Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Από τη μία, οι νοσηρές, ετοιμοθάνατες περιοχές του σκότους· από την άλλη, η εκτυφλωτική, αειγενής επικράτεια του φωτός.
Και στη μέση, εγώ και η Ρόζι.
Μαζί διασχίζουμε τη μεθοριακή οδό που είναι γνωστή ως Γραμμή: ένας δρόμος δύο λωρίδων, με μήκος τριών χιλιάδων χιλιομέτρων, που διατρέχει τη Σικάρια από τον νότο έως τον βορρά. Κόκκινη έρημος απλώνεται δεξιά κι αριστερά, με λίγα καχεκτικά δέντρα να ξεφυτρώνουν από το στέρφο χώμα. Σε κάποια σημεία η οδός σχηματίζει καμπύλες ή διχάλες, μέσα στις οποίες φωλιάζουν οι πόλεις μας.
Στη Σικάρια οι μέρες είναι παρόμοιες: η Γραμμή είναι βυθισμένη σε ένα αιώνιο λυκόφως, ενώ επικρατούν πάντα οι ίδιες καιρικές συνθήκες – μια ευχάριστη δροσιά που σε ξεγελάει, αρκετά ώστε να θες να οδηγήσεις με ανοιχτό παράθυρο. Μεγάλο λάθος· δεν ξέρεις ποτέ αν στο επόμενο χιλιόμετρο θα πνιγείς σε ένα σύννεφο στάχτης, θα εισπνεύσεις κάποιον αερομεταφερόμενο μύκητα ή θα ορμήσει στην καμπίνα κάποιο πλάσμα απροσδιόριστης μορφής και ακατανόητης φύσης. Μερικές φορές, οι πενήντα τόνοι της Ρόζι τραντάζονται από δυνατές αμμοθύελλες, όμως το κορίτσι μου αντέχει. Κάποιες άλλες, μεγάλα ρήγματα εμφανίζονται στη θρυμματισμένη άσφαλτο, και τότε πρέπει να αποδείξω τις οδηγικές μου ικανότητες προκειμένου να τα αποφύγουμε. Κάθε ταξίδι κρύβει εκπλήξεις και ποτέ δεν μπορείς να είσαι πλήρως προετοιμασμένος για το τι θα συναντήσεις.
Κάποτε υπήρχαν πολλοί σαν εμένα· οδηγούσαν φορτηγά και τρένα που μετέφεραν μια πλειάδα προϊόντων στις πόλεις ή μικρότερα οχήματα που αναλάμβαναν σύντομες αποστολές στις αντιμαχόμενες περιοχές. Πλέον έχουμε απομείνει ελάχιστοι – συναντώ ολοένα και λιγότερους Χαρτογράφους σε κάθε μου ταξίδι. Οι δρόμοι είναι πιο έρημοι από ποτέ, τα προϊόντα ελαττώνονται και οι πόλεις χάνονται σιωπηλά κάτω από την άμμο. Νομίζω πως είναι θέμα χρόνου ο κόσμος μου, αυτός που αποκαλούμε Μεθοριακοί Τόποι, να χαθεί στη λήθη.
Και αιτία θα είναι αυτή η καταραμένη διαμάχη μεταξύ των Θεών.
Θυμάμαι ελάχιστα τους γονείς μου· ο πατέρας μου έλειπε συχνά από το σπίτι, κάνοντας δρομολόγια με την Μπέτσι, την επικαθήμενη νταλίκα που είχε κληρονομήσει από τον δικό του πατέρα, έτσι δεν έχω πολλές αναμνήσεις του. Χάθηκε το ’98, στο Συμβάν της Καλίσια, μαζί με την υπόλοιπη πόλη. Στα σαράντα χρόνια της ύπαρξής μου, δεν έχω τολμήσει να ταξιδέψω στη συγκεκριμένη περιοχή, παρ’ όλο που έχω βρεθεί σε χειρότερα μέρη. Εξάλλου, δεν υπάρχει και τίποτα να επισκεφτώ – οι Πορφυροί Πρισματικοί φρόντισαν να καταβροχθίσουν όλη την έκταση, αφήνοντας πίσω τους ένα παράλογο κενό.
Από τη μητέρα μου έχω περισσότερες αναμνήσεις. Ήταν μια δυναμική, αυστηρή γυναίκα που χαμογελούσε ελάχιστα και εξασκούνταν συχνά στη ρίψη οικιακών αντικειμένων επί κινούμενου στόχου κάθε φορά που έκανα σκανταλιές. Τότε νευρίαζα, φώναζα πως δε θέλω να την ξαναδώ και ορκιζόμουν πως θα φύγω από το σπίτι με την πρώτη ευκαιρία· τώρα, θα έδινα τα πάντα για να την αγκάλιαζα μια ακόμα φορά. Το να πρέπει να επιβιώσεις μαζί με το παιδί σου σε έναν καταδικασμένο κόσμο είναι εξαντλητικό. Την έχασα λίγο μετά την εφηβεία μου, από σαρκοδεσία· δεν κατάφερα καν να την αποχαιρετήσω, μιας και οι ασθενείς απομονώνονταν και αποτεφρώνονταν αμέσως μετά τον θάνατό τους.
Όμως οι μνήμες που φυλάω σαν θησαυρό ανήκουν στον παππού μου, τον πατέρα της μάνας μου. Τα βράδια (αυτό σήμαινε λίγο πριν πέσουμε για ύπνο, καθώς στους Μεθοριακούς Τόπους τέτοιες έννοιες ανήκουν στο μακρινό παρελθόν) μου διηγούνταν ιστορίες από την παιδική του ηλικία – από μια εποχή που ο ουρανός ήταν γαλάζιος, τα κύματα του ωκεανού έσκαγαν στα βράχια, η Σικάρια ήταν καταπράσινη και η εναλλαγή ημέρας και νύχτας ήταν μια παγκόσμια σταθερά πάνω στην οποία βασιζόταν όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα. Όταν μιλούσε γι' αυτά, τα μάτια του έλαμπαν και, αφού καληνυχτιζόμασταν, πάντα ξάπλωνε μελαγχολικός.
Ο παππούς είχε ένα χιλιοφθαρμένο τετράδιο, στο οποίο σημείωνε όλα τα δρομολόγια που είχε κάνει, καθώς και κάθε παλιό περιστατικό που του ερχόταν στο μυαλό· σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ήθελε να καταγράψει όσα περισσότερα θυμόταν από έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια, ως δώρο για μένα. Αφότου πέθανε (έφυγε από ανακοπή στον ύπνο του, μια μοίρα που οι παλιοί έλεγαν ότι προοριζόταν για τους δίκαιους και καλούς ανθρώπους) και άνοιξα το περίφημο σημειωματάριο για να το διαβάσω, η πρώτη καταγεγραμμένη του ανάμνηση ήταν η γέννησή μου.
Κάποια στιγμή σκέφτηκα κι εγώ να συμπληρώσω τις υπόλοιπες σελίδες με τις δικές μου μνήμες. Δεν το έκανα ποτέ – έτσι κι αλλιώς, οι εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στον νου μου δεν είναι τίποτα περισσότερο από αποσπασματικές σκηνές της στερνής γενιάς της ανθρωπότητας· δε διαθέτουν καμία ομορφιά, καμία νοσταλγία. Επιπλέον, δεν είμαι τόσο αιθεροβάμων ώστε να πιστεύω πως θα κληροδοτήσω το τετράδιο στον γιο ή την κόρη μου.
Και μόνο η σκέψη απογόνων με ανατριχιάζει, ειδικά αφότου είδα τι γεννιέται πλέον στους Μεθοριακούς Τόπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου