Ελεάζαρ

1.
Ο ήλιος ήθελε ένα καλάμι για να δύσει, όταν ο Ελεάζαρ ξεψύχησε. 
Είχε το βλέμμα του στραμμένο στο παράθυρο που έβλεπε προς τα δυτικά, προς το Όρος των Ελαιών και η απαλή αύρα δρόσιζε το κορμί του που ψηνόταν από τον πυρετό. 
Τα μάτια του πηγαινοέρχονταν γρήγορα από τα δέντρα στο χώμα και μετά στον ουρανό και ξανά από την αρχή, σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει για μια τελευταία φορά τον τόπο που είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει, να πάρει μαζί του μια τελευταία εικόνα από τον κόσμο που γνώριζε για να τον συντροφεύει στον άγνωστο κόσμο που θα πήγαινε. Το ήξερε ότι θα πεθάνει – η τελευταία νύχτα είχε περάσει με τον ίδιο να βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου και να κρυφοκοιτάζει στην άλλη πλευρά. Ένιωθε ανθρώπους να μπαίνουν στο δωμάτιο και να σκύβουν από πάνω του, να τον παρατηρούν και μετά να εξαφανίζονται. Άκουγε φωνές που γνώριζε και φωνές άγνωστες, ομιλίες μεταξύ ατόμων που το κουρασμένο του μυαλό, σε μια τελευταία προσπάθεια διαύγειας, αναγνώριζε ότι είχαν πεθάνει χρόνια πριν.
  
  Οι αδελφές του δεν έφευγαν στιγμή από δίπλα του. Κάποια στιγμή το προηγούμενο βράδυ, όταν ο πυρετός του είχε ανέβει, είδε τον πατέρα του να στέκεται δίπλα στο παράθυρο. Τον παρακολουθούσε χωρίς να βλεφαρίζει, αμίλητος και τυλιγμένος ακόμα στο ίδιο σάβανο με το οποίο τον είχαν θάψει έντεκα χρόνια πριν. Το πρόσωπο του ήταν γκρίζο και σημαδεμένο και τα μάτια του κατάμαυρα. Του είχε γνέψει να τον ακολουθήσει κι όταν ο Ελεάζαρ βόγγηξε φρικιασμένος και προσπάθησε να αποστρέψει το βλέμμα του, ένιωσε το καταπραϋντικό άγγιγμα της Μάρθας. Η αδελφή του τού τοποθέτησε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο και η δροσιά του τον επανέφερε στον κανονικό κόσμο για λίγο. Όταν κοίταξε ξανά προς το παράθυρο, ο πατέρας του είχε εξαφανιστεί.
Η Μάρθα έπιασε το χέρι του και το κράτησε στην αγκαλιά της. Το φίλησε στον καρπό κι ο Ελεάζαρ παρατήρησε ότι το χέρι της ήταν πιο χοντρό από το δικό του. Το μυαλό του προσπαθούσε να επεξεργαστεί αυτό που έβλεπε και δεν τα κατάφερνε – πόσο καιρό ήταν ξαπλωμένος σε αυτό το κρεβάτι, με την αρρώστια να τον κατατρώει; Πως είχε αδυνατίσει τόσο γρήγορα;
  Η αδελφή του τον χάιδεψε στο μάγουλο και απέφυγε το αγωνιώδες βλέμμα του, που έμοιαζε να την ρωτάει πράγματα που δεν ήξερε ή δεν ήθελε να του απαντήσει. Θα πέθαινε, το γνώριζε αυτό, παρόλο που η Μαριάμ επέμενε ότι έπρεπε να κάνουν υπομονή και να εμπιστευτούν τον Θεό.
  Κι έτσι λοιπόν, το δειλινό της έβδομης ημέρας από τότε που είχε αρρωστήσει βαριά, ο Ελεάζαρ άφησε την τελευταία του πνοή μόνος, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Η Μάρθα είχε βγει έξω για να φέρει νερό και να τον πλύνει, γιατί οι πληγές του σώματος του μύριζαν άσχημα, ενώ η Μαριάμ ξέκλεβε λίγα λεπτά ύπνου, ώστε να μπορέσει να ξενυχτήσει αργότερα δίπλα στον αδελφό της.
  Όταν η Μάρθα επέστρεψε, το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου είχε βυθιστεί στο σκοτάδι – μόνο το κρεβάτι του αδελφού της φωτιζόταν ακόμα από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Η κοπέλα άφησε την στάμνα κάτω και πήγε να ανάψει τον λύχνο.
“Σου έφερα νερό”, είπε τρυφερά και ακούμπησε τον λύχνο δίπλα στο κρεβάτι. Ο Ελεάζαρ ήταν ακίνητος, με το πρόσωπο στραμμένο ακόμα προς την δύση. Η Μάρθα ένιωσε την καρδιά της να σταματά. Άρπαξε το πρόσωπο του και το γύρισε προς το μέρος της και τα άψυχα μάτια του αδελφού της την ατένισαν. Άφησε ένα ουρλιαχτό πόνου να της ξεφύγει καθώς προσπαθούσε μάταια να τον ξυπνήσει.
  
  Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε ένας γδούπος κι αμέσως μετά γυμνά πόδια που έτρεχαν. Η Μαριάμ κοντοστάθηκε στην πόρτα, με τα μαλλιά της ανακατεμένα από τον ύπνο και τα μάτια της γουρλωμένα. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα – η εικόνα της Μάρθας που θρηνούσε με τον αδελφό τους στην αγκαλιά της τα έλεγε όλα.

2.

  Η ταφή έγινε όπως όριζαν τα έθιμα του λαού τους και οι δυο γυναίκες έμειναν μόνες τους σε ένα σπίτι που έμοιαζε άδειο. Την πρώτη μέρα η Μάρθα καθάρισε το στρώμα του νεκρού αδελφού της κι έπειτα έκατσε στην καρέκλα που συνήθιζε να κάθεται όταν ξενυχτούσε μαζί του, χωρίς να ξέρει τι έπρεπε να κάνει από δω και πέρα. Η Μαριάμ από την άλλη προτίμησε να απωθήσει την θλίψη στα βάθη του μυαλού της και αποφάσισε να καθαρίσει την μικρή αποθηκούλα στην οποία ο Ελεάζαρ φύλαγε τα σύνεργα της δουλειάς του. Αν κρατούσε το σώμα της απασχολημένο, ίσως να μην την κατέκλυζαν οι σκέψεις που πάσχιζαν να επικρατήσουν. Όμως, όταν είδε τον τροχό και τα αντικείμενα που είχε φτιάξει, η καρδιά της αρνήθηκε τις επιταγές της λογικής. Οι στάμνες και τα αγγεία περίμεναν τον τεχνίτη που τα είχε δημιουργήσει για να τα στολίσει και να τα τελειοποιήσει – και θα περίμεναν πάντα.
  Αυτή η μικρή σκέψη την έκανε να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της απώλειάς τους: δεν θα άκουγαν ποτέ ξανά την φωνή του, δεν θα τον έβλεπαν να στέκεται στην είσοδο και να χαμογελάει καλοσυνάτα, δεν θα τις κορόιδευε ποτέ ξανά για τις μαγειρικές τους ικανότητες κι εκείνες δεν θα του απαντούσαν πειραχτικά ότι ήταν καιρός να παντρευτεί για να τον ξεφορτωθούν. Τα πρωινά δεν θα άκουγαν την βαριά φωνή του καθώς θα γκρίνιαζε για την κουραστική μέρα που τον περίμενε (μια γκρίνια τόσο άκακη και συνηθισμένη, που ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους) και τα βράδια δεν θα στριφογύριζαν στα κρεβάτια τους προσπαθώντας να κοιμηθούν όσο εκείνος ροχάλιζε. Δεν θα προσπαθούσαν ποτέ ξανά να του βρουν μια κοπέλα να παντρευτεί κι εκείνος δεν θα τους απαντούσε γελώντας ότι είχε ήδη δύο γυναίκες να προσέχει και δεν χρειαζόταν και τρίτη.
Ποτέ ξανά. Το μόνο που απέμενε ήταν οι αναμνήσεις, οι καλές και οι κακές στιγμές, καθεμιά με την ιδιαιτερότητα και την ομορφιά της.
Και η Μαριάμ θρήνησε.

3.

  Ήταν η τέταρτη μέρα μετά την ταφή του Ελεάζαρ, όταν μια μικρή συντροφιά εμφανίστηκε από τα βόρεια. Η Μαριάμ καθόταν στην αυλή, καθαρίζοντας μηχανικά ένα πορτοκάλι και τρώγοντας τις φέτες του, χωρίς να νιώθει γεύση. Το βλέμμα της περιφερόταν από τον γαλάζιο καθαρό ουρανό στα τείχη της Ιερουσαλήμ που αχνοφαίνονταν στα δυτικά. Ήταν μεσημέρι και στους σκονισμένους δρόμους της Βηθανίας δεν κυκλοφορούσε κανένας.
  Το βλέμμα της έπεσε στην παρέα που έμοιαζε να πλησιάζει προς το μέρος τους. Άφησε το μισοφαγωμένο πορτοκάλι της στο χώμα, τίναξε τα χέρια της και σηκώθηκε όρθια. Από αυτή την απόσταση ήταν δύσκολο να καταλάβει ποιοι ήταν οι νεοφερμένοι, αλλά το περπάτημα αυτού που προπορευόταν της ήταν οικείο· θα μπορούσε να το ξεχωρίσει από μίλια μακριά. Έτρεξε προς την είσοδο του σπιτιού φωνάζοντας την αδελφή της.
“Μάρθα! Μάρθα!”
Η κοπέλα βγήκε από την κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια της με ένα λερό πανί.
“Τι συμβαίνει, Μαριάμ;” ρώτησε, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Μέσα στην θλίψη της δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει την ανακούφιση στα μάτια της αδελφής της, παρά μόνο την αγωνία στην φωνή της.
“Ήρθε”, είπε η Μαριάμ ασθμαίνοντας, “ο δάσκαλος ήρθε επιτέλους!”
“Τι είναι αυτά που λες;” απάντησε η Μάρθα και βγήκε στην αυλή. Κοντοστάθηκε παγωμένη όταν συνειδητοποίησε ότι η αδελφή της είχε δίκιο.
  Μπροστά πήγαινε ένας άνδρας μεσαίου αναστήματος, με μακριά καστανά μαλλιά και καλοσυνάτο πρόσωπο. Είχε αραιά γένια και μελί μάτια, με μια υποψία πράσινου μέσα τους. Τα χείλη του ήταν λεπτά και μια-δυο ρυτίδες εμφανίζονταν στις άκρες του στόματος του όταν χαμογελούσε, πράγμα που έκανε συχνά. Το περπάτημα του ήταν αργό και σταθερό και απέπνεε σιγουριά.
  Πίσω του ερχόταν μια ετερόκλητη παρέα από δώδεκα άτομα που προχωρούσαν με βαριά, ατσούμπαλα βήματα. Ήταν όλοι αμίλητοι και φορτωμένοι με τα σακίδιά τους. Σε αντίθεση με τον δάσκαλο τους, έμοιαζαν να κουβαλάνε στις πλάτες τους όλα τα προβλήματα του κόσμου.
  Ο άνδρας έφτασε στην είσοδο της αυλής, είδε την Μάρθα και την Μαριάμ – που στεκόταν ένα βήμα πίσω της – και τους χαμογέλασε, ανοίγοντας διάπλατα την αγκαλιά του. Η ομοιότητα του με τον νεκρό αδελφό τους ήταν τέτοια, που η Μαριάμ ένιωσε κάτι μέσα της να σπάει – έσπρωξε την αδελφή της, όρμησε στην αγκαλιά του άνδρα και χάθηκε μέσα στην ασφάλεια των χεριών του.
  Η συντροφιά έκατσε στην σκιά μιας συκιάς που είχε φυτέψει ο προπάππους των γυναικών για να ξαποστάσει, όσο η Μάρθα κι η Μαριάμ έφερναν φαγητό στα πήλινα πιάτα που είχε φτιάξει ο αδελφός τους μια φορά κι έναν καιρό – κατσικίσιο τυρί, ζυμωτό ψωμί και λίγες ελιές. Η Μάρθα έφερε κι έναν αμφορέα με γλυκό κρασί από το κελάρι, ενώ ο πιο νέος της παρέας τράβηξε νερό από το πηγάδι για να πλυθούν όλοι τους. Έπειτα έφαγαν όλοι μαζί, με τις δύο γυναίκες να έχουν κάτσει εκατέρωθεν του δασκάλου.
Όταν απόφαγαν, η Μάρθα στράφηκε προς το μέρος του άνδρα και του είπε αυτό που της είχε γίνει έμμονη σκέψη τις τελευταίες τέσσερις μέρες.
“Κύριε, αν ήσουν εδώ ο αδελφός μου δεν θα είχε πεθάνει. Αλλά, ακόμα και τώρα ξέρω πως ό,τι ζητήσεις από τον Θεό, ο Θεός θα στο δώσει”.
Ο άνδρας την κοίταξε με πράο βλέμμα και χαμογέλασε.
“Μάρθα, ο αδελφός σου θα αναστηθεί”, της είπε χαμηλόφωνα.
Η κοπέλα ένιωσε το στομάχι της κενό, σαν τα σπλάχνα της να είχαν εξαφανιστεί. Απελπισία την κυρίευσε, σαν τα λόγια του δασκάλου να ήταν η επισφράγιση της μοίρας του αδελφού της.
“Ναι, Κύριε, το ξέρω”, μουρμούρισε μελαγχολικά, με σκυμμένο το κεφάλι. “Θα αναστηθεί ο αδελφός μου. Θα αναστηθεί τότε που θα γίνει η ανάσταση των νεκρών. Θα αναστηθεί στο τέλος των αιώνων”.
Ο δάσκαλος έπιασε το πηγούνι της και το έστρεψε ελαφρά προς το μέρος του.
“Γιατί ολιγοπιστείς, Μάρθα;” την ρώτησε με σοβαρή φωνή. Τα μάτια του έλαμψαν για μια στιγμή, σαν μέσα τους να κρυβόταν μια πανίσχυρη καταιγίδα. “Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή· αυτός που πιστεύει σε μένα, ακόμα κι αν πεθάνει, θα ζήσει – κι αυτός που ζει και πιστεύει σε μένα δεν θα πεθάνει ποτέ”.
  Η Μάρθα τον κοίταζε μαγεμένη – τα λόγια του της είχαν χαρίσει την γαλήνη που της είχε λείψει τον τελευταίο καιρό, αν και δεν μπορούσε να κατανοήσει το γιατί· ο δάσκαλος τους μιλούσε συχνά με παραβολές και μεταφορές και ήταν δύσκολο να καταλάβει κάποιος τι εννοούσε στην πραγματικότητα. Κι όμως, αυτή την φορά, ένιωσε την ελπίδα να ανθίζει σαν λουλούδι μέσα της.
Ο δάσκαλος ψιθύρισε στο αυτί της.
“Το πιστεύεις αυτό;”
Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια της.
“Ναι, Κύριε. Από καιρό. Εσύ είσαι ο Μεσσίας που προανήγγειλαν οι προφήτες. Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού”.
Ο Γιέσουα τής χαμογέλασε και πήρε μια ελιά από το πιάτο.
“Εφόσον φάγαμε όλοι, πάμε να επισκεφτούμε τον φίλο μου”.

4.
 
  Οι γυναίκες πήγαιναν μπροστά και ο Γιέσουα ακολουθούσε – πίσω τους ακολουθούσαν οι δώδεκα μαθητές του, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους λόγια δυσπιστίας. Διάβηκαν τους έρημους δρόμους της Βηθανίας, όπου μόνο μερικά χαμίνια έπαιζαν φτιάχνοντας μικρά οχυρά με πέτρες και λάσπη. Ένας από τους γείτονες της Μάρθας και της Μαριάμ έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο, είδε την μικρή πομπή και κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς τον τάφο του αγγειοπλάστη. Μιας κι ο Ελεάζαρ ήταν αγαπητός στην πόλη τους (κι ο ίδιος δεν είχε πληρώσει ποτέ του την τελευταία του παραγγελία), ο γείτονας σκέφτηκε να τους ακολουθήσει.  Σύντομα, αρκετοί Ιουδαίοι προστέθηκαν στην μικρή συντροφιά – οι περισσότεροι ήταν περίεργοι που ήθελαν απλώς να δουν που πήγαιναν οι γυναίκες και αυτός ο παράξενος άνδρας για τον οποίο είχαν ακούσει αόριστες φήμες, κάποιοι όμως, που γνώριζαν για την θλίψη που είχε πέσει στο φτωχικό σπίτι των δύο αδελφών, είχαν μαζέψει λουλούδια και σκόπευαν να στολίσουν τον τάφο του Ελεάζαρ.

  Έφτασαν μπροστά σε έναν λόφο και σταμάτησαν. Στην ανατολική πλευρά του υπήρχε ένα σπήλαιο, με την είσοδο του σφραγισμένη από μια μεγάλη, βαριά πέτρα. Η αρχική παρέα είχε πλέον μετατραπεί σε μικρο πλήθος και οι Ιουδαίοι κοντοστάθηκαν αρκετά μέτρα μακριά από την τελευταία κατοικία του Ελεάζαρ, αβέβαιοι για το τι θα έκαναν εκεί. Ένα μικρό κορίτσι πλησίασε την Μαριάμ και της πρόσφερε ντροπαλά μια μαργαρίτα. Η κοπέλα της χαμογέλασε ασυναίσθητα και της χάιδεψε το κεφάλι.
“Που τον έχετε θάψει;” ρώτησε ο Γιέσουα, αν και η απάντηση ήταν προφανής.
  Η Μάρθα έδειξε προς την σπηλιά, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ήταν η τελευταία που είχε φύγει από τον τάφο, όταν η τελετή ολοκληρώθηκε και έξι χεροδύναμοι άνδρες είχαν τοποθετήσει τον βράχο στην είσοδο, σφραγίζοντας για πάντα τον αδελφό της και τις αναμνήσεις της μαζί του μέσα στο ξερό, πετρώδες άνοιγμα. Τα λουλούδια που είχε αφήσει μπροστά στην σπηλιά είχαν ξεραθεί ήδη. Η Μαριάμ έκλαιγε σιωπηλά πίσω της.
  Ο Γιέσουα κοίταξε γύρω του, τα θλιμμένα πρόσωπα των δύο γυναικών, τα περίεργα και γεμάτα αμφιβολία πρόσωπα του πλήθους, τα απορημένα πρόσωπα των μαθητών του. Δεν είχαν ιδέα σε τι θα γίνονταν μάρτυρες, δεν γνώριζαν τι δυνάμεις έκρυβε μέσα του και πως σε λίγα λεπτά θα τις αποκάλυπτε σε όλους – κι έτσι ίσως ήταν καλύτερα, αλλιώς η γνώση θα μπορούσε να τους τρελάνει. Το βλέμμα του σταμάτησε ξανά πάνω στην Μαριάμ και την Μάρθα, που έκλαιγαν η μια στην αγκαλιά της άλλης. Χωρίς φωνές, χωρίς περιττούς θρήνους· δεν υπήρχε πλέον κανείς άλλος γύρω τους παρά μόνο οι δυο τους – και ο αδελφός τους που σάπιζε στην σπηλιά, μερικά βήματα μακριά τους. Ένιωσε την απώλειά τους και την έκανε δική του, γιατί ο Ελεάζαρ ήταν φίλος του και ήταν ένας καλός άνθρωπος σε έναν κόσμο γεμάτο μίσος.
“Να έχετε ελπίδα”, ψιθύρισε, αν και κανείς δεν τον άκουσε. Στράφηκε προς τους μαθητές του.
“Σηκώστε την πέτρα”, διέταξε.
Εκείνοι στάθηκαν αβέβαιοι, σαν να μην είχαν ακούσει καλά. Ένας από αυτούς ρώτησε τον διπλανό του για ποιον λόγο.
“Που να ξέρω;” απάντησε εκείνος εκνευρισμένος. “Ας κάνουμε ότι μας λέει”.
Τέσσερις από αυτούς πλησίασαν την σπηλιά κι έπιασαν τον βράχο. Ετοιμάστηκαν να τον τραβήξουν, αλλά τότε η Μάρθα πλησίασε τον Γιέσουα σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της.
“Κύριε, θα μυρίζει”, του είπε δειλά, κρατώντας τον από τον καρπό. “Πάνε τέσσερις μέρες από τότε που τον θάψαμε”.
“Πίστευε και θα δεις την δόξα του Θεού”, της απάντησε ο δάσκαλος, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από τον τάφο. Για άλλη μια φορά, τα μάτια του έλαμψαν – η Μάρθα θα μπορούσε να ορκιστεί ότι τα είδε να αλλάζουν χρώμα και να μετατρέπονται σε λίμνες φωτιάς.
  Άλλοι τέσσερις μαθητές ήρθαν σε βοήθεια και όλοι μαζί μετακίνησαν την πλάκα. Παραπάτησαν όταν η δυσωδία του σαπισμένου δέρματος ήρθε από τα βάθη της σπηλιάς κι ένας-δύο από αυτούς έβηξαν. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους αναφώνησαν αηδιασμένοι. Η μυρωδιά εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή και όλοι έκαναν μερικά βήματα προς τα πίσω.
  Όλοι εκτός από τον Γιέσουα – εκείνος περπάτησε με σταθερά βήματα προς το σκοτεινό άνοιγμα και σήκωσε τα χέρια του ψηλά, ενώ προσευχόταν από μέσα του με όλη την δύναμη της παράξενης ψυχής του, με τα βλέφαρα του κλειστά και ιδρώτα να στάζει από το μέτωπο του.
  Η προσευχή ολοκληρώθηκε και το πλήθος κράτησε την ανάσα του. Απόλυτη σιωπή βασίλεψε στον τόπο που ο Ελεάζαρ είχε ταφεί, καθώς τα έντομα και τα πουλιά λούφαξαν τρομαγμένα. Ο αέρας έγινε πιο βαρύς, πιο πηχτός – ο τρόμος τύλιξε τα σωθικά των Ιουδαίων που ξαφνικά θέλησαν να βρίσκονται οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί.
Ο Γιέσουα άνοιξε τα μάτια του που σπίθιζαν – και, με φωνή βροντερή, πρόσταξε:
“Ελεάζαρ, βγες έξω!”

5.

  Ακούστηκαν μερικά ουρλιαχτά φρίκης από την ομήγυρη, τα οποία όμως καλύφθηκαν από κραυγές θαυμασμού, καθώς στο σκοτεινό άνοιγμα του τάφου εμφανιζόταν ένα φασκιωμένο σώμα. Ο Ελεάζαρ στάθηκε μπροστά από τον τάφο του, με το μαντήλι ακόμα στο πρόσωπο του και τα σάβανα σφιχτά τυλιγμένα γύρω του εκτός από τα πόδια. Μαυρισμένη σάρκα ξεχώριζε εκεί όπου οι πάνινες ταινίες είχαν λυθεί. Ο Γιέσουα πλησίασε τον νεκρό που είχε επιστρέψει από τον Άδη και τράβηξε το κουρέλι που σκέπαζε το πρόσωπο του. Ακούστηκε ένα βογκητό από την Μάρθα, καθώς έβλεπε την μορφή του αδελφού της ξανά, γκρίζα και παραμορφωμένη.
“Άνοιξε τα μάτια σου”, τον διέταξε ο Γιέσουα κι ο Ελεάζαρ υπάκουσε – κι όταν άνοιξε τα βλέφαρα του, ακούστηκε ένας αναστεναγμός κι από την μεριά της Μαριάμ. Τα μάτια του σκεπάζονταν από ένα στρώμα λίπους με γαλακτώδες χρώμα. Από το ρουθούνι του βγήκε μια χοντρή, πράσινη μύγα και πέταξε μακριά. Ο Ελεάζαρ άνοιξε το στόμα του – μπόχα και σκουλήκια ξεχύθηκαν από μέσα του.
  Κι εκεί, μπροστά στους έντρομους κατοίκους της Βηθανίας, μπροστά στον φίλο του τον Γιέσουα και τους μαθητές του, μπροστά στις δυο εμβρόντητες αδελφές του, ο Ελεάζαρ ούρλιαξε θρηνητικά.
  Τον μετέφεραν στο σπίτι, μιας και δεν μπορούσε να περπατήσει, και τον τοποθέτησαν στο δωμάτιό του. Η φήμη εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την πόλη και ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι έρχονταν να δουν το θαύμα του Γιέσουα και τον άνδρα που είχε επιστρέψει από τους νεκρούς. Πολλοί έκαναν τον γύρο του σπιτιού για να πλησιάσουν στο παράθυρο του δωματίου του Ελεάζαρ, έτσι ώστε να μπορέσουν να τον δουν με τα ίδια τους τα μάτια, αλλά ο πιο μεγαλόσωμος και νευρικός από τους μαθητές του Γιέσουα, ο Κηφάς, βρισκόταν ήδη εκεί, με ένα χοντρό κλαδί στα χέρια του κι ένα αγριεμένο βλέμμα στο πρόσωπο του που αποθάρρυνε τους περίεργους.
  Οι αδελφές του ξετύλιξαν τα σάβανα από το κορμί του Ελεάζαρ, συγκρατώντας την αναγούλα τους καθώς μερικά κομμάτια δέρματος υποχωρούσαν, αποκαλύπτοντας μάζες μικροσκοπικών, λευκών σκουληκιών που αναδεύονταν από κάτω τους. Ο Ελεάζαρ δεν αντιδρούσε καθόλου – το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στον κενό τοίχο απέναντί του, το στόμα του ανοιχτό και ασάλευτο.
Πέταξαν τις λερές λωρίδες στο πάτωμα κι έβαλαν τον αδελφό τους να ξαπλώσει. Έπειτα, η Μαριάμ πήρε ένα σφουγγάρι, το μούλιασε σε ένα κιούπι που είχε γεμίσει ο Γιοάναν με νερό από το πηγάδι και άρχισε να ξεπλένει το σώμα του με προσοχή. Η Μάρθα έριξε στο κιούπι μέλι, έλαιο και λίγα άνθη πορτοκαλιάς κι έπειτα έβαλε να βράσει θυμάρι για να διώξει από το σπίτι την μυρωδιά του θανάτου.
  Όση ώρα ο Ελεάζαρ καθαριζόταν με προσοχή και φροντίδα, ο Γιέσουα είχε κάτσει στην αυλή. Κρατούσε ένα μικρό κλαδί στο χέρι και σκάλιζε αφηρημένα σχήματα πάνω στο χώμα. Γύρω του κάθονταν τρεις από τους μαθητές του κοιτάζοντας τον με δέος και τρόμο. Ο Γιέσουα δεν ανταπέδωσε τα βλέμματά τους. Αισθανόταν καταπονημένος και τσακισμένος και ήθελε να κοιμηθεί – αλλά όχι προτού μιλήσει με τον Ελεάζαρ, προτού μάθει κι αυτός τι περίμενε τους θνητούς από την άλλη μεριά.
  Ο Ανδρέας, ένας κοντός, γεροδεμένος άντρας με μαύρα γένια και άγρια χαρακτηριστικά, ήταν ο πρώτος που τόλμησε να μιλήσει.
“Δάσκαλε... αυτός ο άνθρωπος ήταν πράγματι πεθαμένος;”
Ο Γιέσουα δεν απάντησε – συνέχισε να ζωγραφίζει στο χώμα ακατανόητα σύμβολα σαν υπνωτισμένος. Ο Ανδρέας κοίταξε τους άλλους δύο δίπλα του και επέμεινε.
“Γι' αυτό δεν ήθελες να έρθουμε όταν μας ειδοποίησαν ότι ήταν άρρωστος; Το ήξερες ότι θα πέθαινε;”
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα.
“Μόνο ο Πατέρας γνωρίζει τι είναι γραμμένο για τον καθένα μας”, απάντησε διττά.
“Ναι, αλλά εσύ... κι εσύ γνωρίζεις... ή όχι;” είπε μπερδεμένος ο Ανδρέας. 
Ο δάσκαλος τους επέστρεψε στην ασχολία του.
  Βρίσκονταν μαζί του σχεδόν τρία χρόνια τώρα και είχαν υπάρξει μάρτυρες σε αρκετά θαύματα· η μετατροπή του νερού σε οίνο, το καταλάγιασμα της καταιγίδας στην λίμνη Γεννησαρέτ, όλοι οι τυφλοί, ανάπηροι, λεπροί που είχαν γίνει καλά – κι όμως, τίποτα δεν μπορούσε να προετοιμάσει κανέναν τους για αυτό που είχαν παρακολουθήσει σήμερα. Ο Ανδρέας είχε κοντέψει να λιποθυμήσει από την δυσωδία όταν άνοιξαν τον τάφο – αν αυτό δεν σήμαινε ότι ο άνδρας που αναπαυόταν μέσα στην σπηλιά δεν ήταν νεκρός, τότε δεν ήξερε τι άλλο θα μπορούσε να τον πείσει. Με την άκρη του ματιού του είχε δει το σώμα του, ξαπλωμένο σε έναν σωρό από πέτρες και τυλιγμένο με τα λευκά του σάβανα, λίγο πριν απομακρυνθεί από το άνοιγμα, με την καρδιά του να βροντοχτυπάει από έναν υπερφυσικό τρόμο. Ήθελε να πλησιάσει τον δάσκαλό τους και να τον παρακαλέσει να μην το κάνει, να προσπαθήσει να του μιλήσει λογικά και να του πει ότι δεν έπρεπε να ταράζουν τον αιώνιο ύπνο όσων είχαν φύγει, αλλά είχε παγώσει. Όταν ο άνδρας εμφανίστηκε στο άνοιγμα, ο Ανδρέας άφησε να του ξεφύγει μια μικρή κραυγή.
  Ο Γιέσουα άφησε το κλαδί χάμω, τίναξε τα χέρια του και σηκώθηκε όρθιος, λίγα δευτερόλεπτα πριν η Μαριάμ βγει στην αυλή. Τον κοίταξε και έπεσε στα γόνατα δακρυσμένη, φιλώντας τα πόδια του. Εκείνος την ανασήκωσε και χάιδεψε το μάγουλο της, χαμογελώντας τρυφερά.
“Μακάριοι αυτοί που θα με πιστέψουν χωρίς να με έχουν δει”, της ψιθύρισε στο αυτί. “Θα ήθελα να δω τον αδελφό σου τώρα”.

6.

  Η Μαριάμ και η Μάρθα είχαν αφήσει τον Ελεάζαρ μόνο του, αφού πρώτα τον έπλυναν και τον καθάρισαν. Δίπλα στο κρεβάτι του άφησαν ένα πιάτο με φρούτα και ζυμωτό ψωμί, τα οποία ο άνδρας δεν άγγιξε. Το μόνο που έκανε, ήταν να σηκώσει το στρώμα του και να το βάλει μπροστά από το παράθυρο, βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι. Όταν ο Γιέσουα μπήκε μέσα, τον βρήκε να κάθεται σε μια γωνιά με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα του, σαν παιδί που είχε ξυπνήσει από έναν ύπνο γεμάτο εφιάλτες.
  Ο δάσκαλος έκατσε απέναντί του και τον κοίταξε. Από το σώμα του Ελεάζαρ αναδιδόταν μια ευωδιά φρούτου και αρωματικών ελαίων. Είχε το βλέμμα του ακόμα καρφωμένο στον τοίχο, αλλά τα μάτια του είχαν αρχίσει να ξεθολώνουν και να παίρνουν ξανά το αρχικό, καφετί τους χρώμα. Οι πληγές του σώματος του ήταν καλυμμένες με καθαρούς επιδέσμους.
“Πως νιώθεις, φίλε μου;” ρώτησε με χαμηλή, καταπραϋντική φωνή ο Γιέσουα. Ο Ελεάζαρ δεν κουνήθηκε.
“Ήσουν στον Άδη τέσσερις μέρες”, συνέχισε ο δάσκαλος, αποφασισμένος να μην φύγει μέχρι να πάρει απαντήσεις στο ερώτημα που τον έκαιγε. “Τι είδες; Ποιους συνάντησες; Μίλησες με τον Ελιγιαχού; Με τον Ενώχ;”
Τίποτα. Ο Ελεάζαρ ήταν τόσο ομιλητικός όσο και μια σκούπα.
“Είδες τον Πατέρα μου; Μίλα μου”, είπε ο Γιέσουα, με εκνευρισμό κι απελπισία να χρωματίζουν τη φωνή του.
  Ο Ελεάζαρ τον κοίταξε ανέκφραστος. Τα μάτια του εστίασαν πάνω του και, για πρώτη φορά, έμοιαζε να αντιλαμβάνεται ότι κάποιος ήταν εκεί, μαζί του. Ο Γιέσουα έκανε μια ακόμα προσπάθεια, τώρα που είχε την προσοχή του άνδρα.
“Τι υπάρχει πέρα από τον θάνατο; Τι είδες, Ελεάζαρ;”
Τον ακούμπησε στο μπράτσο κι ο άνδρας συνοφρυώθηκε. Έπειτα άρχισε να κουνάει το κεφάλι του αρνητικά, πρώτα ανεπαίσθητα κι έπειτα με μανία. Ο Γιέσουα απομακρύνθηκε.
“Θυμήθηκες...”, είπε και μια πολύ ανθρώπινη αίσθηση τύλιξε τα παγωμένα δάχτυλά της γύρω από την καρδιά του. Ο Ελεάζαρ τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και έβγαλε έναν σιγανό, θρηνητικό ήχο από το λαρύγγι του.
“Δεν μπορεί...”, είπε ο δάσκαλος. “Τον νίκησα... νίκησα τον θάνατο... γιατί δεν μου μιλάς, Ελεάζαρ;”
  Αντί για απάντηση ο Ελεάζαρ, που όντως θυμόταν τι είχε δει τις τέσσερις μέρες που βρισκόταν στον Άδη, που είχε γνωρίσει αυτά που κανένας θνητός δεν ήξερε μέχρι τότε, που είχε γίνει μάρτυρας εκείνων που όλοι οι θνητοί (συμπεριλαμβανομένου και του θαυματουργού και διφυή Γιέσουα) φοβούνταν, έσκυψε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του κι έκλαψε.

2 σχόλια:

  1. Μονή "παραφωνία" η λέξη Άδης που παραπέμπει στο ελληνικό δωδεκάθεο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα, Dante. Προσπαθώ πάντα να κάνω έρευνα για τις ιστορίες μου (για παράδειγμα, βρήκα πως το όνομα του Πέτρου ήταν Κηφας, που σημαίνει πέτρα στα εβραικά), αλλά κατανοώ για ποιον λόγο η λέξη Άδης μοιάζει με παραφωνία. Θεώρησα πως, εφόσον η λέξη χρησιμοποιείται μέσα στην Αγία Γραφή (υποθέτω μετά την μετάφραση των Εβδομήκοντα), θα μπορούσα να την προσθέσω. Εξάλλου εδώ ο Άδης έχει την έννοια του τόπου κι όχι του αντίστοιχου θεού. Ευχαριστώ για το σχόλιο σου!

      Διαγραφή