Υπάρχει ένας ιός που κανείς δεν υποψιάζεται.
Ήταν πάντα εδώ – κυκλοφορούσε μέσα στους περισσότερους από εμάς, αλλοιώνοντας συνάψεις και μολύνοντας τα ημισφαίρια του εγκεφάλου. Από το 2010 και μετά, με τη ραγδαία εξάπλωση του ίντερνετ και των κοινωνικών δικτύων σε κάθε γωνιά αυτού του μικρού πλανήτη, ο ιός βρήκε το ιδανικό έδαφος για να διασπαρεί.
Όσοι μολύνονταν, αργά αλλά σταθερά, αποστασιοποιούνταν από την πραγματικότητα και αναπολούσαν περασμένες εποχές. Ο νους τους περιπλανιόταν αδιάκοπα στο παρελθόν, σε εκείνη την ασαφή, γλυκιά περίοδο της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας. Το παρόν ξεθώριαζε· έτσι, αποσύρονταν από το σήμερα, μόνο και μόνο για να ζήσουν στο χτες.
Παλιά τραγούδια και ταινίες, χοντροκομμένα παιχνίδια, κιτρινισμένες φωτογραφίες, ξεχασμένες διαφημίσεις – το διαδίκτυο αποτελούσε μια ανεξάντλητη δεξαμενή αναμνήσεων, και ο ιός χρησιμοποιούσε κάθε μια από αυτές για να τρυπώνει όλο και βαθύτερα στο μυαλό των θυμάτων του. Εκείνα – εμείς – ζητούσαν κι άλλο, διψούσαν για περισσότερες θολές μνήμες μιας εποχής που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Αναπολούσαν την ομορφιά και την αθωότητα του τότε, αδιαφορώντας για το τώρα και για τη ζωή που συνέχιζε να κυλά. Στο τέλος, κατέληγαν κενά κουφάρια, με τον νου τους παγιδευμένο στις νεκρές δεκαετίες των νιάτων τους και το σώμα τους εγκλωβισμένο σε μια καθημερινότητα που αδυνατούσαν να αντέξουν.
Κάποιοι είπαν ότι η νοσταλγία ήταν μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού, μια επιστροφή στην ανεμελιά που χαρακτήριζε την παιδική μας ηλικία. Άλλοι υποστήριξαν πως ήταν προτιμότερο να αναπολείς το παρελθόν παρά να βιώνεις τους τρόμους της πραγματικότητας. Και κάποιοι – λιγότεροι – προσπάθησαν να μας προειδοποιήσουν, επιμένοντας ότι, όσο γλυκό κι αν ήταν το χτες, κανείς δεν μπορούσε να ζει για πάντα μέσα σε αυτό.
Ούτε ένας μας, όμως, δεν υποψιάστηκε την αλήθεια: η νοσταλγία αυτή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το παρηγορητικό προσωπείο ενός νοητικού μικροβίου· ενός οργανισμού που ο μοναδικός του σκοπός ήταν να ροκανίζει αργά και αθόρυβα τη συνείδηση της ανθρωπότητας. Με κάθε έναν μας που αποσυρόταν στις ομιχλώδεις εικόνες του παρελθόντος του, ο ιός θέριευε.
Όταν ανακαλύψαμε τη φύση του, ήταν ήδη αργά· είχαμε όλοι παραδοθεί στις αναμνήσεις μας, ο καθένας στον δικό του νοητικό, άδειο κόσμο.
Πλήρως παραιτημένοι – πλήρως ηττημένοι.
Όσοι μολύνονταν, αργά αλλά σταθερά, αποστασιοποιούνταν από την πραγματικότητα και αναπολούσαν περασμένες εποχές. Ο νους τους περιπλανιόταν αδιάκοπα στο παρελθόν, σε εκείνη την ασαφή, γλυκιά περίοδο της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας. Το παρόν ξεθώριαζε· έτσι, αποσύρονταν από το σήμερα, μόνο και μόνο για να ζήσουν στο χτες.
Παλιά τραγούδια και ταινίες, χοντροκομμένα παιχνίδια, κιτρινισμένες φωτογραφίες, ξεχασμένες διαφημίσεις – το διαδίκτυο αποτελούσε μια ανεξάντλητη δεξαμενή αναμνήσεων, και ο ιός χρησιμοποιούσε κάθε μια από αυτές για να τρυπώνει όλο και βαθύτερα στο μυαλό των θυμάτων του. Εκείνα – εμείς – ζητούσαν κι άλλο, διψούσαν για περισσότερες θολές μνήμες μιας εποχής που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Αναπολούσαν την ομορφιά και την αθωότητα του τότε, αδιαφορώντας για το τώρα και για τη ζωή που συνέχιζε να κυλά. Στο τέλος, κατέληγαν κενά κουφάρια, με τον νου τους παγιδευμένο στις νεκρές δεκαετίες των νιάτων τους και το σώμα τους εγκλωβισμένο σε μια καθημερινότητα που αδυνατούσαν να αντέξουν.
Κάποιοι είπαν ότι η νοσταλγία ήταν μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού, μια επιστροφή στην ανεμελιά που χαρακτήριζε την παιδική μας ηλικία. Άλλοι υποστήριξαν πως ήταν προτιμότερο να αναπολείς το παρελθόν παρά να βιώνεις τους τρόμους της πραγματικότητας. Και κάποιοι – λιγότεροι – προσπάθησαν να μας προειδοποιήσουν, επιμένοντας ότι, όσο γλυκό κι αν ήταν το χτες, κανείς δεν μπορούσε να ζει για πάντα μέσα σε αυτό.
Ούτε ένας μας, όμως, δεν υποψιάστηκε την αλήθεια: η νοσταλγία αυτή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το παρηγορητικό προσωπείο ενός νοητικού μικροβίου· ενός οργανισμού που ο μοναδικός του σκοπός ήταν να ροκανίζει αργά και αθόρυβα τη συνείδηση της ανθρωπότητας. Με κάθε έναν μας που αποσυρόταν στις ομιχλώδεις εικόνες του παρελθόντος του, ο ιός θέριευε.
Όταν ανακαλύψαμε τη φύση του, ήταν ήδη αργά· είχαμε όλοι παραδοθεί στις αναμνήσεις μας, ο καθένας στον δικό του νοητικό, άδειο κόσμο.
Πλήρως παραιτημένοι – πλήρως ηττημένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου