Κλείσε τα μάτια σου. Ακούς τον αμυδρό ήχο στο σκοτάδι; Νιώθεις τις πιο μύχιες σκέψεις σου, τους καλά κρυμμένους στα υπόγεια του υποσυνείδητου φόβους σου να παίρνουν μορφή; Καλώς ορίσατε στα σκοτεινά βάθη του νου... Καλώς ορίσατε στο Βασίλειο των Σκιών.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροί Εφιάλτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροί Εφιάλτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Νυχτοχώρι
Ανάμεσα στα άπειρα παράλληλα επίπεδα ύπαρξης που αποτελούν το Όλον βρίσκεται ένας τόπος ερέβους και σιωπής. Οι κάτοικοί του, για όσο χρονικό διάστημα διαμένουν εκεί, τον αποκαλούν Νυχτοχώρι επειδή ποτέ δεν ξημερώνει. Όμως το αληθινό του όνομα δεν είναι αυτό.
Πρώτος Όροφος
«Το ξέρεις ότι ο πρώτος είναι στοιχειωμένος;» μου είπε ο μικρός.
«Χμ», απάντησα και συνέχισα να σκρολάρω στο Facebook.
«Αλήθεια σου λέω!» επέμεινε ο γιος μου πετώντας την τσάντα του στο πάτωμα. «Κάθε φορά που το ασανσέρ περνάει από εκεί τρέμει και τα φώτα αναβοσβήνουν!»
«Τόμι, μάζεψε την τσάντα σου», είπα τελεσίδικα σηκώνοντας το βλέμμα μου από το κινητό και μορφάζοντας από τον πόνο στον αυχένα μου.
Ο μικρός στραβομουτσούνιασε αλλά έκανε ό,τι του είπα.
«Ποτέ δεν με ακούς», παραπονέθηκε.
«Σε άκουσα. Στον πρώτο υπάρχουν φαντάσματα που παίζουν με το ασανσέρ».
«Καλά, την επόμενη φορά που θα μπεις θα το δεις», είπε στραβωμένος και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του.
Ζωύφια
«Γοδεφρείδε!»
Τινάχτηκα ρίχνοντας το τηλεκοντρόλ στο πάτωμα και σκορπίζοντας παντού σνακ. Η σύζυγός μου τσίριζε από την τουαλέτα.
«Τι είναι;» ρώτησα τσαντισμένος, επειδή με είχε βγάλει από εκείνο το γλυκό σημείο που ετοιμάζεσαι να βυθιστείς στη γαλήνη του ύπνου στον καναπέ.
«Ζωύφια!» ούρλιαξε η καλή μου με μια αγριοφωνάρα που θα τρόμαζε κάποιον πιο ευαίσθητο (ή απροετοίμαστο).
«Πάλι, γαμώτο», μονολόγησα κι έτρεξα στην κουζίνα.
Τινάχτηκα ρίχνοντας το τηλεκοντρόλ στο πάτωμα και σκορπίζοντας παντού σνακ. Η σύζυγός μου τσίριζε από την τουαλέτα.
«Τι είναι;» ρώτησα τσαντισμένος, επειδή με είχε βγάλει από εκείνο το γλυκό σημείο που ετοιμάζεσαι να βυθιστείς στη γαλήνη του ύπνου στον καναπέ.
«Ζωύφια!» ούρλιαξε η καλή μου με μια αγριοφωνάρα που θα τρόμαζε κάποιον πιο ευαίσθητο (ή απροετοίμαστο).
«Πάλι, γαμώτο», μονολόγησα κι έτρεξα στην κουζίνα.
Χώρος Στάθμευσης 188
Σμαραγδένια Ομίχλη
Ξύπνησα από την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε στο μικρό διαμέρισμα που περνούσα τις μακρόσυρτες ημέρες της σύνταξής μου, πράγμα παράδοξο καθώς η τηλεόρασή μου ήταν πάντα συντονισμένη στο Weather Channel.
Οι Τόποι Πέρα Από Τον Μαύρο Καθρέφτη
Στην αρχή το ενδιαφέρον του κοινού το τράβηξε η ευκολία με την οποία μπορούσε ο οποιοσδήποτε να αυτοπροσδιοριστεί ως καλλιτέχνης: τα πρώτα προγράμματα Τεχνητής Νοημοσύνης δέχονταν απλές εντολές και μετέτρεπαν τις λέξεις σε εικόνες – κακοφτιαγμένες και με λάθη μεν, οπτικές απεικονίσεις της φαντασίας του εντολέα δε. Ήταν διασκεδαστικά, ήταν προσιτά και ήταν δωρεάν, αν και είχαν έναν περιορισμό στο πόσα αποτελέσματα μπορούσαν να παράγουν ανά ημέρα.
Δεκατρία Δευτερόλεπτα
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ. Με θυμάμαι να τρέχω με τη μηχανή μου, ένα φορτηγό μπροστά μου, έναν ελιγμό, μετά τίποτα.
Σούπα Για Την Ψυχή
Φαγούρα
«Το ξέρεις πως το μέτωπό σου είναι κατακόκκινο;»
Η Παμ σήκωσε το βλέμμα της και είδε το γνώριμο πρόσωπο του Ρόμπι να της χαμογελάει.
Η Παμ σήκωσε το βλέμμα της και είδε το γνώριμο πρόσωπο του Ρόμπι να της χαμογελάει.
«Φαγούρα», του εξήγησε και, σαν να ήθελε να αποδείξει τα λόγια της, έτριψε το δέρμα κοντά στις ρίζες των μαλλιών της.
«Χμ, ελπίζω να μην κόλλησες καμιά δερματική ασθένεια στις εξωτικές διακοπές σου», συνέχισε να την πειράζει ο συνάδελφός της.
«Έλα ρε, άσε με», παραπονέθηκε παιχνιδιάρικα η Παμ και έξυσε πάλι το κεφάλι της.
«Δεν μου είπες, πώς ήταν η Νέα Ζηλανδία;» άλλαξε θέμα ο Ρόμπι, αν και το βλέμμα του συνέχισε να πηγαινοέρχεται στο ερεθισμένο δέρμα της κοπέλας.
«Πολύ ωραία! Θυμάσαι όλα αυτά τα τοπία που έβλεπες στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών;»
«Εννοείται.»
«Χμ, ελπίζω να μην κόλλησες καμιά δερματική ασθένεια στις εξωτικές διακοπές σου», συνέχισε να την πειράζει ο συνάδελφός της.
«Έλα ρε, άσε με», παραπονέθηκε παιχνιδιάρικα η Παμ και έξυσε πάλι το κεφάλι της.
«Δεν μου είπες, πώς ήταν η Νέα Ζηλανδία;» άλλαξε θέμα ο Ρόμπι, αν και το βλέμμα του συνέχισε να πηγαινοέρχεται στο ερεθισμένο δέρμα της κοπέλας.
«Πολύ ωραία! Θυμάσαι όλα αυτά τα τοπία που έβλεπες στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών;»
«Εννοείται.»
Τεράτωμα
στην τουαλέτα σκρολάροντας στο κινητό
της και διαβάζοντας οτιδήποτε
της τραβούσε το μάτι. Η ανάγνωση ποστ και σχολίων στο Facebook ήταν η αδυναμία της.
Εκείνο το απόγευμα είχε συμπληρώσει ήδη μισή ώρα στον πορσελάνινο θρόνο της και το δεξί της πόδι είχε αρχίσει να μουδιάζει.
Από το σαλόνι ακούγονταν σποραδικά βρισίδια και το ασταμάτητο κλικ κλικ του χειριστηρίου που βασάνιζε ο Πίτερ, καθώς πάλευε να περάσει την γαμωπίστα στο καινούργιο Assassin’s Creed.
«Ουφ», ξεφύσηξε μπαφιασμένη από τον χείμαρρο επίδειξης και δήθεν καλοπέρασης που είχε κατακλύσει τα social media.
October Bites #6: Ma 'Nene
Μια από τις πιο παράδοξες τελετές στην οποία έχω παραστεί ήταν στο Σουλαέσι της Ινδονησίας, τον Σεπτέμβριο του 2005 – οι ντόπιοι την ονομάζουν Ma 'Nene, κάτι που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει 'η τελετή καθαρισμού των νεκρών'.
October Bites #5: Solus Ipse
Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, ο Τζέρεμι φοβόταν να κοιμηθεί.
Δεν ανησυχούσε για το σκοτάδι, ούτε για παράδοξα όνειρα και εφιάλτες - αυτό που τον τρόμαζε πάντα ήταν μια ιδέα που του είχε καρφωθεί στο μυαλό όταν ήταν πιτσιρίκι: πως, αν έκλεινε τα μάτια του, ο υπόλοιπος κόσμος θα σταματούσε να υπάρχει.
October Bites #3: Στις Σκιές
Υπάρχουν πλάσματα που περιπλανιούνται στις σκιές του κόσμου μας, οντότητες που τρέφονται από τα εγκεφαλικά κύματα και τις σκέψεις μας.
October Bites #2: Καμβάς
Η Κάθι είχε αντιπαθήσει τον πίνακα από την πρώτη μέρα που είχε μετακομίσει στη μεγάλη, μελαγχολική έπαυλη.
Έδειχνε μια γυναίκα με ένα βαθυπράσινο φόρεμα που είχε γυρισμένη την πλάτη της, να στέκεται σε έναν βράχο και να αγναντεύει τα άγρια κύματα, ενώ βαριά γκρίζα σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό.
October Bites #1: Μια Ματιά Στην Άβυσσο
Σάιμον
Ο άντρας πυροβόλησε το παιδί κι έπειτα το έθαψε στην άμμο.
Φρόντισε να μην το θάψει πολύ βαθιά, ώστε τα τσακάλια και τα υπόλοιπα αρπακτικά της ερήμου να κάνουν τη δουλειά τους.
Μετά έβαλε μπροστά το μεταχειρισμένο Νισσάν, που είχε αγοράσει με 400 δολάρια και που έπρεπε να του είχε κάνει σέρβις δυο χιλιάδες χιλιόμετρα πριν, και επέστρεψε σπίτι του.
Σκόνταψε στη στοίβα των απλήρωτων λογαριασμών που είχαν μαζευτεί τους τελευταίους δυο μήνες, βλαστήμησε τον πρώτο άγιο που του ήρθε στο μυαλό κι έπειτα έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι χωρίς καν να γδυθεί, με το μέτωπό του να καίει από τον πυρετό και το κεφάλι του να πονάει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












.jpg)



.jpg)
.jpg)
