2.11 - Το Μακελειό της Σάντα Μίρα

 

Το Μακελειό της Σάντα Μίρα


        Η Λουτσία ήταν τόσο παραμορφωμένη που πλέον ήταν αδύνατον να αναγνωριστεί· το άλλοτε παχουλό της πρόσωπο ήταν φαγωμένο μέχρι το κόκαλο, ενώ το σώμα της είχε μετατραπεί σε χιλιοτρυπημένο κουρέλι. Η Βαλέρια, που είχε αντικρίσει αμέτρητες φρικιαστικές εικόνες στη ζωή της, δεν μπόρεσε να αντέξει την όψη της – έσκυψε και έκανε εμετό στα λευκά της παπούτσια. Σκούπισε το στόμα της με την ανάστροφη του χεριού και, με το στομάχι της ακόμα σφιγμένο, κοίταξε γύρω της.
        Στη Σάντα Μίρα κείτονταν διάσπαρτοι πάνω από είκοσι νεκροί· τα θύματα, κομματιασμένα ή αποσυντεθειμένα, παρέμεναν στα σημεία που είχαν ξεψυχήσει, καθώς οι συμπολίτες τους δεν τολμούσαν να βγουν από τα καταφύγιά τους. Μόνο η Βαλέρια είχε εγκαταλείψει την ασφάλεια του ιατρείου προκειμένου να περιθάλψει όσους είχαν ανάγκη, παρά τους αρχικούς της δισταγμούς. Σύντομα συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – η αλλόκοτη συμμορία είχε αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική.
        Φώναξε για βοήθεια, όμως κανείς δεν ήρθε· ακόμα και οι στρατιώτες ήταν εξαφανισμένοι. Στο μυαλό της ήρθε ο Μαρκ κι η απελπισία την τύλιξε, επειδή θυμόταν πως σήμερα είχε βάρδια στην κεντρική πύλη. Αν ο Διαβρωτής και η φρικτή παρέα του είχαν εισέλθει στην πόλη, αυτό σήμαινε πως όλοι οι φύλακες ήταν νεκροί.
        Είχε έρθει και παλιότερα αντιμέτωπη με τα αποτελέσματα της παρουσίας ενός τέτοιου πλάσματος, όμως ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε ένα από κοντά· έως τότε, η μόνη εικόνα που είχε για την όψη του ήταν από θολές φωτογραφίες και τρεμάμενα βίντεο. Οι Διαβρωτές εξέπνεαν ένα είδος καυστικού μύκητα που έφθειρε πρώτα τα όργανα του θύματος κι έπειτα κατέστρεφε τους ιστούς και το δέρμα του. Σύμφωνα με τους θρύλους, ήταν ένα είδος ντετέκτιβ, εντεταλμένων από την Εντροπία· διέσχιζαν τη Σικάρια με μοναδικό τους σκοπό να φέρουν εις πέρας τις μυστηριώδεις διαταγές της αποτρόπαιας Θεάς τους.
        Τα πόδια της έτρεμαν κι ένιωθε το μέτωπό της ζεστό· έτσι, συγκλονισμένη και πελαγωμένη, κάθισε σε ένα παγκάκι και βυθίστηκε σε μαύρες σκέψεις, ώσπου μια βραχνή φωνή την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Μα τα αρχίδια του διαόλου, τι έγινε εδώ;» έκραξε ο Μέκα, που στεκόταν στην άκρη της πλατείας, με το κεφάλι του ψηλά σαν να οσμιζόταν τον αέρα. Δίπλα του στεκόταν ο βοηθός του με το αστείο κούρεμα, με το κενό του βλέμμα να περιπλανιέται στη σκηνή του μακελειού.
        Η Βαλέρια έτρεξε προς το μέρος του κι ο τυφλός γέρος την αναγνώρισε από τη μυρωδιά ιωδίου και αποστειρωτικού υγρού. Αυτή τη φορά, η ευαίσθητη μύτη του έπιασε και μια ακόμα οσμή, αυτή του ανεξέλεγκτου φόβου, και συνοφρυώθηκε. Αν υπήρχε ένα άτομο στη Σάντα Μίρα που είχε σε εκτίμηση, αυτό ήταν η γιατρός, παρά το γεγονός ότι κάποτε τραβιόταν επί έξι μήνες με εκείνο το χαμένο κορμί, τον Μάικ.
«Τι συμβαίνει, Βαλέρια;»
«Υπάρχει ένας Διαβρωτής στην πόλη», απάντησε ξέπνοα εκείνη. «Κάτι ψάχνει, αλλά δεν ξέρω τι».
«Τον είδες;»
«Ναι. Δεν είναι μόνος του – τον ακολουθούν άλλοι δύο. Ο ένας μοιάζει με τεράστιο αλογάκι της Παναγίας. Ο άλλος…»
        Για μια στιγμή κόμπιασε, όμως ο Μέκα την παρότρυνε να συνεχίσει.
«Ο άλλος νομίζω πως είναι Σχισματικός», κατέληξε η γυναίκα.
        Ο γέρος δεν κατάφερε να κρύψει την ταραχή του – το να υπάρχει ένας Διαβρωτής στην πόλη ήταν αρκετά άσχημο· το να συνοδεύεται από έναν Σχισματικό ήταν ολέθριο.
«Ξέρεις από πού ήρθαν;» τη ρώτησε βιαστικά.
        Η γιατρός απάντησε αρνητικά.
«Όμως οι στρατιώτες έχουν διασκορπιστεί», πρόσθεσε, «άρα υποθέτω πως μπήκαν από την κεντρική πύλη».
«Σαν νομοταγείς πολίτες», μουρμούρισε ο Μέκα και μύρισε ξανά τον αέρα.
        Δεν είχε λαθέψει – η έντονη μυρωδιά καμένου όζοντος που είχε τυλίξει την πόλη τρυπούσε τόσο τα ρουθούνια του, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το συνεργείο του ώστε να μάθει τι συνέβαινε.
«Να προσέχεις», συμβούλεψε τη Βαλέρια. «Εγώ θα πάω με τον Πίτι να τσεκάρω το σημείο».

***

        Για λίγα δευτερόλεπτα ο Μπακ περίμενε ότι η έκφραση του πλαστικού άνδρα θα άλλαζε· το τεράστιο, ανατριχιαστικό του χαμόγελο θα χανόταν, ρυτίδες θα διαγράφονταν στο μέτωπό του καθώς θα προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει, τα μάτια του θα στένευαν από τη δυσπιστία – και μετά θα έγερνε αργά από την καρέκλα του και θα σωριαζόταν στο ξύλινο πάτωμα. Το μυαλό του νταλικέρη ήδη δούλευε υπερωρίες, υπολογίζοντας αν ο επόμενος στόχος του θα έπρεπε να είναι το έντομο ή ο κουρελιάρης.
        Όμως τίποτα από αυτά δε συνέβη· η σφαίρα του είχε ανοίξει μια τρύπα αξιοσημείωτου μεγέθους στο μεσόφρυδο του Διαβρωτή, όμως το ροζ πλάσμα στεκόταν ακόμα ακίνητο. Μια λεπτή γραμμή καπνού ξεγλιστρούσε από την οπή και στροβιλιζόταν νωχελικά στον αέρα.
«Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό», είπε ήρεμα ο κύριος Τσάρλι.
        Τοποθέτησε το χέρι του στο τεράστιο στόμα του και έσπρωξε με τα δάχτυλά του την επιφάνεια του προσώπου του από μέσα· έπειτα ο δείκτης του ξεπρόβαλλε από την τρύπα του μετώπου, σαν σκουλήκι που βγαίνει από μήλο. Όλο το εσωτερικό του κεφαλιού του ήταν κούφιο, κάνοντάς τον να μοιάζει περισσότερο με παιδική κούκλα παρά με μαριονέτα εγγαστρίμυθου.
«Κοίτα τι ζημιά έκανες. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βρεις έναν παιχνιδοποιό σε έναν κόσμο που η παιδική θνησιμότητα αγγίζει το ενενήντα πέντε τοις εκατό; Αυτή η τρύπα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ», παραπονέθηκε.
        Ο Μπακ δεν απάντησε· σήκωσε ξανά το όπλο του, όμως αυτή τη φορά ο Ανακρίντιους αποδείχθηκε ταχύτερος. Με μια σχεδόν αόρατη κίνηση των δαγκανών του έκοψε και τα δύο χέρια του φορτηγατζή από τον αγκώνα κι ο μεγαλόσωμος άνδρας παρακολούθησε τα άκρα του να πέφτουν με έναν γδούπο στο τραπέζι, χωρίς να αντιδράσει, σαν απόμακρος παρατηρητής ενός αλλόκοτου δρώμενου.
«Σε ευχαριστώ, αγαπητέ μου», είπε ο κύριος Τσάρλι και το βλέμμα του καρφώθηκε στον Μπακ, που σιγά-σιγά συνειδητοποιούσε πως δεν είχε πια χέρια.
«Η γνωριμία μας δεν κατέληξε σε αμοιβαία εκτίμηση», δήλωσε, «και δεν έχω πια όρεξη να ψαχουλεύω το μυαλό σου, κύριε Τέρνερ. Ίσως να το έκανα αν δε με είχες πυροβολήσει – όμως τώρα νομίζω ότι θα ακολουθήσω τον παλιό, καλό δρόμο του μαρτυρίου. Πες μου, λοιπόν, σε ποιο ακριβώς σημείο της Γραμμής διασταυρώθηκες με την μπλε νταλίκα, ποιος την οδηγεί και αν έχει κόρη· πες μου την πινακίδα, την κατεύθυνση και τι σόι άνθρωπος είναι ο ιδιοκτήτης της. Πες μου τα πάντα κι εγώ θα σου χαρίσω το μεγαλύτερο δώρο της Θεάς μου: την αιώνια σιωπή της ανυπαρξίας».
        Και ο Μπακ "Γρήγορος" Τέρνερ, σοκαρισμένος κι έχοντας πλέον χάσει κάθε διάθεση αντίστασης, άρχισε να μιλάει.

***

        Στην κεντρική πύλη επικρατούσε απόκοσμη σιωπή και οι υποψίες του Μέκα ότι όλοι οι φύλακες ήταν νεκροί επιβεβαιώθηκαν από τη μαρτυρία του βοηθού του. Ο αέρας ήταν βαρύς από τη γλυκερή μυρωδιά της σήψης και κάτι άλλο, κάτι που μύριζε σαν το Επιβραδυντικό Φρέαρ – ήταν μια αδιόρατη, νοητική οσμή που διαχεόταν στην ατμόσφαιρα κάθε φορά που ένας φυσικός νόμος κατέρρεε. Ο Μέκα μπορούσε να αντιληφθεί τις μικρές διακυμάνσεις στο οσφρητικό φάσμα και ήξερε από πριν πότε θα εκδηλωνόταν ένα παραφυσικό φαινόμενο· όταν το Φρέαρ εισερχόταν σε περίοδο αυξημένης δραστηριότητας, ο γέρο-μηχανικός ήταν ο πρώτος που το καταλάβαινε και φρόντιζε να φορτώνει τον βοηθό του με αγγαρείες, προκειμένου να μην αποχαυνωθεί τελείως.
«Πίτι, βλέπεις κάτι παράξενο στον αέρα;» τον ρώτησε.
        Ο νεαρός κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του κοντοστάθηκε στο σημείο όπου η Γραμμή έστριβε, δίπλα στο πλάτωμα που οδηγούσε στη Σάντα Μίρα.
«Τρεμοπαίζει».
«Πού;»
«Στη στροφή».
        Άρα η Βαλέρια είχε δίκιο: υπήρχε όντως ένας Σχισματικός ανάμεσά τους, ένα πλάσμα που μπορούσε να ταξιδεύει ανάμεσα στις διαστάσεις, σκίζοντας την πραγματικότητα. Οι Μεθοριακοί Τόποι είχαν πληρώσει ακριβά αυτού του είδους τα ρήγματα· κατά καιρούς, διάφορες οντότητες προερχόμενες από άλλους κόσμους έκαναν την εμφάνισή τους και σχεδόν ποτέ δεν είχαν καλές προθέσεις. Τα ανοίγματα παρέμεναν, μιας και οι Σχισματικοί δεν ενδιαφέρονταν να τα σφραγίσουν. Για εκείνους, η ρήξη των φυσικών νόμων ήταν μια αναπόφευκτη παρενέργεια του τρόπου μεταφοράς τους· για τους κατοίκους, όμως, κάθε σχισμή αποτελούσε ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο της Σικάρια.
«Έλα εδώ, παιδί μου», είπε στον γεροδεμένο βοηθό του κι εκείνος υπάκουσε. «Έχω μια δουλειά για σένα».

***

        Καθώς έβγαινε από το μαγαζί, έχοντας συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελε, ο κύριος Τσάρλι και η συντροφιά του ήρθαν αντιμέτωποι με τη μοναδική συντονισμένη αντίσταση που επέδειξε η Σάντα Μίρα εκείνη τη μέρα· οι Φωτεινοί, που δεν ανέχονταν τρεις Πράκτορες της Εντροπίας να κυκλοφορούν στην πόλη τους (και αφού είδαν κι απόειδαν πως με τις προσευχές δε γίνεται τίποτα), άρπαξαν στειλιάρια, τσεκούρια και δικράνια και, ξεκινώντας από την Αγία Καρτερία, συγκεντρώθηκαν έξω από το μπαρ.
«Οι άνθρωποι είναι αδιόρθωτοι», σχολίασε ο κύριος Τσάρλι, αντικρίζοντας τους θρησκόληπτους που έσειαν απειλητικά τα αυτοσχέδια όπλα τους.
        Ο Ανακρίντιους στάθηκε μπροστά από τους συντρόφους του και τα δώδεκα μάτια του περιπλανήθηκαν στο πλήθος, ενώ ο Σχισματικός πλησίασε τον αρχηγό τους και έκανε μερικές χειρονομίες.
«Καθ’ οδόν για την Κεντρική Περιοχή», απάντησε ο Διαβρωτής. «Σίγουρα πριν από τις Λίμνες».
        Περισσότερα νοήματα.
«Καλώς, θα επιστρέψουμε στο Ρήγμα Εισόδου – αλλά δες εδώ, αγαπητέ μου 187, τους υπηρέτες της έτερης Θεάς! Τι θλιβερές υπάρξεις βαδίζουν στους άπειρους κόσμους του Όλου».
        Έκανε ένα βήμα μπροστά και κοίταξε τους Φωτεινούς, χαμογελώντας πλατιά.
«Αληθώς σας λέω, απόψε θα συναντήσετε την παντοτινή γαλήνη, αν δε διαλυθείτε ησύχως».
        Ένας γκριζομάλλης βγήκε μπροστά. Στα χέρια του κρατούσε ένα καδρόνι με καρφιά στην άκρη του.
«Υγεία και Φως», είπε εχθρικά, διότι για τους Πράκτορες κάτι τέτοιο ήταν κατάρα, όχι ευχή. «Η Εντροπία δεν είναι καλοδεχούμενη εδώ».
        Ο κύριος Τσάρλι έγειρε το κεφάλι του σαν να ήθελε να ακούσει καλύτερα κι έμεινε ακίνητος. Ο άνδρας άρχισε να νιώθει άβολα.
«Σκοτώσατε πολύ κόσμο», συνέχισε και αναθάρρησε από τα οργισμένα μουρμουρητά των υπολοίπων. «Όμως ο χρόνος σας είναι περιορισμένος – το τέλος σας έρχεται!»
«Εσείς οι θρησκόληπτοι είστε πολύ βαρετοί», παρατήρησε ο Διαβρωτής και έφερε την παλάμη στο στόμα του σε μια κωμική απομίμηση χασμουρητού.
«Τα λόγια σου δε σημαίνουν τίποτα», επέμεινε ο Φωτεινός, που είχε ιδρώσει από ζήλο. «Γιατί εμείς γνωρίζουμε την αλήθεια! Το Αστρόπαιδο θα έρθει, θα βαδίσει στα χώματά μας και θα διαλύσει το σκοτάδι που έφερες εσύ κι η φάρα σου στον κόσμο μας!»
        Αυτή τη φορά, τα λόγια του κέντρισαν το ενδιαφέρον του κυρίου Τσάρλι.
«Α, ναι, το Αστρόπαιδο», είπε ευδιάθετα. «Φαίνεται, τελικά, πως έχουμε κάτι κοινό».
        Και, με ένα του νεύμα, ο Ανακρίντιους ξαμολήθηκε στο συγκεντρωμένο πλήθος.

***

        Η Συντροφιά της Εντροπίας επέστρεψε στο Ρήγμα Εισόδου που είχε ανοίξει ο 187, με τον κύριο Τσάρλι να σιγοτραγουδά. Ο αέρας παλλόταν σε εκείνο το σημείο, όμως μόλις ο Σχισματικός στάθηκε δίπλα της, το άνοιγμα πήρε καθαρή μορφή: μια αφύσικη, ανοιχτή πληγή στην επιδερμίδα της πραγματικότητας. Στην άλλη μεριά βασίλευε ένα σκοτάδι τόσο βαθύ, που μπορούσε να συγκριθεί μόνο με το έρεβος της Εντροπικής επικράτειας. Ο 187 υποτονθόρυσε κάτι ακατάληπτο και το τίποτα αντικαταστάθηκε από μαύρη άσφαλτο και κοκκινωπό χώμα.
«Ας συνεχίσουμε την αναζήτησή μας, τι λέτε;» ρώτησε ο κύριος Τσάρλι και, χωρίς να περιμένει απάντηση, πέρασε μέσα από το άνοιγμα και βρέθηκε στην άλλη μεριά, στην Κοιλάδα των Σταυρωμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου