2.1 - Η Καλοσύνη των Οδοιπόρων

 



ΜΕΡΟΣ 2

Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ


1.

Η Καλοσύνη των Οδοιπόρων


        Η διαδρομή μου προς την Αρκαδία ήταν παραδόξως ήσυχη, χωρίς απρόοπτα. Σε πολλά σημεία εκατέρωθεν της Γραμμής υπήρχαν εστίες φωτιάς, ενώ για αρκετά χιλιόμετρα, από το 210 έως το 250, είδα οχήματα της Π.Α. αραγμένα στην άκρη του δρόμου, με τα πληρώματά τους σε επιφυλακή. Το τελευταίο μού έκανε εντύπωση.
        Ο ασύρματος, μόνιμα συντονισμένος στο κανάλι 19, αποτελούσε ταυτόχρονα παρέα, δίαυλο επικοινωνίας και πηγή ενημέρωσης, έτσι άνοιξα το CB ελπίζοντας να μάθω τον λόγο που η μισή περίπολος είχε βγει έξω. Δεν απογοητεύτηκα: η Μπιγκ Μπέτυ, που εκείνη τη στιγμή έκανε το συνηθισμένο της δρομολόγιο Σιέλο Ρόχο-Ταρτησσός με το Αλτάιρα Φλαξ της, έλεγε πως ολόκληροι καταυλισμοί Ρακοσυλλεκτών είχαν αφανιστεί μετά από οργανωμένες επιδρομές της Π.Α.· ο Ράντι Λόνγκροντ από το Τάιταν Μάγκνους του, το ογδόντα τόνων μεγαθήριο με το οποίο αναλάμβανε τη μακρύτερη διαδρομή Φουένχο-Πομάριο, υπερθεμάτιζε αναφέροντας πως υπήρχαν αντίστοιχες επιχειρήσεις στην Κεντρική Περιοχή· κι ένα σωρό άλλοι, συνάδελφοι Χαρτογράφοι που διέσχιζαν τη Σικάρια μεταφέροντας προϊόντα με κίνδυνο της ζωής τους, συνεισέφεραν με τις δικές τους πληροφορίες, είτε αυτές ήταν φήμες είτε επιβεβαιωμένα γεγονότα. Η Π.Α. είχε εξαπολύσει κυνήγι κατά των συμμοριών που λυμαίνονταν τη Γραμμή. Αν αυτό ήταν αποτέλεσμα της επίθεσης που είχα δεχτεί ή απλώς σύμπτωση, δεν το ξέραμε.
        Όποιος και να ήταν ο λόγος, ήταν καλοδεχούμενος. Συνέχισα το ταξίδι μου απρόσκοπτα και, μάλιστα, μετά από δέκα ώρες συνεχόμενης οδήγησης, ένιωθα τόσο ασφαλής που άραξα τη Ρόζι σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ και κοιμήθηκα για πέντε ολόκληρες ώρες. Ξύπνησα μόνο όταν το έδαφος άρχισε να τραντάζεται· κάποια χιλιόμετρα μακριά μου, εκεί που ξεκινούσε η θαμπερή γη της Δημιουργίας, μια τεράστια σάρκινη απόληξη ξεφύτρωσε από το χώμα και υψώθηκε περήφανη, σαν να επόπτευε την περιοχή. Έβαλα μπροστά και απομακρύνθηκα γρήγορα, αφού πρώτα ανακοίνωσα στο CB πως στο 440 η επιρροή της Φωτεινής Θεάς εξαπλωνόταν.

***

        Ογδόντα χιλιόμετρα μετά συνάντησα έναν Πορφυρό Πρισματικό. Ευτυχώς ήταν σε αρκετά μακρινή απόσταση ώστε να μη διατρέχω κανέναν κίνδυνο, παρ’ όλα αυτά πάρκαρα και κατέβηκα να παρακολουθήσω το μεγαλειώδες θέαμα της οντότητας καθώς εξαφάνιζε μια έκταση.
        Το σκοτάδι στην επικράτεια της Εντροπίας ήταν βαθύτερο από κάθε νύχτα που μου είχε περιγράψει ο παππούς μου· ένα απόλυτο μαύρο που έμοιαζε ζωντανό, σαν να ήταν έτοιμο να καταβροχθίσει όποιον τύχαινε να το πλησιάσει – και, απ’ όσο ξέραμε, κάτι τέτοιο συνέβαινε. Τώρα όμως, ένα κοκκινωπό σελάγισμα έσπαγε το έρεβος που κυριαρχούσε μόνιμα στη δύση. Στο άμαθο μάτι έμοιαζε με μακρινή καταιγίδα που ξεσπούσε την οργή της στην άνυδρη γη, όμως εγώ γνώριζα τι συνέβαινε στην πραγματικότητα.
        Βρήκα τα κιάλια μου, εστίασα προς το κόκκινο απαύγασμα και η ανάσα μου κόπηκε: το ον, ένα αχανές εμβαδόν καμωμένο από άλικα πρίσματα που μετακινούνταν αέναα, σάρωνε τους νεκρούς τόπους της Εντροπίας. Στη θέα του, ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε και κρύος ιδρώτας με έλουσε.
        Οι Πορφυροί Πρισματικοί ήταν ο λόγος που το μεγαλύτερο μέρος της Τέρα Σελέστε είχε χαθεί· αυτές οι παλλόμενες οντότητες, πολυεδρικής μορφολογίας και άγνωστης σύστασης, κατανάλωναν χερσαίες και υδάτινες εκτάσεις, αφήνοντας στη θέση τους το κενό. Αν κάποιος μπορούσε να παρατηρήσει τον κόσμο μας από ψηλά, δε θα αντίκριζε έναν πλανήτη, αλλά τα μισοφαγωμένα υπολείμματά του. Μια τέτοια κοσμική παραδοξότητα είχε καταβροχθίσει την Καλίσια και τον πατέρα μου· το να παρακολουθώ ένα του είδους του εν δράσει έκανε όλο μου το κορμί να ριγεί από δέος.
        Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα έναν Πρισματικό και τη φρικιαστική του μεγαλοπρέπεια με τόση λεπτομέρεια. Ωστόσο, σύμφωνα με την τελευταία μελέτη που εξέδωσε το Ινστιτούτο (προτού σκεπαστεί από μια μάζα σάρκας, φυτικού ιστού και κυτταροπλάσματος) δεν είναι οι μόνες οντότητες που διαγράφουν τμήματα των κόσμων: υπάρχει επίσης η Αιώνια Νύχτα, που καταβροχθίζει όχι μόνο χωρικά αλλά και χρονικά κομμάτια του σύμπαντος, καθώς και οι Εντροπικές Μοναδικότητες, οι οποίες εξαφανίζουν ολόκληρες πραγματικότητες μαζί με το παρελθόν τους και κάθε πιθανή μελλοντική εκδοχή τους.
        Ναι, το ξέρω – από κάποιο σημείο και μετά όλα αυτά ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ να μην τα σκέφτομαι.

***

        Στο 560ό χιλιόμετρο διέκρινα στα δεξιά μου την Κοιλάδα των Σταυρωμένων, το ορόσημο που δήλωνε πως πλησίαζα στην Κεντρική Περιοχή. Είχα καλύψει λίγο παραπάνω από τη μισή απόσταση μέχρι τον προορισμό μου και όλα έδειχναν πως θα ήμουν στην ώρα μου. Έκοψα ταχύτητα, έβαλα δυνατά μουσική και, καθώς περνούσα από μπροστά τους, παρατηρούσα τους χιλιάδες ξύλινους πάσσαλους. Σε κάθε έναν ήταν καρφωμένο κι από ένα κουφάρι, ένας άνθρωπος που είχε την ατυχία να πέσει στα χέρια των Αναρτητών· οι σειρές απλώνονταν στην έρημο ώσπου το κόκκινο της γης ξεθώριαζε σε ρόδινο κι έπειτα σε λευκό λουσμένο στη λάμψη της Δημιουργίας, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τα άμοιρα θύματα πορεύονταν προς έναν γαλήνιο παράδεισο. Στις άκρες του δρόμου υπήρχαν τεράστιες στοίβες από σκουριασμένες λαμαρίνες και σκασμένα ελαστικά, τα υπολείμματα των οχημάτων που οδηγούσαν κάποτε οι σταυρωμένοι, σε μια εμφατική επίδειξη της κυριαρχίας των Αναρτητών. Η Π.Α. δεν πατούσε το πόδι της εδώ – οι συμμορίτες ήταν πρώην Φωτεινοί που αποτρελάθηκαν όταν είδαν την ισχύ της Δημιουργίας. Ο μοναδικός τους σκοπός πια ήταν να θυσιάζουν όσους περνούσαν από την περιοχή τους, πιστεύοντας ότι ήταν οι φύλακες της ισορροπίας και αγνοώντας το γεγονός ότι, μόλις μερικά χιλιόμετρα δυτικά τους, η Εντροπία έπραττε όπως ακριβώς η αδελφή Της, αποσταθεροποιώντας τον κόσμο μας.
        Λίγο παρακάτω αντίκρισα μια καραμπόλα τεσσάρων αυτοκινήτων που κάλυπτε όλη τη δεξιά λωρίδα της Γραμμής. Ένας από τους οδηγούς βρισκόταν ο μισός έξω από το παρμπρίζ με το κεφάλι του μια ματωμένη μάζα, ένας επιβάτης είχε εκτοξευτεί δέκα μέτρα μακριά. Ένα κομμένο πόδι κειτόταν πάνω στη διαχωριστική γραμμή. Η άσφαλτος ήταν γεμάτη λασπωμένο αίμα.
        Προσπέρασα το δυστύχημα χωρίς να σταματήσω, ανακοίνωσα στο CB το χιλιόμετρο και το περιστατικό ώστε οι διερχόμενοι Χαρτογράφοι να έχουν τον νου τους και συνέχισα τον δρόμο μου· ωστόσο, ούτε διακόσια μέτρα μετά ήρθα αντιμέτωπος με τους Αναρτητές επί το έργον.
        Ήταν καμιά εικοσαριά από δαύτους κι εκείνη τη στιγμή ήταν απασχολημένοι με το να ανεβάζουν στον ξύλινο πάσσαλο μια ηλικιωμένη γυναίκα που χτυπιόταν και ούρλιαζε. Οι εκτελεστές της ζητωκραύγαζαν και χοροπηδούσαν ενθουσιασμένοι, καθώς ένας γιγαντόσωμος άντρας, με το γυμνό του κορμί γεμάτο βαθιές χαρακιές, διαπερνούσε τους καρπούς του θύματός του με μεγάλα καρφιά. Κάποιοι έστρεψαν τα βλέμματά τους προς το μέρος μου, εξημμένοι από το μουγκρητό της Ρόζι, και εκτόξευσαν άναρθρες κραυγές. Οι μορφές τους ήταν παραμορφωμένες· ένας μεγάλος σταυρός από την κορυφή του κεφαλιού ως το σαγόνι κι από το δεξί έως το αριστερό μάγουλο, διαχώριζε το πρόσωπό τους σε τέσσερα κομμάτια – μια φρικτή πληγή που οι ίδιοι είχαν προκαλέσει στους εαυτούς τους.
        «Τι παράλογος κόσμος», συλλογίστηκα θλιμμένα και δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα παρόμοια σκέψη.
        Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή θα συνέχιζα τον δρόμο μου χωρίς να εμπλακώ. Νομίζω πως αυτό ήταν το αποκορύφωμα της παρακμής που βασίλευε στους Μεθοριακούς Τόπους: όχι τα ατιμώρητα εγκλήματα ούτε οι νοσηρές πράξεις, αλλά αυτό το αίσθημα παραίτησης που, αργά ή γρήγορα, ένιωθαν όλοι· μια ματαιότητα που σε οδηγούσε στην πικρή διαπίστωση πως, ό,τι κι αν έκανες, όσο κι αν προσπαθούσες, δε θα κατάφερνες να αλλάξεις τίποτα. Όμως, καθώς το πόδι μου χάιδευε το γκάζι, παρατήρησα ότι, μετά τη γριά, περίμεναν τη σειρά τους άλλα έξι άτομα. Οι Αναρτητές είχαν συλλάβει μια ολόκληρη οικογένεια – έναν άντρα, δύο γυναίκες και τρία παιδιά. Το ένα από αυτά ήταν έφηβος, τα άλλα δύο δεν έμοιαζαν μεγαλύτερα από δέκα ετών.
        Βλαστήμησα και έκοψα απότομα το τιμόνι δεξιά· οι συμμορίτες τσίριξαν και σκόρπισαν, όσο η Ρόζι έπαιρνε παραμάζωμα τον μεγαλόσωμο εκτελεστή και την ηλικιωμένη στον σταυρό. Η νταλίκα τραντάχτηκε καθώς συνέθλιβε τρεις-τέσσερις Αναρτητές που δεν είχαν προλάβει να απομακρυνθούν. Έβαλα όπισθεν και βγήκα ξανά στον δρόμο, άρπαξα την καραμπίνα μου και σημάδεψα έναν χοντρό άντρα που έτρεχε, με τα γυμνά του οπίσθια να σείονται κωμικά. Του τίναξα τα μυαλά στον αέρα και οι σύντροφοί του εξαπέλυσαν οργισμένες κατάρες εναντίον μου· παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν να απομακρύνονται, αναζητώντας καταφύγιο ανάμεσα στους σταυρούς.
        Οι αιχμάλωτοι στέκονταν στη θέση τους παγωμένοι. Τους ούρλιαξα να φύγουν και μόνο τότε φάνηκαν να συνέρχονται από το σοκ. Όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν προς τη Ρόζι.
«Σκατά», μονολόγησα. Δεν είχα αρκετό χώρο στη νταλίκα, ούτε καμία όρεξη να τους φορτωθώ – όμως, όπως έλεγε η μάνα μου, “καμιά καλή πράξη δε μένει ατιμώρητη”.
        Οι γυναίκες προπορεύονταν, κρατώντας από ένα παιδί στην αγκαλιά, κι ο άντρας ερχόταν τελευταίος, μαζεύοντας πέτρες από το έδαφος. Αν έκρινα από την ομοιότητά τους, δίπλα του ακολουθούσε ο γιος του, ένα αγόρι δεκαπέντε-δεκαέξι ετών, λεπτό και νευρώδες, που τον βοηθούσε.
«Πιο γρήγορα!» φώναξα εκνευρισμένος και ξάπλωσα νεκρό έναν Αναρτητή που είχε ξεμυτίσει από την κρυψώνα του. Δεν είχαμε πολύ χρόνο – σύντομα, όλοι οι τρελαμένοι συμμορίτες θα έπεφταν πάνω μας.
        Γέμισα την καραμπίνα, άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού κι επέστρεψα στη θέση μου. Πάτησα ελαφρά το γκάζι κι η Ρόζι άρχισε να κινείται αργά· αν κάποιος από τους αιχμαλώτους ήταν αρκετά τυχερός ώστε να ανέβει στον τράκτορα, έπρεπε να απομακρυνθούμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Οι σαράντα τόνοι έκαναν δύσκολη την επιτάχυνση από το μηδέν.
        Δυστυχώς δεν τους δόθηκε η ευκαιρία – με μια ιαχή, οι Αναρτητές όρμησαν στους αιχμαλώτους εκτοξεύοντας αυτοσχέδιες λόγχες και μαχαίρια. Ο άντρας έπεσε στο έδαφος, με τον θώρακά του τρυπημένο από ένα ακόντιο· ο νεαρός πέταξε μερικές πέτρες, πετυχαίνοντας έναν εχθρό, όμως αμέσως μετά ένας Αναρτητής τού τσάκισε το κεφάλι με ένα σφυρί. Οι υπόλοιποι τον ποδοπάτησαν.
        Οι γυναίκες είχαν φτάσει στον δρόμο κι έτρεχαν προς το φορτηγό αλαφιασμένες· η μία δέχτηκε μια πέτρα στην πλάτη και κλονίστηκε. Μια συμμορίτισσα με πεσμένους μαστούς ρίχτηκε στην πλάτη της κι άρχισε να τη γδέρνει με τα νύχια της· ένας άντρας άρπαξε το παιδί και συνέτριψε το κεφάλι του στην άσφαλτο με μια άγρια κραυγή χαράς.
        Η εναπομείνασα αιχμάλωτη σχεδόν έφτασε την πλατφόρμα με το κοντέινερ. Έκοψα ταχύτητα, όμως είχε ήδη φτάσει στα όριά της· την είδα από τον καθρέφτη να παραπατάει και να σωριάζεται στη Γραμμή, χωρίς ανάσα, χωρίς άλλες αντοχές. Το δεύτερο παιδί, ένα κοριτσάκι, έπεσε μαζί της.
        Και οι Αναρτητές, σαν λυσσασμένα σκυλιά, χίμηξαν πάνω τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου