2.8 - Ο Ζυγός

 



Ο Ζυγός


«Σου είχα πει ότι είμαι από πολύ μακριά», μου είπε το κορίτσι.
«Δε φαντάστηκα ότι εννοούσες από άλλο σύμπαν», απάντησα, ακόμα εκνευρισμένος. «Αυτός σε έφερε εδώ;»
        Η Εύα ένευσε καταφατικά.
«Γιατί;»
«Ταξίδευε ανάμεσα στους κόσμους», απάντησε η μικρή, «και μας οδηγούσε. Ήταν ο αρχηγός μας».
«Μας; Δεν ήσουν μόνο εσύ κι αυτός;»
«Όχι, ήταν και τα αδέλφια μου. Ήμασταν πολλά παιδιά. Μας πήγε σε διάφορα μέρη· άλλα ήταν όμορφα, με δέντρα και ζωάκια, κι άλλα ήταν άσχημα, με χώμα και καπνό και τέρατα. Όπως εδώ. Και, σε κάθε μέρος που πηγαίναμε, άφηνε κάποιους από εμάς».
«Σας εγκατέλειπε», είπα με σκληρή φωνή.
«Όχι. Αυτό έπρεπε να κάνει. Μας έλεγε ότι είμαστε καρποί της Δημιουργίας και ότι θα χτίζαμε ξανά τη Γη».

John Smith, Αναπαυτής
Σελ. 302
Εκδόσεις Πηγή, 2017


«Μαλακίες», μου ξέφυγε μέσα από τα δόντια μου.
        Η μικρή συνοφρυώθηκε.
«Μη λες κακές λέξεις», με μάλωσε. «Πάλεψε με τα τέρατα και μάτωσε πολλές φορές και πάντα μας προστάτευε. Τα υπόλοιπα παιδιά τον φώναζαν Φύλακα».
«Κι εσύ;» ρώτησα, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
«Μπαμπά», αποκρίθηκε με το κεφάλι χαμηλωμένο κι έπειτα βιάστηκε να προσθέσει, σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί:
«Το ήξερα ότι δεν ήταν ο μπαμπάς μου, αλλά... ήταν πάντα εκεί».
        Αναστέναξα· καταλάβαινα ελάχιστα από την ιστορία των δυο τους, όμως αντιλαμβανόμουν τον βαθύ δεσμό που μοιράζονταν. Και, παρά την αποτρόπαια εμφάνιση του άνδρα, όφειλα να ομολογήσω πως συμπεριφερόταν στη μικρή με φροντίδα και τρυφερότητα.
«Και τώρα; Θέλεις πραγματικά να τον ακολουθήσεις;»
«Ναι».
«Δεν ξέρει καν πού πρέπει να πάει!»
«Θα βρούμε τον δρόμο μας», αποκρίθηκε εκείνη με σιγουριά.
        Ξεφύσηξα νευριασμένος.
«Η επικράτεια της Δημιουργίας δεν είναι παίξε-γέλασε», την προειδοποίησα. «Δεν ξέρω σε τι κόσμους έχετε ταξιδέψει, όμως είμαι βέβαιος πως δεν έχετε συναντήσει ποτέ κάτι αντίστοιχο».
«Δεν έχει σημασία», μου απάντησε και η φωνή της είχε μια ωριμότητα αταίριαστη με την ηλικία της. «Ξέρω τι πρέπει να κάνω – ό,τι έκαναν και τα αδέλφια μου. Είναι ο μόνος τρόπος».
«Για ποιο πράγμα; Τι μπορεί να είναι τόσο σημαντικό ώστε να τον ακολουθήσεις;»
«Η ισορροπία», είπε απλά. «Τα πάντα στηρίζονται στον Ζυγό».

***

«Ηρέμησες;» με ρώτησε αδιάφορα ο Φύλακας.
«Χρειάζομαι περισσότερες εξηγήσεις», είπα, διατηρώντας την ψυχραιμία μου.
«Δεν έχω χρόνο για ιστορίες».
«Τότε απάντησέ μου συνοπτικά. Δε με νοιάζει η ιστορία της ζωής σου».
        Τα ξεραμένα του χείλη τεντώθηκαν σε έναν μορφασμό, ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει ως χαμόγελο.
«Τι θες να μάθεις;»
«Από πού έρχεστε, πώς βρεθήκατε εδώ και τι σκοπεύεις να κάνεις με την Εύα».
«Μόνο αυτά;»
«Αντί να ειρωνεύεσαι, θα μπορούσες να ξεκινήσεις να μιλάς. Άλλωστε, εσύ δεν είσαι που βιάζεσαι;»
        Ο άνδρας έγνεψε, άνοιξε μια μπύρα ακόμα και τη στράγγισε με μια γουλιά. Ήταν εντυπωσιακό θέαμα και αυτό το έλεγα με πλήρη συνείδηση, έχοντας κάποτε παρακολουθήσει τον Μπακ Τέρνερ, έναν συνάδελφο Χαρτογράφο, να κατεβάζει δώδεκα λίτρα αλκοόλ μέσα σε τρία λεπτά.
«Έρχομαι από έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τον δικό σου, όμως τόσο όμοιο με χιλιάδες άλλους. Στο δικό μου σύμπαν, οι Κοσμικές Θεές ήταν άγνωστες, αν και μηχανορραφούσαν μέσω των αντιπροσώπων τους για να το κυριεύσουν· διότι, βλέπεις, στο Όλον δρουν κι άλλες δυνάμεις πέρα από τη Δημιουργία και την Εντροπία, όπως, για παράδειγμα, η Τάξη και το Χάος. Οι δυνάμεις αυτές δεν είναι ταγμένες σε καμία πλευρά· οι Θεές τις μεταχειρίζονται κατά το δοκούν για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους, όμως δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζονται να υποχωρήσουν ηττημένες. Η Τάξη διατηρεί μια υπάρχουσα κατάσταση, ενώ το Χάος την ανατρέπει. Με παρακολουθείς μέχρι εδώ;»
«Ναι», απάντησα.
«Ωραία. Κάποτε, ο κόσμος μου βρέθηκε αντιμέτωπος με το Χάος. Κι εγώ το πολέμησα, αντιστάθηκα με όλες μου τις δυνάμεις για πολλά χρόνια, πιστεύοντας ότι προστατεύω τους συνανθρώπους μου. Ότι υπερασπίζομαι την Τάξη, που είναι η πηγή κάθε καλού.
        
»Όμως έκανα λάθος. Μέσα στον φανατισμό μου, δεν έβλεπα ότι αυτή η δήθεν Τάξη μάς κρατούσε στάσιμους. Δεν έβλεπα πως οι συνάνθρωποί μου είχαν φτάσει στο τελικό στάδιο ηθικής κατάπτωσης και ήταν πρόθυμοι να σκοτώσουν τα ίδια τους τα παιδιά προκειμένου να επιβιώσουν οι ίδιοι. Τότε το συνειδητοποίησα: το στάτους κβο έπρεπε να αλλάξει. Δε θα υπηρετούσα ένα καθεστώς που εξόντωνε αθώους για να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα».
«Κι έτσι πρόδωσες τον κόσμο σου», είπα επικριτικά.
        Ο Φύλακας ανασήκωσε τους ώμους του.
«Μου ανατέθηκε μια αποστολή», απάντησε χωρίς ίχνος μεταμέλειας στη φωνή του. «Το Όλον κατέρρεε· οι Κοσμικές Θεές αντιμάχονταν λυσσαλέα η μία την άλλη, αδιαφορώντας για το κακό που προξενούσαν. Κάτι έπρεπε να γίνει – και τα παιδιά ήταν το κλειδί για την απαιτούμενη επανεκκίνηση.
        »Έτσι, ανέλαβα την προστασία τους. Εγκαταλείψαμε το σύμπαν μας και περιπλανηθήκαμε σε πολλές άλλες πραγματικότητες – ζωντανές, στατικές, ακόμη και διαγραμμένες. Βαδίσαμε στους Πρωταρχικούς Κόσμους και, σε καθέναν από αυτούς, άφηνα πίσω ένα από τα παιδιά μου, ώστε να μπορέσει να τον επαναφέρει. Αυτά που θα θυσιάζονταν για να σωθεί ένας κόσμος κατάφεραν να σώσουν δεκάδες.
        »Τώρα, η αποστολή μας βρίσκεται ένα βήμα πριν ολοκληρωθεί· απομένουν μόνο οι Μεθοριακοί Τόποι, που ισορροπούν σε λεπτή κλωστή. Η πατρίδα σου είναι το μοναδικό μέρος στο οποίο βρίσκονται ταυτόχρονα και η Δημιουργία και η Εντροπία – κι αν λάβουμε υπόψη ότι θεωρείται ένας από τους Πρωταρχικούς Κόσμους, τότε αντιλαμβάνεσαι πως, αν δεν αποκατασταθεί η πολυπόθητη ισορροπία εδώ, το Όλον θα βυθιστεί ξανά σε ένα ντόμινο καθολικής κατάρρευσης».
        Έμεινε αμίλητος για λίγο, ίσως θέλοντας να με κάνει να αντιληφθώ το μέγεθος του διακυβεύματος. Αν δεν είχα ακούσει ποτέ μου τους θρύλους για το Ινστιτούτο και τις Κοσμικές Θεές και την Αέναη Σύγκρουσή τους, ίσως να συγκατένευα στις τρέλες του μαυροντυμένου άνδρα και να έψαχνα έναν τρόπο να απομακρυνθώ γρήγορα· όμως τα λόγια του επιβεβαίωναν όλες τις ιστορίες με τις οποίες είχα μεγαλώσει.
«Κι εδώ; Πώς ήρθατε στους Μεθοριακούς Τόπους;» τον ρώτησα, ρίχνοντας μια πλάγια ματιά στην Εύα. Στο παιδικό της πρόσωπο ήταν ζωγραφισμένη η νοσταλγία.
        Στα κόκκινα μάτια του Φύλακα χόρεψε η φευγαλέα σκιά περασμένων γεγονότων που δε θα μοιραζόταν ποτέ. Όταν μίλησε, η φωνή του ακούστηκε βραχνή και κουρασμένη.
«Κάποτε βρέθηκα στον κόσμο των Ιδεών, όπου παγιδεύτηκα για ανυπολόγιστο χρόνο. Έπειτα, με κάποιον τρόπο, κατάφερα να δραπετεύσω και ξύπνησα σε μια λευκή, φωτεινή έρημο».

Το Βασίλειο των Σκιών
Σελ. 489
Εκδόσεις Υδροπλάνο, 2022


«Στην επικράτεια της Δημιουργίας;» ρώτησα, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
        Κατένευσε.
«Δεν ξέρω πόσο καιρό απουσίαζα. Μέχρι τότε είχαμε απομείνει μόνο εγώ κι η Εύα, όμως τώρα ήμουν τελείως μόνος μου. Δεν είχα ιδέα πού βρισκόταν, αν και ήμουν σίγουρος πως βαδίζαμε στον ίδιο κόσμο. Αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να τη βρω».
«Κι εσύ;» στράφηκα στη μικρή. «Πού ήσουν όσο έλειπε αυτός;»
«Εδώ», απάντησε απλά, «αλλά ούτε εγώ ξέρω πώς ήρθα. Το μόνο που θυμάμαι είναι μια μεγάλη θάλασσα με παράξενα νερά και διάφορα τέρατα που κρύβονταν σε λάκκους».
«Μάλλον εννοείς τον Στατικό Ωκεανό», είπα. «Είναι ένα από τα διασημότερα αξιοθέατα των Μεθοριακών Τόπων».
«Αργότερα με βρήκε ένα ζευγάρι», συνέχισε η Εύα, «και με πήραν μαζί τους. Έλεγαν ότι θα πηγαίναμε σε μία από τις πόλεις στα βόρεια, στο… Τίβιο; Καλά το λέω;»
«Τιβέριο», τη διόρθωσα.
«Εκεί, ναι. Μου έλεγαν ότι θα έφτιαχναν χαρτιά για μένα, πως θα ήταν πλέον οι γονείς μου».
        Ο Φύλακας ρουθούνισε.
«Εγώ, όμως, αυτό που ήθελα ήταν να σε βρω», είπε η μικρή κοιτάζοντάς τον. «Για να τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε».
«Αυτό το ζευγάρι που λες αιχμαλωτίστηκε από εκείνη τη συμμορία;» τη ρώτησα.
        Η Εύα έγνεψε.
«Ταξιδεύαμε πολλοί μαζί για ασφάλεια. Όμως, τελικά, δεν είχε καμία σημασία», είπε αναστενάζοντας.
«Είναι όλοι νεκροί», ενημέρωσα τον Φύλακα.
«Το ξέρω», γρύλισε εκείνος. «Το ίδιο και η συμμορία».
        Δεν έδειξα την έκπληξή μου ούτε ζήτησα περισσότερες λεπτομέρειες· άλλωστε, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήθελα να μάθω τι είδους πλάσμα ήταν πραγματικά ο μαυροντυμένος άνδρας και τι ήταν ικανός να κάνει.
«Άρα θα συνεχίσετε τον δρόμο σας;» ρώτησα. «Θα μπείτε στ’ αλήθεια στο βασίλειο της Δημιουργίας;»
«Ναι», απάντησε με αυτοπεποίθηση ο Φύλακας. «Εγώ, όμως, είμαι απλώς ένας συνοδός – η Εύα είναι αυτή που μπορεί να διορθώσει τον κόσμο σου. Διότι είναι η μόνη που υπηρετεί την τρίτη κοσμική δύναμη, εκείνη που δε φαίνεται παρά μόνο όταν χαθεί».
        Τον κοίταξα μπερδεμένος.
«Δες εκεί», μου είπε και έδειξε προς τον βόρειο ορίζοντα, εκεί που το φως και το σκοτάδι συναντιούνταν, γεννώντας το λυκόφως των Μεθοριακών Τόπων. «Ξέρεις από πού προέρχεται αυτό το ημίφως; Δε σχηματίζεται από την επιρροή της Εντροπίας και της Δημιουργίας, γιατί, όταν οι δύο Θεές συναντιούνται, δε σμίγουν· πολεμούν, προσπαθώντας να επιβληθούν η μία στην άλλη. Αν δεν υπήρχε η Γραμμή, το μοναδικό σημείο του κόσμου σου που βρίσκεται σε αυτή την ασταθή ισορροπία, η κυριαρχία της καθεμιάς θα σταματούσε απότομα στα σύνορα της επικράτειάς της: με ένα βήμα μπροστά θα λουζόσουν στο φως, με ένα βήμα πίσω θα πνιγόσουν στο σκοτάδι.
        »Οι θρύλοι σας μιλάνε για το Κοσμικό Κύτταρο και τη διαίρεσή του, ωστόσο αυτό είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Τα δέκα Πρωταρχικά Σύμπαντα το περιβάλλουν, καθώς εκπορεύονται από αυτό – ακουμπούν κυριολεκτικά στο κέντρο του Όλου, εκεί απ’ όπου πηγάζουν τα πάντα. Το φως που βλέπεις, λοιπόν, προέρχεται από αυτή την πηγή· είναι η τρίτη Κοσμική Οντότητα, μια άγνωστη δύναμη που ονομάζεται Ζυγός και εκπροσωπεί την ισορροπία. Δεν είναι φως, ούτε σκοτάδι· δεν είναι λευκό ούτε μαύρο. Ο Ζυγός επιθυμεί την αρμονία και τη συμμετρία, γι’ αυτό και, όταν η πανίσχυρη Δημιουργία άρχισε να δρα ανεξέλεγκτα, διέκρινε την ανάγκη να σχηματιστεί μια αντίρροπη δύναμη για να την ανακόψει. Αυτό που δεν μπορούσε να προβλέψει, όμως, ήταν ότι οι Κοσμικές Θεές ήταν αδύνατον να λογικευτούν. Το ένστικτό τους ήταν εντυπωμένο στη φύση τους και αδυνατούσαν να το χαλιναγωγήσουν· κι έτσι ξεκίνησε η Αέναη Σύγκρουση, στην προσπάθειά τους να επιβληθεί η μία στην άλλη».
«Δεν έχω ακούσει ποτέ μου για κάποιον Ζυγό», μουρμούρισα, όσο προσπαθούσα να χωνέψω τα λόγια του.
«Όπως σου είπα, η ύπαρξή του αποκαλύπτεται μόλις πάψει να υπάρχει».
«Σαν το μπάσο σε ένα συγκρότημα», έκανα την αποτυχημένη αναλογία. «Όταν σταματήσει να παίζει, τότε καταλαβαίνουν όλοι πως κάτι λείπει».
        Αυτή τη φορά η γκριμάτσα του Φύλακα έμοιαζε περισσότερο με χαμόγελο. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει από τις τόσες πληροφορίες. Είχα ένα σωρό ερωτήσεις, όμως κανέναν τρόπο να τις βάλω στη σωστή σειρά.
«Ωραία», είπα αργά, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Ας πούμε ότι τα πιστεύω όλα αυτά – στην τελική, ζω σε έναν κόσμο όπου βρέχει κύβους και κυκλοφορούν άνθρωποι χωρίς εγκέφαλο. Όμως, μου είπες ότι ταξιδεύετε πολύ καιρό και υποθέτω πως η αποκατάσταση τόσων συμπάντων απαιτεί χρόνο. Η Εύα πώς παραμένει στην ίδια ηλικία;»
        Ο Φύλακας την κοίταξε με στοργή και κρυφή υπερηφάνεια.
«Ο κόσμος βλέπει ένα κορίτσι στο πρόσωπό της, όμως η Εύα είναι μία από τις εκδηλώσεις του Ζυγού. Είναι ένα Αστρόπαιδο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου