8.
Στον Δρόμο Ξανά
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκα ξανά τον Μέκα. Είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της διαμονής μου στη Σάντα Μίρα στο δωμάτιό μου, προκειμένου να μη βρεθώ στη δυσάρεστη θέση να συναντήσω τη Βαλέρια.
Η Ρόζι δέσποζε στο κέντρο του γκαράζ, με τα ρεζερβουάρ της γυαλισμένα και καθαρά, ενώ ο γέρο-μηχανικός καθόταν σ' ένα ξεχαρβαλωμένο γραφείο, καπνίζοντας σαν φουγάρο και ατενίζοντας τον τοίχο. Με αντιλήφθηκε προτού προλάβω να αρθρώσω λέξη κι ένα φαφούτικο χαμόγελο απλώθηκε στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο.
«Έτοιμη», είπε και μου πέταξε τα κλειδιά.
Ανέβηκα στον τράκτορα και χάιδεψα το τιμόνι. Η υφή του με γαλήνεψε.
«Βάφτισέ την ξανά, γιατί στην έκανα καινούργια», φώναξε ο Μέκα εύθυμα.
«Θα τη ρίξω στη Λίμνη Μαζούτ με την πρώτη ευκαιρία», μουρμούρισα κακόκεφα και έβαλα μπροστά.
Το μουγκρητό της μηχανής ήταν εκκωφαντικό, θυμίζοντας τις παλιές, καλές μέρες, που η Ρόζι όργωνε τη Γραμμή με το μπλε, γυαλιστερό της αμάξωμα να αστράφτει. Πάτησα ελαφρά το γκάζι και η νταλίκα αγρίεψε.
«Μη μας πνίξεις», διαμαρτυρήθηκε ο Μέκα, αλλά ήξερα ότι ήταν εθισμένος στην οσμή του καυσαερίου. Εξάλλου, ήταν τόσο γέρος που μάλλον ήταν αθάνατος, οπότε τίποτα δεν μπορούσε να τον δηλητηριάσει.
Ο βοηθός του καθάριζε μ' ένα πανί τον προφυλακτήρα, μια αγγαρεία που ήταν πιο ανούσια κι από την καμπάνα της Αγίας Καρτερίας, που υπενθύμιζε την ώρα σ' έναν στατικό κόσμο· μέχρι να έβγαινα από την πύλη, η δουλειά του θα είχε πάει στράφι. Τουλάχιστον δεν καθάριζε πάλι τα ρουθούνια του.
Ο Μέκα έκοψε μερικές βόλτες γύρω από τον τράκτορα, περιγράφοντας τις εργασίες του σαν να ήθελε ν' αποδείξει πως άξιζαν το κόστος.
«Αντικατέστησα το ντεπόζιτο μ' ένα από χάλυβα, είναι πιο βαρύ, αλλά αντέχει περισσότερο. Δε θα έχεις ξανά πρόβλημα, εκτός κι αν πέσεις σε χαράδρα. Άλλαξα επίσης φίλτρα, πρόσθεσα λάδια, βαλβολίνες και αντιψυκτικό. Τσέκαρα και τα φρένα, αλλά κρατάνε ακόμα· τα βλέπουμε όταν ξανάρθεις».
«Θα φροντίσω ν' αργήσει αυτή η ώρα», είπα κι έβγαλα ένα μάτσο χαρτονομίσματα.
«Να τα μετρήσω ή να σε εμπιστευτώ;» με ρώτησε κοροϊδευτικά, καθώς τα έπαιρνε και τα μύριζε.
«Είναι εννιακόσια, κάνε ό,τι θες».
Η έκφρασή του άλλαξε απότομα.
«Είχαμε πει χίλια· χίλια διακόσια επειδή το ήθελες γρήγορα».
«Εσύ το είχες πει. Δεν κουβαλάω τόσα λεφτά πάνω μου. Θα σου φέρω τα υπόλοιπα όταν ξανάρθω».
«Νόμιζα ότι θα αργούσε αυτή η ώρα», κακάρισε ο Μέκα, ξαναβρίσκοντας τη διάθεσή του αμέσως.
Έτσι ήταν ο γέρος – δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Άλλωστε, όσα και να είχε, δεν μπορούσε ν' αποκτήσει αυτό που του έλειπε περισσότερο. Κρατούσε το συνεργείο ανοιχτό επειδή το γούσταρε, για κανέναν άλλο λόγο.
«Κι εγώ κάποτε νόμιζα ότι η τύχη θα με ευνοούσε», είπα, φορτώνοντας τη φωνή μου με περισσότερο δράμα απ' όσο πραγματικά ένιωθα, «αλλά καταλήγω συνέχεια στη Σάντα Μίρα να βλέπω τα μούτρα σου».
«Θα σου χρεώσω τόκους, να ξέρεις», αποκρίθηκε ο γέρος, χωρίς να μου δώσει σημασία. «Και κοίτα να επιστρέψεις σύντομα – μη με κάνεις να σπαταλήσω αυτά τα όμορφα λεφτουδάκια σε κάναν συμμορίτη για να σε σύρει μέχρι εδώ».
«Αντίο, Μέκα».
«Εις το επανιδείν – χε, τρόπος του λέγειν».
Για τη Σάντα Μίρα, ο γέρος αποτελούσε αρχαίο κειμήλιο – είχε ζήσει στην εποχή για την οποία μου έλεγε ιστορίες ο παππούς μου και θυμόταν κάθε της λεπτομέρεια. Στην πιο παραγωγική του ηλικία, όταν τα αφύσικα συμβάντα πολλαπλασιάζονταν εκθετικά, είχε χάσει την όρασή του από μια καταιγίδα οξέων που προκάλεσε πάνω από χίλιους νεκρούς, κατέστρεψε τις υποδομές και νέκρωσε τα χωράφια ανατολικά της πόλης. Δε μιλούσε ποτέ για εκείνο το συμβάν και κάποιος που δεν τον γνώριζε θα υπέθετε ότι ήταν αρτιμελής. Παρ' όλα αυτά, δεν έχανε ευκαιρία να αυτοσαρκάζεται – κι αυτό ήταν κάτι που εκτιμούσα πολύ σε κάποιον.
Έβαλα πρώτη και ξεκίνησα, αφήνοντας τον ηλικιωμένο μηχανικό και τον ανεπρόκοπο βοηθό του πίσω. Παρά τις λεκτικές μας κόντρες, συμπαθούσα τον Μέκα: θα μπορούσε να ζητιανεύει σε μια γωνιά του δρόμου, όμως, παρά τις αντιξοότητες, επέμενε να διατηρεί την επιχείρησή του. Και, παρότι έβριζε τον εγγονό/ανιψιό του (ή ό,τι διάολο συγγενής ήταν), τον είχα δει να τον προστατεύει από διάφορες κακοτοπιές. Δεν ξέρω αν ήταν καλός άνθρωπος ή όχι – άλλωστε, τέτοιες έννοιες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης σε καμία εποχή, σε κανέναν κόσμο. Ακόμα και στον δικό μας, όπου κυριολεκτικά το σκοτάδι κονταροχτυπιόταν με το φως, εμείς βαδίζαμε στο σύθαμπο, ικανοί ταυτόχρονα για τις καλύτερες πράξεις και τα χειρότερα εγκλήματα.
Στην πύλη συνάντησα ξανά τον λοχία Ρόμπερτς, γεγονός που με έκανε ν' αναρωτηθώ αν αυτός ο άνθρωπος κοιμόταν ποτέ. Βλακείες – φυσικά και κοιμόταν. Η προφανής απάντηση συνειρμικά μού έφερε στον νου τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόταν το κρεβάτι του.
Του παρέδωσα αμίλητος τα απαραίτητα έγγραφα (μια περιττή τυπικότητα, αφού γνώριζε για ποιον λόγο βρισκόμουν στη Σάντα Μίρα) και, μαζί με τη Ρόζι, βγήκαμε ξανά στη Γραμμή.
~·~
Ιντερλούδιο
Περί Κόσμων, Θεών και Σοφών
Οι Σοφοί μας, χαμένοι εδώ και δεκαετίες, έκαναν λόγο για μια ατέρμονη διαμάχη, μια Αέναη Σύγκρουση μεταξύ δύο κοσμικών δυνάμεων, η κλίμακα της οποίας ήταν ασύλληπτη για τον πεπερασμένο νου των θνητών. Είχαν φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα μετά από εξαντλητική έρευνα και μελέτη των όσων συνέβαιναν στους Μεθοριακούς Τόπους και οι προβλέψεις τους δεν ήταν καθόλου αισιόδοξες. Όμως δεν ήταν αυτή η αρχή.
Διακόσια χρόνια πριν, όταν ο κόσμος μας ονομαζόταν ακόμα Τέρα Σελέστε, ανεξήγητα φαινόμενα άρχισαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους όλο και συχνότερα. Έως τότε, υπήρχαν πολλά μυστήρια καταγεγραμμένα στην ιστορία μας – από μαζικές εξαφανίσεις έως ακατανόητα ουράνια φαινόμενα κι από σπάνιες, αποκρουστικές ασθένειες έως μαρτυρίες για διάφορα κρυπτίδια που κυκλοφορούσαν στα δάση και τις παγωμένες ερήμους – όμως τα περισσότερα κατατάσσονταν στην κατηγορία των μύθων και των αστικών θρύλων, καθώς δεν υπήρχαν αποδείξεις για την ύπαρξή τους. Για τον κόσμο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τρομακτικές ιστορίες που διηγούνταν οι παρέες γύρω από τη φωτιά ή αποτελούσαν υλικό για βιβλία και ταινίες. Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση τέτοιων περιστατικών, σε συνδυασμό με την τεχνολογική εξέλιξη, άλλαξε την αντιμετώπισή τους: πλέον υπήρχαν βιντεοκάμερες και κασετόφωνα που μπορούσαν να καταγράψουν τα πάντα. Οι εφημερίδες πλημμύριζαν από φωτογραφίες χαμηλής ποιότητας που απεικόνιζαν σχισμές στον ουρανό, εξάμετρα τρίποδα πλάσματα που τριγυρνούσαν στα δάση και φασματικές φιγούρες που περιπλανιούνταν στις πόλεις μας· τα κανάλια έπαιζαν ασταμάτητα αλλοιωμένα βίντεο με δέντρα που ούρλιαζαν, αιμάτινες θάλασσες που λυσσομανούσαν και κοιλάδες γεμάτες μάτια που στρέφονταν προς το στερέωμα. Ήταν απόλυτα λογικό οι άνθρωποι να φρικάρουν.
Εκείνη την περίοδο ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Κβαντικών Μελετών, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που θα μελετούσε τη φύση αυτών των ανωμαλιών, πραγματοποιώντας διάφορα διαγνωστικά τεστ, μετρήσεις και συγκρίσεις. Τα στατιστικά τους μοντέλα, βασισμένα στους πιο σύγχρονους υπολογιστές, προέβλεπαν την επικινδυνότητά τους και το πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν στο μέλλον. Οι Σοφοί μας ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους, καθώς ξαφνικά είχαν μετατραπεί σε σούπερ σταρ της κοινωνίας μας – τους καλούσαν σε πάνελ και ενημερωτικές εκπομπές, τους έκαναν αφιερώματα, τους ζητούσαν για διαφημίσεις σερβιετών και κλιματιστικών.
Έπειτα, ανακάλυψαν την αλήθεια.
Κανείς δεν ξέρει με ποιον τρόπο έμαθαν για το Όλον, τους Κόσμους και τις Κοσμικές Θεές· ορισμένοι πιστεύουν πως οι κβαντικοί υπολογιστές τους αποκρυπτογράφησαν τον πηγαίο κώδικα του σύμπαντος, κάποιοι άλλοι είναι βέβαιοι πως τα πάντα τους αποκαλύφθηκαν μέσω οραμάτων. Όποιος κι αν ήταν ο τρόπος που η Τέρα Σελέστε έγινε κοινωνός της κοσμικής γνώσης, το μόνο σίγουρο ήταν πως κανείς μας δεν ήταν έτοιμος.
Και τι μάθαμε;
Αυτά:
***
Στην αρχή το Τίποτα κυριαρχούσε σε μια επικράτεια ανυπαρξίας· μόνο το Κοσμικό Κύτταρο επέπλεε μέσα του, μια αλλόκοτη παραφωνία στο απόλυτο μηδέν. Έπειτα όμως διαχωρίστηκε, σχηματίζοντας τις δύο κοσμικές δυνάμεις που έγιναν γνωστές ως Δημιουργία και Εντροπία – η μία γεννούσε, η δεύτερη θανάτωνε.
Και σύμπαντα αναδύθηκαν, ολόκληροι κόσμοι που τέθηκαν σε λειτουργία από την ισχύ της Δημιουργίας· το φως διέλυσε το σκοτάδι, η μουσική έσπασε τη σιωπή, η ζωή θριάμβευσε.
Και, παράλληλα, σύμπαντα αφανίστηκαν, ολόκληρες πραγματικότητες που διαγράφηκαν υπό την εξουσία της Εντροπίας· το έρεβος σκέπασε την πλάση, η σιγή κατάπιε τους ήχους, ο θάνατος βασίλεψε.
Υπήρχαν όμως και κάποιοι κόσμοι που ονομάζονταν Πρωταρχικοί – σύμφωνα με τους Σοφούς, ήταν οι πρώτοι που δημιουργήθηκαν: οι δέκα σπόροι από τους οποίους εκπορεύονταν οι υπόλοιποι. Χάρη σε αυτούς σχηματίστηκε το Όλον, το σύνολο των συμπάντων, και αν αυτοί έπεφταν, οι άλλοι θα ακολουθούσαν· μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα εξάλειφε κάθε πραγματικότητα.
Οι άνθρωποι διχάστηκαν.
Η θρησκεία δήλωσε ότι ήταν Θεές.
Η επιστήμη επέμενε ότι ήταν κοσμικές δυνάμεις.
Η φιλοσοφία ισχυρίστηκε ότι ήταν Ένστικτο και Πεπρωμένο – η τάση για αναπαραγωγή των έμβιων όντων που ερχόταν αντιμέτωπη με την αναπόφευκτη μοίρα του θανάτου.
Δεν είχε σημασία – γιατί, στην τελική, δεν καταφέραμε να τις σταματήσουμε.
Πρώτη εμφανίστηκε η Εντροπία· εγκαταστάθηκε στον κόσμο μας από τη ρωγμή της λογικής μας, όταν οι Σοφοί μας δεν μπόρεσαν να βρουν απαντήσεις για τα παράξενα φαινόμενα που μας είχαν κατακλύσει. Διότι έτσι λειτουργεί η Σκοτεινή Θεά: οι Πράκτορές της, θνητά πλάσματα αλλά και κοσμικές οντότητες, φθείρουν το προστατευτικό στρώμα που διαχωρίζει τα σύμπαντα· κάθε ανεξήγητο συμβάν αποτελεί μια ακόμη ρωγμή στη Λογική, έως ότου αυτή πλέον καταρρέει και, μαζί της, και ο εκάστοτε Κόσμος.
Όμως αυτό δεν ήταν το τέλος – το Ινστιτούτο είχε βρει τον τρόπο να ανοίξει μια πύλη σε κάποια εναλλακτική πραγματικότητα, θεωρώντας ότι η μόνη λύση για να σταματήσει ο καλπασμός της Εντροπίας ήταν να έρθει αντιμέτωπη με τη Δημιουργία. Έτσι, η έτερη Θεά βρήκε ευκαιρία να εισβάλει στη Τέρα Σελέστε.
Και από τον όμορφο κόσμο μας, αυτόν που οι Σοφοί μας μέσα στην αλαζονεία τους είχαν βαφτίσει Πρωταρχικό Κόσμο 5, δεν απέμεινε παρά μόνο η ήπειρος της Σικάρια. Από τον υπόλοιπο πλανήτη, ο μισός βυθίστηκε στο σκοτάδι της Εντροπίας κι ο άλλος μισός παραδόθηκε στο εκτυφλωτικό φως της Δημιουργίας. Στη μέση έμεινε η Γραμμή και μια χούφτα πόλεις που στεγάζουν τους τελευταίους ανθρώπους της Τέρα Σελέστε, η οποία, έναν αιώνα μετά, έλαβε ένα καταλληλότερο όνομα: οι Μεθοριακοί Τόποι – μια περιοχή ανάμεσα στις δύο επικράτειες που αντιμάχονται αέναα η μία την άλλη.
Και, παράλληλα, σύμπαντα αφανίστηκαν, ολόκληρες πραγματικότητες που διαγράφηκαν υπό την εξουσία της Εντροπίας· το έρεβος σκέπασε την πλάση, η σιγή κατάπιε τους ήχους, ο θάνατος βασίλεψε.
Υπήρχαν όμως και κάποιοι κόσμοι που ονομάζονταν Πρωταρχικοί – σύμφωνα με τους Σοφούς, ήταν οι πρώτοι που δημιουργήθηκαν: οι δέκα σπόροι από τους οποίους εκπορεύονταν οι υπόλοιποι. Χάρη σε αυτούς σχηματίστηκε το Όλον, το σύνολο των συμπάντων, και αν αυτοί έπεφταν, οι άλλοι θα ακολουθούσαν· μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα εξάλειφε κάθε πραγματικότητα.
***
Οι άνθρωποι διχάστηκαν.
Η θρησκεία δήλωσε ότι ήταν Θεές.
Η επιστήμη επέμενε ότι ήταν κοσμικές δυνάμεις.
Η φιλοσοφία ισχυρίστηκε ότι ήταν Ένστικτο και Πεπρωμένο – η τάση για αναπαραγωγή των έμβιων όντων που ερχόταν αντιμέτωπη με την αναπόφευκτη μοίρα του θανάτου.
Δεν είχε σημασία – γιατί, στην τελική, δεν καταφέραμε να τις σταματήσουμε.
***
Πρώτη εμφανίστηκε η Εντροπία· εγκαταστάθηκε στον κόσμο μας από τη ρωγμή της λογικής μας, όταν οι Σοφοί μας δεν μπόρεσαν να βρουν απαντήσεις για τα παράξενα φαινόμενα που μας είχαν κατακλύσει. Διότι έτσι λειτουργεί η Σκοτεινή Θεά: οι Πράκτορές της, θνητά πλάσματα αλλά και κοσμικές οντότητες, φθείρουν το προστατευτικό στρώμα που διαχωρίζει τα σύμπαντα· κάθε ανεξήγητο συμβάν αποτελεί μια ακόμη ρωγμή στη Λογική, έως ότου αυτή πλέον καταρρέει και, μαζί της, και ο εκάστοτε Κόσμος.
Όμως αυτό δεν ήταν το τέλος – το Ινστιτούτο είχε βρει τον τρόπο να ανοίξει μια πύλη σε κάποια εναλλακτική πραγματικότητα, θεωρώντας ότι η μόνη λύση για να σταματήσει ο καλπασμός της Εντροπίας ήταν να έρθει αντιμέτωπη με τη Δημιουργία. Έτσι, η έτερη Θεά βρήκε ευκαιρία να εισβάλει στη Τέρα Σελέστε.
Και από τον όμορφο κόσμο μας, αυτόν που οι Σοφοί μας μέσα στην αλαζονεία τους είχαν βαφτίσει Πρωταρχικό Κόσμο 5, δεν απέμεινε παρά μόνο η ήπειρος της Σικάρια. Από τον υπόλοιπο πλανήτη, ο μισός βυθίστηκε στο σκοτάδι της Εντροπίας κι ο άλλος μισός παραδόθηκε στο εκτυφλωτικό φως της Δημιουργίας. Στη μέση έμεινε η Γραμμή και μια χούφτα πόλεις που στεγάζουν τους τελευταίους ανθρώπους της Τέρα Σελέστε, η οποία, έναν αιώνα μετά, έλαβε ένα καταλληλότερο όνομα: οι Μεθοριακοί Τόποι – μια περιοχή ανάμεσα στις δύο επικράτειες που αντιμάχονται αέναα η μία την άλλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου