Ιστορίες από Άλλους Κόσμους
Παρά την εμφανή λατρεία που ένιωθε η Εύα για τον μαυροφορεμένο άνδρα, η καχυποψία μου δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Όσο κατέγραφα τις ζημιές της Ρόζι από τη σύντομη σύγκρουσή μας, τους παρατηρούσα να κουβεντιάζουν καθισμένοι στο καπό του Κομόρρα – η μικρή εξιστορούσε τις περιπέτειές της με τους Αναρτητές κι εκείνος άκουγε με ανυπόκριτο ενδιαφέρον, σαν να μη γνώριζε καν την ύπαρξή τους. Το καρφωμένο τσεκούρι στον προφυλακτήρα του μαύρου αυτοκινήτου, βέβαια, έλεγε μια εντελώς διαφορετική ιστορία· δε θα με εξέπληττε αν ο άνδρας είχε συναντήσει τη συμμορία των θρησκόληπτων όσο μας αναζητούσε.
Μετά την ανεπιτυχή (για μένα) μονομαχία μας, δεν είχα άλλη επιλογή από το να αποσυρθώ αμίλητος – ειδικά αφού συνειδητοποίησα πως η Εύα όχι μόνο βρισκόταν σε καλά χέρια, αλλά πιθανότατα ήταν πολύ πιο ασφαλής μαζί του απ' ό,τι με μένα. Άρχισα να σκαλίζω τη νταλίκα, νιώθοντας ένα παράξενο κενό μέσα μου, σαν η ολιγόωρη συνύπαρξή μου με τη μικρή να με είχε επηρεάσει βαθύτερα απ' όσο ήμουν διατεθειμένος να παραδεχτώ.
«Μαλακίες», μουρμούρισα, «έτσι κι αλλιώς έχω δουλειά να κάνω».
Παρ' όλα αυτά, δεν ήμουν βέβαιος πως έπρεπε απλώς να κάνω πίσω, όσο κι αν απαριθμούσα βουβά τα εκλογικευμένα επιχειρήματά μου: ο άνδρας φαινόταν πολύ πιο ικανός να προστατεύσει ένα παιδί από τους αμέτρητους κινδύνους της Σικάρια· οι δυο τους γνωρίζονταν ήδη, ενώ εγώ δεν ήμουν παρά ένας παρείσακτος, ένας δευτερεύων χαρακτήρας στην ιστορία τους· η μόνη μου χρησιμότητα θα ήταν είτε να παραδώσω το κορίτσι σε μια κρατική υπηρεσία φροντίδας είτε – ακόμα χειρότερα – να το φορτώσω στην πρώην μου. Όσο περισσότερο κλωθογύριζαν αυτές οι σκέψεις στο μυαλό μου, τόσο το κενό μεγάλωνε.
Ένιωθα σαν να την εγκατέλειπα.
***
Όταν τελείωσα, τους πλησίασα σκουπίζοντας τα χέρια μου με ένα πατσαβούρι. Ο άνδρας είχε βγάλει την καμπαρντίνα του, αποκαλύπτοντας ένα κορμί με ολόκληρη τη δεξιά του πλευρά διαστρεβλωμένη· στο άγριο πρόσωπό του ήταν χαραγμένο ένα μειδίαμα τελείως παράταιρο με το υπόλοιπο παρουσιαστικό του. Κοντοστάθηκα, νιώθοντας τελείως έξω από τα νερά μου, ένα συναίσθημα στο οποίο δεν ήμουν καθόλου συνηθισμένος.
«Η νταλίκα είναι έτοιμη», τους ενημέρωσα. «Πρέπει να συνεχίσω το ταξίδι μου».
Η μικρή σταμάτησε τη φλυαρία και μου χάρισε το πιο φωτεινό της χαμόγελο. Ένιωσα έναν ανεξήγητο σεβασμό για αυτό το άγνωστο κορίτσι που είχε ζήσει τη φρίκη των Μεθοριακών Τόπων σε όλο της το μεγαλείο και, παρ’ όλα αυτά, μπορούσε ακόμα να χαμογελάει. Η εμφάνιση του άνδρα την είχε μεταμορφώσει· δεν έμοιαζε πλέον σε τίποτα με τη λαθρεπιβάτισσα που είχα βρει στην πλατφόρμα. Τον είχε αποκαλέσει «μπαμπά» και, αν και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για τη συγγένειά τους, η αλήθεια ήταν πως συμπεριφέρονταν σαν πατέρας και κόρη. Οι αμφιβολίες μου σώπασαν, αλλά το αίσθημα εγκατάλειψης παρέμεινε· ωστόσο, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο.
Στράφηκα προς εκείνον με σοβαρό ύφος.
«Να την προσέχεις», του είπα με τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση, σαν να μπορούσα στ’ αλήθεια να τον τιμωρήσω αν δεν το έκανε.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν έδειξε την παραμικρή εχθρότητα· έγνεψε και μετά γρύλισε με την απόκοσμη φωνή του:
«Σε ευχαριστώ που τη φρόντισες».
«Δε μου άφησε άλλη επιλογή», απάντησα και στράφηκα προς το μέρος της. «Λοιπόν – αντίο».
Κίνησα να φύγω, αναλογιζόμενος το σύντομο αλλά περιπετειώδες συναπάντημά μας, όμως ο άνδρας με σταμάτησε.
«Γιατί την έσωσες;» με ρώτησε τραχιά.
«Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;»
«Δυσκολεύεσαι να απαντήσεις;»
Βασικά, ναι, δυσκολευόμουν. Πώς εξηγείς το αυτονόητο;
«Επειδή είναι απλώς ένα παιδί», είπα τελικά, αναγνωρίζοντας πόσο ανεπαρκή ηχούσαν τα λόγια μου.
Εκείνος, όμως, φάνηκε να ικανοποιείται. Χάιδεψε το κεφάλι της μικρής με το αριστερό του χέρι κι έπειτα μου έκανε μια αναπάντεχη ερώτηση:
«Τι γνωρίζεις για τα σύμπαντα;»
***
Κάποιες φορές η ζωή μου δε βγάζει κανένα νόημα, αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα – τουλάχιστον όχι σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα παράδοξα και οι κοσμικές ανωμαλίες. Ήταν, όμως, η πρώτη φορά που καθόμουν δίπλα σε κάποιον με τον οποίο είχαμε προσπαθήσει να αλληλοσκοτωθούμε, συζητώντας για τα μυστήρια του κόσμου και πίνοντας μπύρες (τα ποτά ήταν δική μου ευγενική προσφορά, μαζί με όσα γλυκίσματα μού είχαν απομείνει για την Εύα). Ο άγνωστος αποδείχτηκε δυνατό ποτήρι και αρκετά ομιλητικός, ιδιαίτερα τώρα που, με τη συμβολή της μικρής, είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη του.
Στην αρχική του ερώτηση απάντησα με όποια πληροφορία, φήμη ή θεωρία είχα συλλέξει στη ζωή μου – από τις ιστορίες του παππού μου έως τους θρύλους που συνόδευαν το Ινστιτούτο Κβαντικών Μελετών, η ιστορία των Κοσμικών Θεών ξετυλιγόταν σαν μυθολογία κάποιου αρχαίου λαού που είχε εξαφανιστεί εδώ και αιώνες.
Οι δυο τους με άκουγαν με προσοχή· η μικρή έβρισκε συναρπαστικές τις παλιές ιστορίες. Ο άνδρας (δε μου είχε συστηθεί ακόμα, έτσι τον είχα στο μυαλό μου ως Φύλακα, όπως ακριβώς τον είχε αποκαλέσει η Εύα) επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Ινστιτούτο και το σημείο όπου βρισκόταν.
«Είναι κάπου στην επικράτεια της Δημιουργίας», του είπα. «Οι επιστήμονες άνοιξαν μια πύλη προς κάποια παράλληλη πραγματικότητα και βρήκε την ευκαιρία να εισβάλει στον κόσμο μου».
«Ξέρεις πού ακριβώς βρίσκεται;»
«Όχι, βέβαια. Κανείς δεν έχει βρεθεί εκεί. Κοίτα ανατολικά – ακόμα κι από αυτή την απόσταση δεν μπορείς να κρατήσεις το βλέμμα σου πολλή ώρα. Σκέψου να βάδιζες στα μέρη Της. Το φως θα σε τύφλωνε στη στιγμή».
«Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα», μου απάντησε.
«Ε, τότε θα είχες θέμα με όλα τα υπόλοιπα. Ο τόπος εκεί είναι σαν να περπατάς πάνω σε ένα χαλί από μαλακό ιστό. Τα πάντα γύρω σου ανασαίνουν και ουρλιάζουν».
«Έχω βρεθεί και σε χειρότερα μέρη».
Ανακάθισα.
«Δηλαδή, σκοπεύεις να πας εκεί;»
«Ναι».
«Είσαι τρελός».
«Έχω μια αποστολή να φέρω εις πέρας».
Έδειξα την Εύα που παρακολουθούσε τον διάλογό μας αμίλητη.
«Κάνε ό,τι θες», του είπα, «αυτή όμως θα μείνει εδώ. Δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει μαζί σου».
«Εσύ δεν ήσουν έτοιμος να συνεχίσεις το ταξίδι σου;» ειρωνεύτηκε.
«Αυτό ήταν πριν αρχίσεις να μου λες μαλακίες», απάντησα.
Μου έριξε ένα βλέμμα που με πάγωσε, όμως ήμουν αρκετά θυμωμένος για να σταματήσω.
«Υποτίθεται ότι την προστατεύεις», τον κατηγόρησα, «κι εσύ σκέφτεσαι να την πάρεις μαζί σου στο χειρότερο σημείο της Σικάρια. Εσύ μπορεί να μην έχεις πρόβλημα, εγώ όμως έχω».
«Δεν έχεις ιδέα για τι πράγμα μιλάς», γρύλισε απειλητικά, «ούτε βλέπεις τη μεγάλη εικόνα».
«Δε με νοιάζει καμία μεγάλη εικόνα», αντέδρασα αγανακτισμένος. «Θες να θυσιάσεις ένα παιδί για έναν απροσδιόριστο σκοπό!»
Ο άνδρας μαζεύτηκε σαν να τον είχα χαστουκίσει· έριξε μια ματιά στη μικρή κι εκείνη έγνεψε. Προτού προλάβω να συνεχίσω το κατηγορητήριό μου, η Εύα με πλησίασε και μου ζήτησε να πάμε μια βόλτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου