1.3 - Άνθη, Ντίζελ και Χώμα/Χρήσιμες Δεξιότητες

 

3.

Άνθη, Ντίζελ και Χώμα


        Πάτησα απότομα φρένο και προετοιμάστηκα για σύγκρουση, κάτι που δεν πρόλαβε να κάνει ο Ρακοσυλλέκτης που είχε κολλήσει πίσω μου· το όχημά του καρφώθηκε κάτω από την πλατφόρμα και άκουσα το στρίγκλισμα του τσακισμένου μετάλλου, καθώς το έσερνα στην άσφαλτο για λίγα μέτρα. Το τελευταίο Ράπτορ απέφυγε τη Ρόζι με έναν γρήγορο ελιγμό και κατευθύνθηκε γραμμή προς το αιωρούμενο σύννεφο, δίνοντάς μου την ευκαιρία να ανασυνταχθώ. Τράβηξα τη βαλλίστρα που έκρυβα κάτω από το κάθισμά μου ως λύση ανάγκης και κρεμάστηκα έξω από το παράθυρό μου, όσο ο Ρακοσυλλέκτης έκανε αναστροφή και γκάζωνε πάλι προς το μέρος μου. Ήξερα πως το σύννεφο δε θα τον επηρέαζε, σε αντίθεση με μένα, κάτι που αποδείκνυε πως οι ανεγκέφαλοι διώκτες μου γνώριζαν υπερβολικά καλά την περιοχή· και, σαν να ήθελε να με επιβεβαιώσει, το Ράπτορ σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά από τη νταλίκα κι ο οδηγός του κατέβηκε, αποφασισμένος να ξεμπερδεύει με την πάρτη μου.
        Στις αμέτρητες διαδρομές μου στη Γραμμή είχα έρθει αντιμέτωπος με διάφορες συμμορίες, από τους Κρανιοκυνηγούς και τους Μολυσματικούς έως τις Άλικες Σουφραζέτες και τους Αναρτητές· όμως όλοι αυτοί διακατέχονταν από ένα υποτυπώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης, σε αντίθεση με τους Ρακοσυλλέκτες που αδιαφορούσαν για την ασφάλειά τους, αρκεί να πετύχαιναν τον στόχο τους. Ο ανεγκέφαλος που με πλησίαζε ήταν πανύψηλος και ογκώδης – αν δεν τον καθάριζα από μακριά, θα τα έβρισκα σκούρα. Το τουρμπάνι του είχε λυθεί και τα γυαλιά του κρέμονταν από τον λαιμό του, αποκαλύπτοντας ένα χλομό, απαθές πρόσωπο με στρογγυλά, κατάμαυρα μάτια και μια οπή στη θέση του στόματος. Μου θύμιζε γαρίδα από τις Λίμνες Μαζούτ, εκείνα τα δίμετρα αρθρόποδα που αναδύονται από την πολτώδη μάζα των λιμνών για να ελέγξουν το περιβάλλον και βυθίζονται ξανά μέσα.
        Στα χέρια του κρατούσε ένα ρόπαλο τυλιγμένο με συρματόπλεγμα, αγαπημένο (και φτηνό) όπλο διαφόρων συμμοριτών, και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο κοντέινερ. Ήταν φανερό τι σκεφτόταν με τον ανύπαρκτο εγκέφαλό του – αναρωτιόταν τι κουβαλούσα.
        Βρισκόταν είκοσι βήματα μακριά μου όταν του κάρφωσα το πρώτο βέλος στο στήθος. Σταμάτησε, περισσότερο ξαφνιασμένος παρά φοβισμένος, τράβηξε το ξύλινο στέλεχος από το κορμί του και συνέχισε να βαδίζει προς το μέρος μου. Βλαστήμησα, όπλισα ξανά τη βαλλίστρα και σημάδεψα καλύτερα· αυτή τη φορά τον πέτυχα στον λαιμό. Ο Ρακοσυλλέκτης έβγαλε έναν ανατριχιαστικό ρόγχο, όμως δε σταμάτησε. Κάπου εκεί συμπέρανα πως το εκηβόλο όπλο μου δεν ήταν η λύση – η λύση ήταν η Ρόζι και οι πενήντα τόνοι της. Επέστρεψα στην καμπίνα κι έβαλα μπροστά.
        Όμως ήταν φανερό πως δεν ήταν η τυχερή μου μέρα· το φορτηγό έβηξε, έφτυσε μαύρο καπνό και παρέμεινε ακίνητο, τυλίγοντάς με με την αποπνικτική μυρωδιά του ντίζελ. Ο διώκτης μου με έφτασε, αρπάχτηκε από την μπάρα κι ανέβηκε με ένα πήδο. Τον κλότσησα με όλη μου τη δύναμη, σκεπτόμενος ότι, αφού αυτό λειτούργησε μία φορά, θα λειτουργούσε και δεύτερη.
        Δεν έπιασε. Ο Ρακοσυλλέκτης ήταν τόσο μεγαλόσωμος, που δε μετακινήθηκε καν. Ύψωσε το ρόπαλό του και το κατέβασε με δύναμη, όμως ήμουν αρκετά γρήγορος και πανικόβλητος ώστε να το αποφύγω. Το κιβώτιο των ταχυτήτων, από την άλλη, δεν ήταν τόσο τυχερό. Ένιωσα την πλάτη μου να βρίσκει στην πόρτα του συνοδηγού και, με την αδρεναλίνη μου στα ύψη, έδωσα ώθηση στο σώμα μου κι έπεσα από το φορτηγό. Κατρακύλησα στην άσφαλτο, με το αριστερό μου χέρι να με πονά διαολεμένα και τα πλευρά μου να διαμαρτύρονται για την ξαφνική τους κακομεταχείριση, ενώ ο Ρακοσυλλέκτης επέλεγε έναν πιο συμβατικό τρόπο κατάβασης.
        Σύρθηκα στο χώμα, αναζητώντας μια διέξοδο. Ο γίγαντας με πλησίαζε με σταθερό βήμα, με τους μαύρους βόλους του καρφωμένους πάνω μου. Τα μάτια του ήταν τόσο παράταιρα με την ανθρώπινη εμφάνισή του, τόσο απόκοσμα... και τόσο ευάλωτα.
        Άρπαξα μια χούφτα χώμα και την εκτόξευσα στο πρόσωπό του· οι κόκκοι κόλλησαν στις ζελατινώδεις μπίλιες και, για πρώτη φορά, το πλάσμα έβγαλε ένα μουγκρητό πόνου και κοντοστάθηκε. Με αναπτερωμένο το ηθικό, χίμηξα πάνω του και τον έριξα στο έδαφος. Το ρόπαλο έφυγε από τα χέρια του κι εγώ, λυσσασμένος, άρχισα να ραίνω την άσχημη μούρη του με περισσότερη κόκκινη άμμο. Ο Ρακοσυλλέκτης τιναζόταν σπασμωδικά, παλεύοντας να με σπρώξει και να καθαρίσει ταυτόχρονα τα μάτια του, όμως τον κρατούσα καθηλωμένο στο έδαφος, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η μοναδική μου ευκαιρία να ξεμπλέξω απ' όλο αυτό το χάος· έτσι, αγνοώντας το ρίγος που διέτρεχε τη σπονδυλική μου στήλη, άρπαξα τους μαύρους βόλους και τους ξερίζωσα. Ο Ρακοσυλλέκτης άφησε μια ωρυγή που δεν είχε τίποτα ανθρώπινο μέσα της, με γράπωσε από τον αυχένα και με έστειλε να κυλιστώ στην άμμο, τρία μέτρα πιο πέρα. Σήκωσα το ρόπαλό του και, καθώς ο αντίπαλός μου προσπαθούσε να σηκωθεί, τυφλός και πληγωμένος, του τσάκισα το κεφάλι χωρίς άλλη καθυστέρηση.
        Έπειτα, επέστρεψα στη Ρόζι, με τα πόδια μου να τρέμουν.



4.

Χρήσιμες Δεξιότητες


        Όταν έχεις κάνει τη Γραμμή πάνω-κάτω χίλιες φορές, συνειδητοποιείς πως, αν θες να αυξήσεις τις πιθανότητες επιβίωσής σου, πρέπει να είσαι οργανωμένος. Αυτό το έμαθα σχετικά νωρίς, μόλις στο δεύτερό μου δρομολόγιο, όταν μια συμμορία μηχανόβιων προσπάθησε να κουρσέψει το φορτηγό μου· η απόπειρά τους έληξε με τρεις από δαύτους χαλκομανία στην άσφαλτο κι εμένα με δύο σφαίρες στο μπούτι. Ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να βρίσκομαι κοντά σ' έναν οικισμό, όπου με περιέθαλψαν με αντάλλαγμα λίγα από τα προϊόντα που μετέφερα, όμως ήξερα πως η περίπτωσή μου ήταν η εξαίρεση στον κανόνα – οι αποστάσεις μεταξύ των πόλεων είναι τεράστιες και, την επόμενη φορά που θα τύχαινε κάτι τέτοιο, ίσως να ξεψυχούσα στη μέση του πουθενά, μόνος κι αβοήθητος.
        Έπειτα από αυτή την περιπέτεια, πέρασα έξι μήνες στο πλάι μιας γιατρού, προσπαθώντας να διδαχτώ μερικούς βασικούς τρόπους αντιμετώπισης ησσόνων τραυμάτων. Έμαθα να φροντίζω πληγές ράβοντάς τες με σταθερό χέρι, να ανακουφίζω το πρήξιμο από δαγκώματα φιδιών σκίζοντας το δέρμα στο σωστό σημείο, να αφαιρώ κεντριά και να επιδένω τραυματισμένα μέλη με υπομονή κι ακρίβεια. Δεν έμαθα να αφαιρώ σφαίρες, γιατί κάτι τέτοιο απαιτούσε επαγγελματική βοήθεια – όταν της το ζήτησα, μάλιστα, μου απάντησε πως αυτά γίνονται μόνο σε φτηνά μυθιστορήματα. Δε βαριέσαι, ακόμα κι έτσι είχα μάθει πέντε πράγματα.
        Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν επέστρεψα στη Ρόζι ήταν να πιω νερό και να δροσίσω το ξαναμμένο μου πρόσωπο. Τώρα που ο άμεσος κίνδυνος είχε περάσει, ένιωθα ζαλάδα και το στομάχι μου ανακατευόταν. Ωστόσο, δεν είχα την πολυτέλεια του χρόνου· τα ροδοπέταλα που τρεμόπαιζαν στην άκρη του οπτικού μου πεδίου μετακινούνταν αργά αλλά σταθερά.
        Βρήκα μερικούς επιδέσμους στο κιτ πρώτων βοηθειών που κουβαλούσα πάντα μαζί μου και έδεσα σταθερά το αριστερό μου χέρι, που το ένιωθα βαρύ και καυτό. Έπειτα μάσησα ένα αναλγητικό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να χαράξω τη μετέπειτα πορεία μου στο μυαλό μου. Το ντεπόζιτο της Ρόζι είχε τρυπήσει, ξερνώντας λάδια και πετρέλαιο στον δρόμο, πράγμα που σήμαινε πως ήμουν ακινητοποιημένος και ευάλωτος. Έπρεπε να απομακρυνθώ το γρηγορότερο.
        Μορφάζοντας από τον πόνο, κατέβηκα από τη νταλίκα και περιεργάστηκα το Ράπτορ. Για τα δεδομένα των Ρακοσυλλεκτών ήταν σε αξιοπρεπή κατάσταση και, για μια στιγμή, μου πέρασε η ιδέα να το χρησιμοποιήσω· όμως ύστερα συλλογίστηκα πώς θα αντιδρούσαν οι σκοποί της Σάντα Μίρα όταν θα έβλεπαν ένα εχθρικό όχημα να πλησιάζει την πόλη τους. Το πιο πιθανό ήταν να με θέριζαν προτού προλάβω να τους πω ποιος είμαι. Όχι, έπρεπε να βρω έναν τρόπο να επαναφέρω τη Ρόζι. Εξάλλου, δε θα μπορούσα να την παρατήσω εκεί μόνη της.
        Στο πίσω κάθισμα του Ράπτορ υπήρχαν διάφορα σκουπίδια, λερά πανιά, χοντροκομμένα εργαλεία, αλλά και τρία γεμάτα μπιτόνια ντίζελ. Χαμογέλασα καθώς, για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, η τύχη μου φάνηκε να αλλάζει. Μετέφερα τα δοχεία στο φορτηγό, μαζί με μερικά καμάκια (ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί ένα επιπλέον όπλο) και μία από τις σιδερένιες πλάκες που τοποθετούσαν οι Ρακοσυλλέκτες γύρω από τα οχήματά τους για θωράκιση. Έπειτα, όταν ο πόνος στο χέρι μου μετατράπηκε σε θαμπή ενόχληση, έπιασα δουλειά, κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
        Το ντεπόζιτο είχε ανοίξει σαν πληγή στο κάτω μέρος του· τα καύσιμα σχημάτιζαν μια μακριά, σκούρα γραμμή στο θρυμματισμένο οδόστρωμα, αναδύοντας τη βαριά, λιπαρή μυρωδιά τους. Σύρθηκα κάτω από το ρεζερβουάρ και πίεσα τη μεταλλική πλάκα πάνω στη σχισμή, αναζητώντας την κατάλληλη θέση ώστε να συγκρατήσει τα καύσιμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Δε χρειαζόταν να κρατήσει για πάντα – μόνο για λίγα χιλιόμετρα.
        Βρήκα το σωστό σημείο και το έδεσα σφιχτά με μερικούς ιμάντες, ελπίζοντας να άντεχε. Έπειτα μάζεψα μερικά υπολείμματα σκασμένων λάστιχων από το σμπαραλιασμένο Ράπτορ που είχε συγκρουστεί με τη νταλίκα νωρίτερα και μόνωσα το ντεπόζιτο όσο καλύτερα μπορούσα. Άδειασα το ένα μπιτόνι στο ρεζερβουάρ αργά, παρατηρώντας αν υπήρχε διαρροή. Προς μεγάλη μου ικανοποίηση διέκρινα μόνο ένα μικρό στάξιμο – αναμενόμενο.
«Είμαι πολυτάλαντος», μουρμούρισα και άδειασα και τα υπόλοιπα δοχεία.
        Ανέβηκα στην καμπίνα και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Για μια στιγμή δεν έγινε τίποτα· ύστερα η μηχανή χλιμίντρισε κι έσβησε. Ξαναπροσπάθησα. Τη δεύτερη φορά η Ρόζι ξύπνησε για τα καλά – βρυχήθηκε κι έφτυσε μαύρο καπνό.
«Καλώς σε βρήκα ξανά, κορίτσι μου», της ψιθύρισα τρυφερά κι έπιασα τον λεβιέ των ταχυτήτων. Το διαλυμένο κιβώτιο έτριξε, ο μοχλός αντιστάθηκε, όμως τελικά κατάφερα να βάλω πρώτη.
        Η νταλίκα κύλησε διστακτικά, με τον τράκτορα να σείεται ολόκληρος, σαν να διαμαρτυρόταν για την κακομεταχείριση. Σε κάθε του τράνταγμα έσφιγγα το τιμόνι λίγο περισσότερο, μουρμουρίζοντας ενθαρρυντικά λόγια. Έκανα αναστροφή και απομακρύνθηκα, αφήνοντας τα αστραφτερά Άνθη των Δακρύων πίσω μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου