Ξανά



“Όμορφα παιδιά”, είπε ο άντρας συνεπαρμένος.
“Όχι”, αρνήθηκε η γυναίκα, αλλά η φωνή της ήταν χαμηλή, τσακισμένη. 
“Άφησέ τα μου, σε παρακαλώ”.

“Γιατί;”

“Πήρες τόσους. Δεν σου έφταναν;”
  Ο άντρας γέλασε – αυτός θα έλεγε καλόκαρδα, αυτή θα έλεγε χαιρέκακα, οι άνθρωποι θα ούρλιαζαν αν μπορούσαν να ακούσουν τον ήχο.
“Γυναίκα, όλοι δικοί μου θα γενούν στο τέλος”. “Όχι αυτά”, επέμεινε η γυναίκα. 

  Ο άντρας γονάτισε μπροστά της και την κοίταξε βαθιά στα όμορφα μάτια της, μάτια που μέσα τους στραφτάλιζαν γαλαξίες.
“Θα στα φέρω ξανά”.
“Όχι”, πείσμωσε αυτή. “Πήρες το μερτικό σου. Πάντα το παίρνεις”.
  Της έπιασε το χέρι – αυτός θα έλεγε τρυφερά, αυτή θα συμφωνούσε.
“Δεν είμαστε μαζί από την Αρχή του Χρόνου; Δεν θα είμαστε μαζί μέχρι το Τέλος των Ημερών;”
“Μαζί περπατήσαμε αυτό το μονοπάτι”, συμφώνησε εκείνη.
“Χωρίς εσένα δεν υπάρχω. Χωρίς εμένα δεν υπάρχεις”.

  Η φωνή της έσπασε.
“Είναι άδικο. Έχουν τόσο δρόμο μπροστά τους ακόμα”.
“Έχουν. Αλλά όχι εδώ, όχι τώρα. Άσε με να τα πάρω και να στα φέρω. Ξύπνα τα ξανά σε ένα άλλο μέρος, σε έναν άλλο χρόνο, κάπου που θα μπορούν να ζήσουν χαρούμενα και χωρίς έγνοιες”.

  Η γυναίκα λύγισε. Κάθε φορά, η ίδια αντιμαχία, τα ίδια λόγια. Τις περισσότερες φορές περνούσε το δικό του – κάποιες άλλες, το δικό της. Σήμερα ήταν η σειρά του. Αύριο – ποιος μπορούσε να ξέρει ποιος θα έβγαινε νικητής στο αέναο παιχνίδι τους;
“Πήγαινε”, του είπε και έστρεψε την πλάτη της για να μην τον δει να φοράει τον μαύρο του μανδύα.

  Κι ο Θάνατος κατέβηκε ανάμεσα στις φλόγες και η Ζωή περίμενε να της φέρει τα παιδιά της – για να τους φυσήξει πνοή ξανά, σε ένα άλλο μέρος, σε έναν άλλο χρόνο.

2 σχόλια: