέτοια αλλόκοτη δήλωση.
“Μην με ξανακοιτάξεις”, είπε τελικά.
Ο λογιστής ξεροκατάπιε.
“Για να μη σου γαμήσω ό,τι έχεις και δεν έχεις”, πρόσθεσε ο Στιβ χωρίς κανέναν λόγο, απλώς επειδή ένιωθε την αδήριτη ανάγκη να κάνει κατανοητές και αδιαμφισβήτητες τις προθέσεις του, σε περίπτωση που ο λογιστής δεν στρόφαρε και πολύ – πράγμα που ήταν πιθανό, αν έκρινε κάποιος από τα λόγια που είχε πει και το χαμένο του βλέμμα.
  Ο Στιβ διέσχισε τον διάδρομο και πέρασε μπροστά από τους δύο άτυπους φύλακες του λεωφορείου, οι οποίοι έστρεψαν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους και τον κοίταξαν με άψυχο βλέμμα. Η δυσφορία του μεγάλωσε και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Είδε τον οδηγό να έχει σκύψει δίπλα στο μπροστινό λάστιχο και να το εξετάζει – έπειτα απομακρύνθηκε ενώ έβγαζε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του και άναβε ένα. Τράβηξε μια τζούρα και κοίταξε το μούχρωμα στα δυτικά.
Ο οδηγός πίσω του ξεφύσηξε.
“Έχει πρόβλημα;” τον ρώτησε, αδιαφορώντας για την απάντηση.
“Έτσι φαίνεται”, απάντησε ο άντρας τσαντισμένα. “Μάλλον θα καθυστερήσουμε λίγο. Πρέπει να αλλάξω το λάστιχο”.
Ο Στιβ δεν προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει – αν χρειαζόταν οτιδήποτε, θα μπορούσε να το ζητήσει από τους δύο άντρες που κάθονταν πίσω από την πλάτη του στην διαδρομή, σαν φύλακες άγγελοι. Χαμογέλασε άκεφα κι έδειξε τον παλιό σταθμό.
“Θα πάω μέχρι τον σταθμό”, του είπε, “μην φύγετε χωρίς εμένα”.
Ο οδηγός ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και δεν είπε λέξη.

  Υπήρχαν δύο αντλίες βενζίνης στο παλιό βενζινάδικο, πάνω στην καθεμιά υπήρχε μια σκουριασμένη ταμπέλα που έγραφε ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.
“Μη μου το λες, σινιόρ”, μονολόγησε ο Στιβ.
  Οι τιμές ήταν οι πιο χαμηλές που είχε δει ποτέ (ΑΜΟΛΥΒΔΗ 0,59$ ΝΤΙΖΕΛ 0,45$) και συμπέρανε ότι το βενζινάδικο ήταν κλειστό εδώ και τουλάχιστον σαράντα χρόνια. Η σκεπή του κτίσματος ήταν από αυλακωτή λαμαρίνα, στηριγμένη σε δύο σιδερένιες κολόνες. Το μοναδικό σήμα που υπήρχε ζωγραφισμένο πάνω στις αντλίες ανήκε σε κάποια εταιρεία με το όνομα Ecoil, που δεν την είχε ακούσει ποτέ του.
  Προχώρησε προς τον παλιό σταθμό, ο οποίος συστεγαζόταν με το μαγαζί αναλωσίμων της Ecoil, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά προς το λεωφορείο του. Το Greyhound στεκόταν ακίνητο εκεί που το είχε αφήσει και διέκρινε τους δύο φύλακες αγγέλους του οδηγού να έχουν κατέβει και να τον βοηθούν.

  Ο σταθμός λεωφορείων ήταν μικρός, πιθανότατα χτισμένος για να εξυπηρετεί τα λεωφορεία που εκτελούσαν μικρές διαδρομές ανάμεσα σε κωλοχώρια που κανείς δεν ήξερε την ύπαρξή τους ή το όνομά τους. Τα γκισέ ήταν κλειστά με χαρτόνια που έγραφαν το ανέμπνευστο 'Εκτός Λειτουργίας' που είχε συναντήσει και στις αντλίες, οι ξύλινοι πάγκοι ήταν σπασμένοι και βρόμικοι, το πάτωμα ήταν γεμάτο σκόνη και σκουπίδια που είχε παρασύρει ο άνεμος από τα θρυμματισμένα παράθυρα και τις ορθάνοιχτες πόρτες. Δυο-τρεις γλάστρες, ραγισμένες από τον χρόνο, στέκονταν δίπλα στην είσοδο, με τα ξεραμένα υπολείμματα των φυτών που φιλοξενούσαν κάποτε μέσα τους γερτά και νεκρά. Μερικές αράχνες είχαν στήσει τα ιστοβασίλειά τους σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνία. Ο Στιβ βγήκε από τον σταθμό και πλησίασε το μαγαζί του βενζινάδικου. Το παλιό τούβλινο κτίσμα ήταν γεμάτο γκράφιτι που ενημέρωναν τους ενδιαφερόμενους ποιοι έκαναν τις καλύτερες πίπες, ότι ο Τζορτζ Μπους ήταν ηλίθιος (για το τελευταίο ο Στιβ δεν μπορούσε να διαφωνήσει), ποιοι θηλυκοί συγγενείς κάποιου ήταν οι καλύτερες πουτάνες – ο τοίχος γενικά έμοιαζε με φεστιβάλ πρωτότυπης βωμολοχίας. Δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα, αλλά είχε φρακάρει. Περιορίστηκε στο να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο και το μόνο που ξεχώρισε ήταν ένα χάος από πεταμένα σκουπίδια. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε ένα ημερολόγιο με μια ημίγυμνη καλλονή. Πάνω του ήταν γραμμένη μια χρονολογία: 1969. Μια βαριά δυσωδία του ήρθε στη μύτη, γλυκερή και εμετική, σαν κάτι να είχε ψοφήσει εκεί μέσα και να είχε παραμείνει άταφο.
  Τέλειωσε το τσιγάρο του κι αναρωτήθηκε αν προλάβαινε να κάνει άλλο ένα. Στράφηκε προς το λεωφορείο για να δει την εξέλιξη των εργασιών αλλαγής ελαστικού κι ένιωσε την καρδιά του να χάνει έναν χτύπο.
  Το Greyhound είχε εξαφανιστεί.

  Στην αρχή προσπάθησε να βρει μια λογική εξήγηση, ψάχνοντας με το βλέμμα ολόγυρά του – το λεωφορείο μπορεί να είχε μετακινηθεί για να δοκιμάσει ο οδηγός τα λάστιχα ή μπορεί να το είχε οδηγήσει προς τον σταθμό για να μην είναι δίπλα στον Διαπολιτειακό (αγνοώντας το γεγονός ότι θα είχε ακούσει την μηχανή του καθώς θα πλησίαζε) ή ακόμα κι ότι θα μπορούσε να κρυβόταν πίσω από κάποιο δέντρο που ο ίδιος δεν είχε παρατηρήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πολύ σύντομα όμως αναγκάστηκε να παραδεχτεί την πραγματικότητα, κυρίως επειδή όλα τα υποθετικά σενάρια που είχε κάνει στο μυαλό του δεν είχαν ίχνος ρεαλισμού: δεν υπήρχαν δέντρα πουθενά, μόνο άμμος και οι δύο λωρίδες της ασφάλτου μερικά μέτρα μακριά του. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του δεν έβλεπε τίποτα περισσότερο από ίσιωμα, αν και θα έπαιρνε όρκο ότι είχαν περάσει μερικούς λόφους στον ερχομό τους εδώ.  Ο ήλιος έγινε μια πορτοκαλί, ίσια γραμμή κι έπειτα έδυσε. Τα φώτα του σταθμού άναψαν ξαφνικά, φωτίζοντας με την χλωμή λάμψη τους το ραγισμένο κράσπεδο που οριοθετούσε τον χώρο του Σ.Ε.Α., σαν ασφαλτοστρωμένο νησί σε έναν ωκεανό άμμου. Ο Στιβ πάγωσε εκεί που στεκόταν, παρόλο που το μυαλό του προσπάθησε ξανά να εκλογικεύσει την κατάσταση – ο σταθμός λεωφορείων μπορεί να ήταν εγκαταλελειμμένος, αλλά προφανώς υπήρχε κάποιο αυτοματοποιημένο σύστημα που ενεργοποιούσε τα φώτα όταν έπεφτε η νύχτα.
“Ναι, γιατί το 1969 ο κόσμος ήταν γεμάτος αυτοματοποιημένα συστήματα”, σάρκασε η φωνή στο μυαλό του, εκείνη που αποφάσιζε να εμφανιστεί όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα και έλεγε πάντα πράγματα που δεν του πρόσφεραν καμιά βοήθεια.
“Μπορεί ο σταθμός να λειτουργούσε μέχρι και πρόσφατα”, είπε με δυνατή φωνή ο Στιβ, απευθυνόμενος στον εαυτό του. Διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι ο ήχος της φωνής του τον βοήθησε να ηρεμήσει κάπως – ήταν ένα κόλπο που χρησιμοποιούσε στις ατελείωτες ώρες αναμονής του καθώς περίμενε κάποιον πελάτη, όταν το άγχος του χτυπούσε κόκκινο και χρειαζόταν κάτι να τον προσγειώσει ξανά στο εδώ και στο τώρα. Είχε διαβάσει για αρκετούς 'συναδέλφους' του, οι οποίοι δήλωναν με αυταρέσκεια πως η δουλειά τους ήταν σαν μια οποιαδήποτε άλλη δουλειά, μόνο που πλήρωνε καλύτερα και δεν είχε τους περιορισμούς των πέντε ημερών και των τεσσάρων τοίχων. Πως δεν ανησυχούσαν και τα χέρια τους ήταν σταθερά όταν έπρεπε να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν αναλάβει.

  Μαλακίες – ο Στιβ, ακόμα και μετά από σχεδόν μια δεκαετία σε αυτόν τον χώρο, ένιωθε το άγχος να τον καταβάλει όταν πλησίαζε η κρίσιμη ώρα. Το στομάχι του κολλούσε στην πλάτη του κι ένιωθε το στόμα του ξερό, ενώ η καρδιά του βροντοχτυπούσε στο στήθος του, επιδιδόμενη σε έναν ξέφρενο καλπασμό. Το μόνο που μπορούσε να τον επαναφέρει σε μια κατάσταση (σχετικής) ηρεμίας ήταν ένα τσιγάρο και το να μιλάει στον εαυτό του, σαν τρελός.
  Αποφάσισε ότι η κατάσταση ήταν λίγο τρελή – το λεωφορείο είχε εξαφανιστεί αφήνοντάς τον πίσω και αυτά τα γαμημένα φώτα περισσότερο τον ανησυχούσαν παρά τον παρηγορούσαν. Το ασθενικό τους φως ανέδιδε μια αίσθηση που δεν μπορούσε να προσδιορίσει (ήταν απλώς ανησυχία; προαίσθημα; τρόμος; τι;) κι ο Στιβ αποφάσισε ότι ήταν μια καλή στιγμή να ανάψει και δεύτερο τσιγάρο.
  Το βλέμμα του υψώθηκε ψηλά, προσπαθώντας να βρει ηρεμία στα αστέρια, όπως έκανε όταν ήταν παιδί και η γιαγιά Μπεθ του έδειχνε τους σχηματισμούς τους και του έλεγε πως κάθε ένα μικροσκοπικό φωτάκι ήταν μια ψυχή που παρακολουθούσε τους ανθρώπους που αγαπούσε από κει ψηλά – και, κάποιες φορές, οι συγγενείς και οι φίλοι ξαναβρίσκονταν στον ουρανό και μαζεύονταν όλοι μαζί, δημιουργώντας σχήματα.

  Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, χωρίς ούτε ένα αστέρι. Ο Στιβ έτριψε τα μάτια του, σίγουρος πως οι λάμπες του σταθμού (ακόμα και με αυτό το ετοιμοθάνατο φως) είχαν αφήσει προσωρινά το μετείκασμά τους στην όρασή του – όταν όμως έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο νυχτερινό στερέωμα, διαπίστωσε ότι δεν είχε κάνει λάθος. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω – ήταν σαν μια μαύρη κουρτίνα να είχε καλύψει τα άστρα και το φεγγάρι. Ο πανικός φτεροκόπησε στο στήθος του και τα λόγια της γιαγιάς του ήρθαν ξανά στο μυαλό του, παίρνοντας μια σκοτεινή χροιά – αν τα αστέρια ήταν οι αγαπημένοι μας που μας παρακολουθούσαν, γιατί γι' αυτόν δεν υπήρχε κανένα άστρο; Ο Στιβ μετατράπηκε ξανά σε παιδί, νευρικό και τρομαγμένο.
  Κοίταξε ολόγυρά του κι αμέσως το μετάνιωσε – πέρα από το τσιμεντένιο κράσπεδο υπήρχε μόνο άμμος και πέρα από αυτήν, εκεί που το φως του σταθμού δεν έφτανε, υπήρχε μόνο έρεβος. Δεν φαίνονταν φώτα στον ορίζοντα από κάποια κοντινή πόλη, ούτε η λάμψη τους από μακριά – ούτε καν εκείνη η ρημάδα η φωτορύπανση για την οποία μιλούσαν όλοι όσοι την είχαν δει ερασιτέχνες αστρονόμοι σαν να ήταν η χειρότερη κατάρα του ανθρώπινου πολιτισμού και η οποία τώρα θα ήταν καλοδεχούμενη.
“Γαμώτο!”, ξέσπασε, κλωτσώντας ένα τενεκεδένιο κουτάκι αναψυκτικού που ένας θεός ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί. “Γαμώ, γαμώ, γαμώ!”
“Αυτή είναι η δεύτερη αντίδραση όσων έρχονται εδώ”, άκουσε μια φωνή από τα δεξιά του, προς την μεριά του σταθμού.
  Στράφηκε προς το μέρος της φωνής αλαφιασμένος κι έτοιμος να ουρλιάξει. Είδε μια φιγούρα να στέκεται δίπλα στην είσοδο του σταθμού, με τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά. Το φως δεν του επέτρεψε να διακρίνει τίποτα περισσότερο.
“Η πρώτη φυσικά είναι ένα αίσθημα φόβου, ένα προαίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά”, συνέχισε η φιγούρα.
  Η φωνή της ήταν χαμηλή κι ευχάριστη, η φωνή κάποιου ψυχίατρου ίσως, ή ενός σύμβουλου γάμου ή ενός τσαρλατάνου που καθαρίζει τσάκρα κι ενέργειες και σου προτείνει να αλλάξεις θέση στον καναπέ για να έχεις καλύτερο φενγκ-σούι.
“Ποιος είσαι;” ρώτησε ο Στιβ και διαπίστωσε ότι, παρόλο που η φωνή του έκανε ένα μικρό σπάσιμο, η σιγουριά του είχε αρχίσει να επανέρχεται. 
Δεν ήταν μόνος του εδώ. Άφησε έναν σιγανό αναστεναγμό ανακούφισης και ξαφνικά του ήρθε να αρχίσει να γελάει. Ο πανικός του υποχώρησε ανεξήγητα γοργά.
“Α, ναι. Κι αυτή είναι η τρίτη αντίδραση – το αίσθημα ξαλάφρωσης. Υπάρχει και κάποιος άλλος εδώ. Δεν είμαι μόνος μου. Όλα θα πάνε καλά”, είπε ο άγνωστος, αλλάζοντας την φωνή του στις τελευταίες φράσεις. Προς στιγμήν, του Στιβ του φάνηκε ότι έμοιαζε με την δική του.

  Η φιγούρα μετακινήθηκε προς το μέρος του, με αργά, σίγουρα βήματα. Το φως έμοιαζε να έχει δυναμώσει τώρα κι ο Στιβ δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει ακόμα τα χαρακτηριστικά του αγνώστου. Ένιωσε το πνιγηρό αίσθημα του πανικού να τον κατακλύζει ξανά και το χέρι του πήγε ενστικτωδώς στο μπουφάν του.
“Μόνο που δεν θα πάνε όλα καλά”, συνέχισε ο άγνωστος, με την ίδια καθησυχαστική φωνή, σαν να του έλεγε πως η δύναμη βρίσκεται μέσα μας και πως το σύμπαν θα σου στείλει θετική ενέργεια αν θες κάτι πάρα πολύ και όλες αυτές τις new age παπαριές. Η φιγούρα στάθηκε μπροστά του και μόνο τότε ο Στιβ μπόρεσε να διακρίνει το πρόσωπό του.
Μόνο που δεν κατάφερε και πολλά – η καρδιά του αναπήδησε για μια στιγμή κι έπειτα απέμεινε παγωμένος, προσπαθώντας να καταλάβει τι έβλεπε.
Ο άγνωστος φορούσε ένα μαύρο κοστούμι με λεπτές γκρίζες ρίγες, το οποίο έπεφτε πολύ κομψά πάνω στο λεπτό κορμί του. Φορούσε σκαρπίνια, τα οποία ήταν αδικαιολόγητα γυαλισμένα, ειδικά σε έναν χώρο που πνιγόταν στην σκόνη και στην άμμο. Τα χέρια του ήταν λευκά, με λεπτά δάχτυλα και καλοκομμένα νύχια (“χέρια πωλητή”, του πρόσφερε μια άσχετη σκέψη το μυαλό του), πλεγμένα μεταξύ τους, προσδίδοντας μια στάση ταπεινοφροσύνης.
  Όμως η απόλυτη παράνοια ήταν το πρόσωπο του αγνώστου – δεν υπήρχε κανένα χαρακτηριστικό πάνω του, μόνο επίπεδη, λευκή σάρκα με μονάχα ένα μικροσκοπικό εξόγκωμα εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται η μύτη. Ο άντρας (“αν είναι άντρας”, βόγκηξε το μυαλό του ξανά, αρνούμενο να πιστέψει αυτό που έβλεπε) ήταν φαλακρός – και τώρα έσκυβε προς το μέρος του Στιβ, σαν να ήθελε να του πει κάποιο μυστικό. Το δέρμα του έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από λάτεξ και, για μια στιγμή, ο κάθιδρος άντρας πίστεψε ανακουφισμένος ότι ο άγνωστος φορούσε μάσκα.
“Μπα”, είπε το πλάσμα, “αυτό δεν ήταν ευγενικό”.
Κούνησε το κεφάλι του μπροστά στο δικό του, σαν να προσπαθούσε να τον οσμιστεί, όσο ο Στιβ ένιωθε ανίκανος να κινηθεί. Οι λέξεις είχαν ακουστεί καθαρά μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας (κάτι που διαπίστωσε με καθυστέρηση ο Στιβ – δεν ακουγόταν τίποτα, κανένα νυχτοπούλι, κανένα έντομο, ούτε καν ο άνεμος) και όχι μέσα στο κεφάλι του. Το πως το πλάσμα είχε καταφέρει κάτι τέτοιο όταν δεν είχε στόμα ήταν η μικρότερη από τις έγνοιες του.
“Εντάξει, είναι παραίσθηση τότε. Ή όνειρο”, έδωσε μια κοινότοπη εξήγηση το μυαλό του.
“Όχι. Αυτός είναι ο αληθινός κόσμος”, απάντησε το πλάσμα. “Ο αληθινός δικός μου κόσμος, τουλάχιστον”.
  Ένα ουρλιαχτό έσκισε την σιωπή κι ο Στιβ μαζεύτηκε μακριά από το πλάσμα. Κοίταξε ολόγυρά του τρέμοντας, προσπαθώντας να διακρίνει τι ήταν αυτό που είχε παράξει τον ήχο. Έμοιαζε με τσακάλι ή κογιότ, αλλά ανάθεμά τον κι αν ήξερε πως ούρλιαζαν οι πτωματοφάγοι της ερήμου.
“Τι ήταν αυτό; Τι είσαι εσύ;
“Υπάρχουν χειρότερα πλάσματα από μένα εδώ”.
“Και που είναι το εδώ;”
Ήξερε ότι τα λόγια του ήταν ασυνάρτητα, ένιωθε ότι ο νους του χανόταν σε μια άβυσσο παράνοιας, ότι η πραγματικότητα είχε απομακρυνθεί βίαια, αλλά επέμενε, με κάθε ικμάδα αντοχής που του είχε απομείνει, να βρει μια λογική εξήγηση για τα όσα ζούσε.
“Το Πουθενά. Η Λήθη. Ένα μέρος για τους καταραμένους, για τους μοναχικούς και αμαρτωλούς”, απάντησε το πλάσμα και η φωνή του ακουγόταν χαρούμενη.
Η τελευταία λέξη της Ρουθ ήρθε στο μυαλό του Στιβ και βόγκηξε.
“Η κωλόγρια με καταράστηκε”, ψέλλισε, συνδέοντας τα λιγοστά δεδομένα που είχε, με τον απαράμιλλο τρόπο που είχε αποκτήσει εμπειρικά μέσα από την δουλειά του.
Αργεί ο πελάτης; Ίσως καθυστέρησε στην κίνηση, ίσως όμως και να σε πήρε χαμπάρι.
Κάποιος παραγγέλνει την δολοφονία ενός γνωστού δικηγόρου, ο οποίος δεν μπόρεσε να αθωώσει τον πελάτη του; Ίσως ο πελάτης να δυσαρεστήθηκε και να θέλει να εκδικηθεί.
Η δουλειά πρέπει να γίνει σε κάποιο μέρος όπου τέσσερα τετράγωνα μακριά υπάρχει αστυνομικό τμήμα ή στο διπλανό κτίριο υπάρχει σεκιουριτάς όλη τη μέρα; Τότε η δουλειά αναβάλλεται. Τα δεδομένα δεν οδηγούσαν πάντοτε σε σωστά συμπεράσματα αλλά, στο συγκεκριμένο τουλάχιστον, ο Στιβ είχε πέσει μέσα.

“Μας κάλεσε – όπως μας καλούν όλοι οι αδικημένοι”, διέκοψε τις ξέφρενες σκέψεις του το πλάσμα. “Και ήρθαμε. Σε οδηγήσαμε εδώ, όπου μπορείς να συνεχίσεις την θλιβερή ύπαρξή σου χωρίς να λείψεις σε κανέναν. Να συνεχίσεις μέχρι κάτι από εμάς να τραφεί μαζί σου”.
Ο Στιβ μούγκρισε και άρπαξε το όπλο του. Σημάδεψε το απρόσωπο πλάσμα που δεν έκανε καμία κίνηση να απομακρυνθεί και το πυροβόλησε. Το Γκλοκ έκανε έναν θλιβερό, ξερό ήχο και τίποτα δεν συνέβη. Ο Στιβ το κοίταξε – το πιστόλι ήταν ένα σκουριασμένο απομεινάρι, σαν να είχε ξεμείνει στον πάτο της θάλασσας για μισό αιώνα.
“Αποδέξου το”, είπε το πλάσμα και απομακρύνθηκε.
“Μισό – στάσου!” φώναξε ο Στιβ, αλλά το πλάσμα τον αγνόησε. Μπήκε στον σταθμό κι ο άντρας έτρεξε πίσω του.

  Ο σταθμός ήταν άδειος κι έρημος, όπως όταν είχε πρωτομπεί. Από το πλάσμα δεν υπήρχε κανένα ίχνος. Το ουρλιαχτό από την έρημο ακούστηκε ξανά, αυτή την φορά από κάπου πιο κοντά.
“Θα περιμένω την ανατολή”, μονολόγησε. Αυτά τα πράγματα δεν συνέβαιναν στον πραγματικό κόσμο. “Ή θα ξυπνήσω. Ένα από τα δύο”.
Γέλασε ξερά. Το ουρλιαχτό ακούστηκε πάλι, πιο απόμακρο.
“Θα ξημερώσει. Λίγες ώρες έμειναν”, είπε ξανά. Η φωνή του συνέχιζε να τον ηρεμεί, να τον βοηθάει να μην καταρρεύσει τελείως.

  Όμως η ανατολή δεν ήρθε ποτέ, γιατί κάτι που ο άντρας με το όπλο δεν ήξερε ήταν ότι η Λήθη είναι αιώνια – και όσοι περιπλανιούνται μέσα της είτε γίνονται βορά των πλασμάτων που την κατοικούν είτε ξεχνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό.

***

  Στο λεωφορείο που έκανε την διαδρομή Τζάκσονβιλ-Νιούπορτ, ένας λεπτοκαμωμένος άντρας που έμοιαζε με λογιστή (του το είχαν πει πολλές φορές στην ζωή του κι ο ίδιος δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει ώστε η εμφάνισή του να ταιριάζει με το επάγγελμά του, που ήταν πλανόδιος πωλητής μαγειρικών σκευών) ανατρίχιασε στην θύμηση του άντρα χωρίς πρόσωπο. Όλη του την ζωή συναντούσε τέτοια άτομα – τους έβλεπε καθαρά ολόκληρους, εκτός από το πρόσωπο που πάντα ήταν θολό. Παλιότερα είχε κάνει εξετάσεις για τα μάτια του, ακόμα και μερικά εγκεφαλογραφήματα, αλλά τα αποτελέσματα δεν είχαν δείξει τίποτα. Δεν τους συναντούσε συχνά – ίσως μια ή δύο φορές τον χρόνο, αλλά το σύγκρυο που ένιωθε ήταν πάντοτε ίδιο. Χαμένοι άνθρωποι, τυλιγμένοι σε ομίχλη, κουβαλώντας κάποιου είδους απροσδιόριστη κατάρα. Κυκλοφορούσαν απαρατήρητοι, χωρίς κανείς να τους δίνει σημασία και κάθε επαφή τους με κανονικούς ανθρώπους ξεχνιόταν γρήγορα. Ο πωλητής τελευταία είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν ήταν πλέον ένας κανονικός άνθρωπος ή ένας από τους χαμένους – φοβόταν να κοιτάξει σε καθρέπτες, επειδή δεν ήξερε τι θα έκανε αν έβλεπε το πρόσωπό του χαμένο σε ένα θολό σύννεφο.
  Τον είχε δει να βγαίνει από το λεωφορείο, αφού πρώτα τον έβρισε και τον απείλησε – κι έπειτα είχε κατευθυνθεί προς έναν έρημο σταθμό λεωφορείων που ο πωλητής ήξερε πως ήταν εκτός λειτουργίας από το 1969, όταν η Greyhound είχε αποφασίσει ότι δεν θα έκανε πλέον στάσεις σε εκείνο το σημείο. Δεν είχε ξαναβγεί από κει μέσα κατά την διάρκεια της ημίωρης αναγκαστικής τους στάσης και, όταν ο οδηγός επέστρεψε στην θέση του και είπε ότι ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν το ταξίδι τους, κανείς δεν τον αναζήτησε.

  Για μια στιγμή ο πωλητής αναρωτήθηκε τι να είχε συμβεί στον άνδρα – κι έπειτα απόδιωξε την σκέψη από το μυαλό του. Αν στεκόταν τυχερός θα συναντούσε πάλι κάποιον από αυτούς σε έξι μήνες – μπορεί και περισσότερο.
Μακάρι να ήταν περισσότερο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου