2.3 - Η Συμπόνια Είναι ένα Χωριό στο Πουθενά

 


3.

Η Συμπόνια Είναι ένα Χωριό στο Πουθενά


        Η γυναίκα έγλειψε τα ξεραμένα της χείλη και εστίασε το βλέμμα της στο σύννεφο σκόνης που είχε σηκωθεί στα νότια. Η πληγή σε σχήμα σταυρού, στο μέσον του προσώπου της, είχε μολυνθεί και κιτρινωπό πύον κυλούσε σε πηχτά ρυάκια, όμως δεν την ένοιαζε· το μόνο που είχε σημασία ήταν εκείνο το νέφος που υποδείκνυε πως κάποιο όχημα πλησίαζε την περιοχή τους με μεγάλη ταχύτητα.
        Δεν ήταν η μόνη που το είχε εντοπίσει – κάποιος είχε σημάνει συναγερμό και τώρα οι Αναρτητές έτρεχαν στις κρυψώνες τους, με ρόπαλα και ακονισμένες ματσέτες στα χέρια τους. Δύο συμμορίτες έστρωσαν λωρίδες με καρφιά στην άσφαλτο και χάθηκαν ξανά πίσω από τα βράχια.
        Ένα μαύρο Κομόρρα Ραθ V8 του ’67 εμφανίστηκε στον ορίζοντα κι οι θρησκόληπτοι έσφιξαν τα όπλα τους, ερεθισμένοι και μόνο στη σκέψη ότι σύντομα θα ανέβαζαν έναν ακόμα περαστικό στον σταυρό. Προς μεγάλη τους απογοήτευση, το βαρύ αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα καθώς πλησίαζε τους πασσάλους και ακινητοποιήθηκε πλήρως δίπλα στα συντρίμμια του πιο πρόσφατου δυστυχήματος.
        Κανείς δε βγήκε από μέσα. Καθώς η ώρα περνούσε, οι Αναρτητές έγιναν ανυπόμονοι.
«Να επιτεθούμε, Θείε;» ρώτησε ένας νεαρός με μαύρα δόντια και κακοφορμισμένες πληγές σε όλο του το κορμί.
        Ο Θείος, ένας ηλικιωμένος άντρας με δεκάδες χαρακιές στο πρόσωπο, δεν απάντησε. Τα μάτια του, θολά από τη φωτοδιάβρωση, ήταν καρφωμένα στο όχημα, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα περισσότερο από σκιές. Ωστόσο, όλοι κρέμονταν από τα χείλη του – η εξασθενημένη του όραση αντισταθμιζόταν από τις υπόλοιπες υπεραναπτυγμένες αισθήσεις του.
        Το όνομά του είχε χαθεί στον χρόνο, όπως και η προηγούμενη ζωή του. Ήταν ο αρχαιότερος ανάμεσά τους, ένας Φωτεινός από το Σαβάγο που κάποτε είχε τη μοιραία έμπνευση να επισκεφθεί τους Σάρκινους Λόφους. Αυτό που αντίκρισε εκεί αφάνισε κάθε ψήγμα λογικής του. Κι έτσι, μέσα σε έναν κόσμο τόσο παρανοϊκό, στράφηκε στην αντίπαλη δύναμη – όχι για να την ενισχύσει με τις πράξεις του, αλλά για να επιβάλει την ισορροπία με όποιον τρόπο μπορούσε, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να καταφύγει σε μερικές από τις πιο διεστραμμένες μεθόδους που μπορούσε να φανταστεί.
«Να ορμήσουμε τώρα;» επέμεινε ο νεαρός Αναρτητής κι ο διπλανός του, ένας χοντρός μεσήλικας με μακριά γκρίζα γένια, του έριξε μια δυνατή σφαλιάρα στον σβέρκο, λέγοντάς του να βγάλει τον σκασμό.
        Ο γέρος οσμίστηκε τον αέρα και γρύλισε· λίγες στιγμές μετά, το Κομόρρα κινήθηκε ξανά, αργά και απειλητικά, καλύπτοντας τη μικρή απόσταση που το χώριζε από τις κρυψώνες των συμμοριτών.
«Δε θα πατήσει τα καρφιά», είπε ο τύπος με τα γένια. «Θα τα δει από μακριά».
«Να επιτεθούμε, τότε», ξέφυγε του νεαρού με τη χαλασμένη οδοντοστοιχία.
«Ετοιμαστείτε», διέταξε ο Θείος. Η φωνή του ήταν βραχνή και σπηλαιώδης, σαν μέσα του να κατοικούσε κάποια απόκοσμη οντότητα. «Ένας είναι. Χτυπήστε τον όταν πλησιάσει».

***

        Όταν όρμησαν οι πρώτοι Αναρτητές, το μαύρο αυτοκίνητο δε σταμάτησε· αντιθέτως, αύξησε την ταχύτητά του, χτύπησε έναν από αυτούς, εκτοξεύοντάς τον στην άκρη της Γραμμής, κι έπειτα μπήκε στο αντίθετο ρεύμα. Οι συμμορίτες το ακολούθησαν αλαλάζοντας και κραδαίνοντας δόρατα και ξύλα, όμως ο άγνωστος οδηγός του τράβηξε χειρόφρενο κι έκοψε βίαια το τιμόνι δεξιά. Το Κομόρρα πλαγιολίσθησε, με τις ρόδες του να αφήνουν ένα μαύρο ημικύκλιο στην άσφαλτο, και επανήλθε με τη μούρη του αντικριστά από τους θρησκόληπτους, που δίστασαν για μια στιγμή. Το όχημα γκάζωσε ξανά, χωρίς να τους αφήσει χρόνο να αντιδράσουν, και η οσμή καμένου λάστιχου αιωρήθηκε στον αέρα· έπειτα, το βαρύ τετράτροχο έπεσε πάνω τους συντρίβοντάς τους.
        Με ουρλιαχτά και ιαχές, οι υπόλοιποι Αναρτητές ξεπήδησαν από τις θέσεις τους, εκσφενδονίζοντας ακόντια και πέτρες. Το παρμπρίζ του Κομόρρα ράγισε, ένα δόρυ έγδαρε το καπό, ένα τσεκούρι καρφώθηκε στον προφυλακτήρα· και τελικά το μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε. Οι θρησκόληπτοι ούρλιαξαν από χαρά.
        Η πόρτα άνοιξε και, όταν ο οδηγός του πάτησε στην άσφαλτο, ο Θείος οσμίστηκε ξανά τον αέρα. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει, είχε γίνει πιο πυκνή, σαν ο νεοφερμένος να κουβαλούσε μαζί του το περιβάλλον ενός άλλου κόσμου. Ο γέρος γούρλωσε τα μισότυφλα μάτια του και έκρωξε μια διαταγή που όμως δεν άκουσε κανένας.
        Το ένστικτό του δεν έπεφτε έξω – και τώρα του έλεγε πως είχε κάνει ένα τρομερό λάθος.

***

        Όσοι βρίσκονταν πιο κοντά στο όχημα πρόλαβαν να διακρίνουν μια φιγούρα με μαύρη καμπαρντίνα και καπέλο, προτού πέσουν νεκροί με μια σφαίρα στο χαρακωμένο τους πρόσωπο. Οι υπόλοιποι, ξαναμμένοι από την προσδοκία της εκτέλεσης, συνέχισαν να ορμούν κατά κύματα· τρεις έπεσαν πάνω του και προσπάθησαν να τον ρίξουν στο έδαφος, όμως ο άγνωστος δε μετακινήθηκε ούτε βήμα. Έβαλε το όπλο στη θήκη του και απελευθέρωσε το δεξί του χέρι από το πανωφόρι του, μια γαμψώνυχη αρπάγη που θύμιζε άκρο Μεταπλασμένου του Απώτερου Νότου. Οι Αναρτητές αμφιταλαντεύτηκαν προς στιγμήν, όμως η αριθμητική τους υπεροχή τους έδωσε θάρρος.
        Η αισιοδοξία τους δεν είχε βάση – ο άγνωστος γράπωσε τον πρώτο και, με μια απότομη κίνηση, του έσπασε τον αυχένα. Έσκισε τον λαιμό του επόμενου και γρονθοκόπησε τον τελευταίο, τσακίζοντας με τα διαστρεβλωμένα του δάχτυλα το πρόσωπό του. Ακόμα περισσότεροι χίμηξαν πάνω του, τον χτύπησαν, τον έκοψαν, τον δάγκωσαν· σαν πεινασμένα κογιότ διεκδίκησαν το μερίδιό τους από το κορμί του μαυροφορεμένου άνδρα. Εκείνος απάντησε κόβοντας λαιμούς, συντρίβοντας ραχοκοκαλιές και ξεριζώνοντας μύτες, μάτια και σαγόνια με το παραμορφωμένο του χέρι, έως ότου από το πρώτο κύμα Αναρτητών δεν είχε απομείνει κανένας αξιόμαχος. Όταν έπεσε και ο τελευταίος, ο άγνωστος έστρεψε το κεφάλι του προς τους εναπομείναντες συμμορίτες που κοκάλωσαν στις θέσεις τους.
        Κάτω από τη σκιά του καπέλου του, ξεχώριζαν δύο κατακόκκινα μάτια. Ο νεαρός Αναρτητής, που λίγο νωρίτερα βιαζόταν να επιτεθούν, ένιωσε ένα ζεστό ρυάκι να κυλάει στα πόδια του και η καρδιά του πετάρισε· αυτό το πλάσμα που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής ήταν χειρότερο και από τις δύο Κοσμικές Θεές. Οι αποδείξεις κείτονταν στα πόδια του.
        Ο μουσάτος δίπλα του έκανε ένα βήμα μπροστά, κραδαίνοντας ένα τσεκούρι.
«Άντε, τι περιμένετε;» μούγκρισε.
        Κανείς δεν τον ακολούθησε· ο χοντρός έριξε μια περιφρονητική ματιά στους συντρόφους του, έφτυσε στην άσφαλτο και στάθηκε απέναντι από τον μαυροφορεμένο άγνωστο.
«Έκανες λάθος που σταμάτησες εδώ, μαλάκα», είπε. «Εδώ είναι η περιοχή μας κι όποιος περνάει πρέπει να πληρώσει διόδια».
        Ο οδηγός δεν απάντησε, παρά μόνο συνέχισε να παρατηρεί τον συμμορίτη. Για μια στιγμή το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ρόγχος των ετοιμοθάνατων. Ο Αναρτητής, νιώθοντας άβολα με τη σιωπή του αντιπάλου του, έγινε πιο επιθετικός.
«Ξέρεις ποιοι είμαστε; Ακόμα και η Περίπολος φοβάται να εμφανιστεί σε αυτά τα μέρη. Έχουμε σταυρώσει χειρότερους από σένα».
«Δεν έχετε γνωρίσει ποτέ κάποιον σαν εμένα», αποκρίθηκε ο άνδρας με βαθιά, απόκοσμη φωνή και, τραβώντας το όπλο του, τον πυροβόλησε στο στόμα.
        Ο Αναρτητής άφησε έναν λυγμό και έπεσε στα γόνατα· έφερε τα χέρια στο στόμα, ψηλαφώντας σπασμένα δόντια και τα υπολείμματα της γλώσσας του. Από τον ουρανίσκο του δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα, ενώ στη χάσκουσα πληγή του σβέρκου του ένιωθε την κόκκινη άμμο να χορεύει. Από τον λάρυγγά του ανέβλυσε ένα υγρό γουργουρητό κι ύστερα σωριάστηκε με τα μούτρα στην άσφαλτο.
        Σιωπή επικράτησε στις γραμμές των συμμοριτών· όποια έξαψη είχε απομείνει μετά τη σφαγή των συντρόφων τους είχε πια σβήσει και τώρα στέκονταν αμήχανοι, προσπαθώντας να περάσουν απαρατήρητοι. Ο νεαρός με τα μαύρα δόντια ήταν ο πρώτος που έσπασε· με μια πανικόβλητη κραυγή, το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας πίσω του τη χαρακτηριστική μυρωδιά ανεξέλεγκτων πορδών. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν με τον ίδιο ζήλο.
        Ο μαυροφορεμένος άνδρας θηκάρωσε ξανά το όπλο του, έριξε μια ματιά στα διάσπαρτα πτώματα γύρω του και κατευθύνθηκε προς το δάσος των ξύλινων σταυρών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου