Οι Φωτεινοί
Όταν η καμπάνα της Αγίας Καρτερίας χτύπησε δώδεκα φορές, σηματοδοτώντας ανούσια μεσάνυχτα, οι πιστοί του Φωτός συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του μικρού ναού, κρατώντας κεριά και ψέλνοντας. Ήταν όλοι τους ξυπόλητοι και ντυμένοι στα λευκά, με τα κεφάλια τους χαμηλωμένα ταπεινά και ένα πράο ύφος ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους, ανυπόφορο για οποιονδήποτε είχε βγει έστω και μία φορά από τον μικρόκοσμο της πόλης του. Τις ώρες που δεν προσεύχονταν, κυκλοφορούσαν στην πόλη μοιράζοντας ανορθόγραφα φυλλάδια, μιλούσαν με τρόμο για το «Σκοτάδι της Δύσης» και πάσχιζαν να προσηλυτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερους. Κάποιοι πείθονταν από τους μειλίχιους τρόπους τους και την υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον· οι περισσότεροι, όμως, τους απομόνωναν, τους κυνηγούσαν και τους απόδιωχναν, λούζοντάς τους με χυδαιότητες.
Τους παρατηρούσα με ενδιαφέρον από τη μικρή βεραντούλα του δωματίου μου, παρέα με μια ζεστή μπύρα και αρκετές κατσαρίδες που σουλάτσαραν αδιαφορώντας για την παρουσία μου. Από τη μία, τους λυπόμουν· ήταν αδύναμοι άνθρωποι που είτε δε γνώριζαν την αλήθεια είτε την αγνοούσαν επίτηδες. Είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους σε μια κοσμική δύναμη που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και προσπαθούσαν να κατηχήσουν κι άλλους. Ταυτόχρονα, όμως, με εκνεύριζαν ακριβώς για τους ίδιους λόγους. Το γεγονός ότι δεν ήξεραν πως η Θεά τους ήταν το ίδιο καταστροφική με την αδελφή Της μού φαινόταν ασύλληπτο. Διότι, πέρα από τους ήπιους τρόπους τους και το παραπλανητικό όνομα της πίστης τους, η αλήθεια ήταν μία: οι αυτοαποκαλούμενοι πιστοί του Φωτός ήταν οπαδοί της Δημιουργίας.
Παρακολουθώντας τους να υψώνουν τα χέρια και να δέονται στη λευκή ανατολή, το μόνο που ήθελα ήταν να τους μεταφέρω μέχρι τους Σάρκινους Λόφους, όπου θα είχαν την ευκαιρία να αντικρίσουν το αληθινό πρόσωπο της Θεάς τους – τις αχανείς οργανικές μάζες, προϊόν συγχωνευμένων πλασμάτων, που σαλεύουν και ανασαίνουν, καταδικασμένες σε μια αιωνιότητα ύπαρξης χωρίς τη λύτρωση του θανάτου. Το θέαμα ήταν ικανό να τσακίσει τον νου τους, κι αυτό δεν ήταν εικασία: μία από τις φονικότερες συμμορίες των Μεθοριακών Τόπων, οι Αναρτητές, υπήρξαν κάποτε Φωτεινοί που έγιναν μάρτυρες της ασταμάτητης αειγενεσίας. Η συνειδητοποίηση της φρικτής αλήθειας τούς έστρεψε στο άλλο άκρο.
Έπινα τις απαίσιες μπύρες μου κι αναρωτιόμουν αν τα άτομα που προσεύχονταν για τη σωτηρία του κόσμου μας – άνδρες και γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι – θα κυκλοφορούσαν μια μερα γυμνοί και θα χάραζαν σταυρούς στα πρόσωπά τους, καραδοκώντας στην άκρη του δρόμου για υποψήφια θύματα. Είχα διασχίσει το μικρό τους βασίλειο και είχα έρθει αντιμέτωπος με τις ενέδρες τους περισσότερες φορές απ' όσες μπορούσα να θυμηθώ. Η μέθοδός τους ήταν σκληρή και αποτελεσματική: άφηναν μικρά παιδιά στη μέση της Γραμμής, υποχρεώνοντας τους οδηγούς είτε να σταματήσουν είτε να ελιχθούν για να τα αποφύγουν, με κίνδυνο να χάσουν τον έλεγχο του οχήματός τους. Σε κάθε περίπτωση, οι Αναρτητές ορμούσαν στους άτυχους ταξιδιώτες και τους άρπαζαν. Η μόνη λύση για να τους αποφύγεις ήταν εκείνη που αργότερα θα σου εξασφάλιζε εφιάλτες – κι εγώ, στις ατελείωτες διαδρομές μου, είχα αποκτήσει πάρα πολλούς.
Μετά από αρκετή ώρα ικεσιών προς την τρομερή Θεά τους, οι Φωτεινοί διασκορπίστηκαν στη Σάντα Μίρα, έτοιμοι να επιτελέσουν το έργο τους. Δύο από δαύτους κοντοστάθηκαν στη μέση του προαυλίου, έριξαν μια ματιά γύρω τους και είχαν έναν σύντομο διάλογο. Έπειτα, για κακή μου τύχη, κατευθύνθηκαν προς το μέρος μου.
«Υγεία και Φως», μου ευχήθηκε ο μεγαλύτερος από αυτούς, ένας άνδρας με γκρίζα, κατσαρά μαλλιά και ευγενικό χαμόγελο. «Βλέπω ότι περνάτε ευχάριστα τον χρόνο σας».
«Ναι, και θα επιθυμούσα να συνεχιστεί αυτό», απάντησα τραχιά.
Οι δύο άνδρες δεν πτοήθηκαν από τον επιθετικό μου τόνο. Ο δεύτερος, ένας εικοσάρης με εμφανή τα σημάδια της ακμής στο πρόσωπό του, κοίταξε τον χλομό ουρανό, σχημάτισε με τα δάχτυλά του ένα L και το ασπάστηκε.
«Αν όλοι μας βρισκόμασταν στο Φως, τότε κάθε μέρα μας θα ήταν γιορτή», είπε με λεπτή φωνή ευνούχου.
Ξεφύσηξα ενοχλημένος, αλλά οι Φωτεινοί ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες αντιδράσεις· όσο κι αν έδειχναν αγένεια, εντούτοις ήταν προτιμότερες από μια βιαιοπραγία.
«Ο κόσμος μας οδηγείται στον χαμό του», δήλωσε δυνατά ο γκριζομάλλης, ξαφνιάζοντάς με. «Το σκότος καλπάζει, ανίερα πλάσματα καταβροχθίζουν τη γη μας, άνθρωποι και ζώα ξεψυχούν με δάκρυα στα μάτια κι ένα αναπάντητο "γιατί" στα χείλη».
Τα λόγια του, παρμένα αυτούσια από κάποιο κακογραμμένο φυλλάδιο, με εκνεύρισαν. Πέρα από ανακριβή, ήταν και δραματοποιημένα, στοχεύοντας στον συναισθηματικό εκβιασμό. Δηλαδή τα ζώα πέθαιναν διερωτώμενα γιατί τους έτυχε αυτή η μοίρα;
«Είναι προφανές πως το τέλος πλησιάζει με γοργά βήματα», συνέχισε ο Φωτεινός πιο γρήγορα, καθώς παρατηρούσε τη δυσφορία μου, «κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να προσευχόμαστε στο Φως να διαλύσει το σκοτάδι και να σπείρει ξανά ζωή με τις ακτίνες του. Όμως δε χάνουμε την ελπίδα μας! Όπως έχει λεχθεί, το Αστρόπαιδο θα περπατήσει ανάμεσά μας· θα μας πάρει από το χέρι και θα μας οδηγήσει σε τόπο χλοερό, τόπο ευδαιμονίας. Δες τον ουρανό, αδελφέ μου – ας είναι αυτό το λυκόφως το προμήνυμα για μια νέα, υπέροχη μέρα που θα ξημερώσει!»
«Ας είναι το Αστρόπαιδο ο κομιστής της σωτηρίας μας!» σιγοντάρισε ο βλογιοκομμένος νεαρός.
Υπέροχα. Υπήρχε και Μεσσίας.
«Τελειώσατε;» ρώτησα, κόβοντας τον ειρμό τους.
«Το Φως... εμ... έλα μαζί μας, αδελφέ, να ικετεύσουμε για την επιστροφή του Φωτός και... και της ζωής!»
Σηκώθηκα όρθιος και τους κοίταξα με σκοτεινό βλέμμα. Οι δύο άνδρες μαζεύτηκαν φοβισμένοι.
«Ξέρω ότι έχετε καλές προθέσεις, όμως είστε πλανεμένοι», τους είπα. «Κοιτάζετε τον ουρανό και βλέπετε δύο αντίθετα – σκοτάδι και φως, μαύρο και λευκό. Κι επειδή φοβάστε τη νύχτα, πιστεύετε ότι η μέρα θα σας σώσει· ότι, αν κυριαρχήσει η Δημιουργία, η Σικάρια θα γίνει παράδεισος. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί οι Κοσμικές Θεές δεν πολεμούν για τη σωτηρία κανενός, παρά μόνο για να επιβάλουν τη φύση τους. Η Εντροπία είναι πανούκλα· η Δημιουργία, καρκίνος. Τι από τα δύο προτιμάτε;»
«Και πού το ξέρεις εσύ;» ρουθούνισε περιφρονητικά ο νεαρός.
«Το έχω δει με τα μάτια μου. Είμαι Χαρτογράφος, όλη μου τη ζωή κυκλοφορώ στη Γραμμή. Έχω βρεθεί στους Σάρκινους Λόφους περισσότερες φορές απ' όσες θα ήθελα. Η μπόχα απλώνεται δέκα χιλιόμετρα μακριά».
«Λέει ψέματα», είπε δύσπιστα ο μεγαλύτερος. «Οι Λόφοι είναι παραμύθι, μια επινόηση των Εντροπιστών για να μας απομακρύνουν από τον δρόμο της αλήθειας».
Κούνησα το κεφάλι μου απογοητευμένος. Οι Φωτεινοί δε θα με πίστευαν ποτέ. Ίσως, όμως, να ήταν καλύτερα έτσι· ίσως να παρέμεναν στη Σάντα Μίρα όλη τους τη ζωή, να ακολουθούν υπάκουα το δόγμα τους, να προσεύχονται και να προσπαθούν να πάρουν κι άλλους με το μέρος τους. Ενοχλητικό, ναι, αλλά ακίνδυνο. Μακάρι να μην αντίκριζαν ποτέ το αποτρόπαιο πρόσωπο της Θεάς τους.
«Έχεις δίκιο», παραδέχτηκα και τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν.
Προτού προλάβουν να ξαναπιάσουν την κατήχηση από κει που την είχαν αφήσει, μπήκα στο δωμάτιό μου και βρόντηξα την ξύλινη μπαλκονόπορτα πίσω μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι με το πατημένο στρώμα και ατένισα το ταβάνι, ενώ στον νου μου στριφογύριζαν πρόσωπα και εικόνες.
Παράξενο· όσο ήμουν στη Σάντα Μίρα, πριν από το περιστατικό με τους Ρακοσυλλέκτες, προσπαθούσα να αποφύγω τη Βαλέρια πάση θυσία. Μετά την αναγκαστική επιστροφή μου, όμως, και την αναπόφευκτη συνάντησή μας, κάτι άλλαξε μέσα μου: συνειδητοποίησα ότι ήμουν έτοιμος να της δώσω τις εξηγήσεις που της όφειλα και να αντιμετωπίσω τις δικαιολογημένες επιπτώσεις της συμπεριφοράς μου, παρ’ όλο που έως τότε πίστευα το αντίθετο. Και τώρα, αφού την είδα να χαριεντίζεται με τον Ρόμπερτς, είχα αλλάξει πάλι γνώμη. Δε γούσταρα να την ξαναδώ ούτε να της πω οτιδήποτε. Το μόνο που ήθελα ήταν να φτιαχτεί η νταλίκα για να φύγω από αυτή τη γαμώπολη και, στο μέλλον, θα φρόντιζα να την αποφεύγω.
Μια αράχνη με φτερά ξεμύτισε από μια χαραμάδα, έλεγξε το βασίλειο των ιστών της, που κάλυπτε μια ολόκληρη γωνιά του δωματίου, κι επέστρεψε στη φωλιά της. Τα παντζούρια τραντάχτηκαν από ένα ξέσπασμα του ανέμου και μια ριπή άμμου έλουσε τη μπαλκονόπορτα. Η επίδραση του Επιβραδυντικού Φρέατος με βάρυνε και, προτού το καταλάβω, είχα αποκοιμηθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου