2.2 - Το Κορίτσι

 


2.

Το Κορίτσι


        Εκείνη τη μέρα, αφού συμπλήρωσα δέκα ώρες στο τιμόνι, άραξα το φορτηγό σε ένα πλάτωμα, όπου με υποδέχτηκε το κουφάρι ενός βενζινάδικου, εγκαταλελειμμένου εδώ και δεκαετίες. Προς τα εκτυφλωτικά βορειοανατολικά ξεχώριζε η λασπώδης έκταση των Λιμνών Μαζούτ και, ακόμα μακρύτερα, το αχανές περίγραμμα των Σάρκινων Λόφων.
        Έφαγα ανόρεχτα μια κονσέρβα κι άναψα τσιγάρο, παρατηρώντας με ενδιαφέρον τον καπνό καθώς διαλυόταν και γινόταν ξανά συμπαγής, έπαιρνε παράδοξα σχήματα, έλαμπε και σκοτείνιαζε. Δεν κάπνιζα συχνά – η γεύση του μεταβαλλόταν, ανάλογα με την εγγύτητά του σε κάποια φυσική ανωμαλία. Κρίνοντας από τις ιδιοτροπίες του καπνού, κάτι πρέπει να υπήρχε και στο σημείο που είχα σταματήσει· ίσως ένα Σηπόμενο Τούνελ ή μια Ρυπαντική Τομή ή κάποια άλλη μαλακία με ευφάνταστο όνομα που είχαν καταγράψει οι επιστήμονες του Ινστιτούτου προτού καν γεννηθώ.
        Η Γραμμή ήταν ασυνήθιστα άδεια. Από την ώρα που είχα αφήσει την Κοιλάδα των Σταυρωμένων πίσω μου δεν είχα συναντήσει ούτε ένα όχημα, ούτε μια περίπολο. Ακόμα και το CB ήταν σιωπηλό, σαν οι Χαρτογράφοι να είχαν συμφωνήσει για μαζική απεργία. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εμένα δε με είχε ενημερώσει κανείς.
        Η σκέψη μου επέστρεφε συνεχώς στους έξι και την ατελέσφορη απόπειρά μου να αλλάξω τη μοίρα τους. Στις δύο δεκαετίες που διέσχιζα τη Σικάρια είχα γίνει μάρτυρας αμέτρητων βιαιοτήτων και είχα βρεθεί στη θέση του παρολίγον θύματος αρκετές φορές – τις περισσότερες από αυτές κατάφερα να ξεφύγω χάρη σε έναν συνδυασμό τύχης και επαρκών πυρομαχικών. Τα πρώτα χρόνια σταματούσα συχνά για βοήθεια, μέχρις ότου η προθυμία μου να βοηθήσω μια κοπέλα που έκανε οτοστόπ κοντά στα μέρη των Άλικων Σουφραζετών κόντεψε να μου κοστίσει τη ζωή: αμέσως μόλις απομακρυνθήκαμε από το σημείο, τράβηξε ένα στιλέτο από τη μπότα της και με μαχαίρωσε στην κοιλιά. Το συμβάν τελείωσε με εκείνη να γκρεμίζεται από το κινούμενο όχημα με μια κλοτσιά κι εμένα να προσπαθώ να συγκρατήσω τα σωθικά μου στη θέση τους. Ακόμα δεν ξέρω πώς κατάφερα να οδηγήσω μέχρι το πιο κοντινό νοσοκομείο· οι γιατροί έλεγαν ότι είχα σωθεί από θαύμα. Μου πήρε δύο μήνες μέχρι να γίνω καλά και να οδηγήσω ξανά. Ποτέ δεν έμαθα τι απέγινε η τύπισσα, αλλά κάθε φορά που περνάω από την περιοχή του Πάνκχερστ, όπου οι Σουφραζέτες έχουν τα λημέρια τους, το πόδι μου πατάει ασυναίσθητα το γκάζι.
        Από τότε επικεντρώθηκα στη δουλειά μου, αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα κατά μήκος της Γραμμής – άλλωστε οι συμμορίες είναι τόσες πολλές που, κατά τη διάρκεια ενός τόσο μακρινού ταξιδιού, στατιστικά θα συναντήσεις τουλάχιστον τέσσερις. Αν πολεμάς με καθεμία από αυτές, τότε δε θα φτάσεις ποτέ στον προορισμό σου· χώρια που, αν νιώθεις την παρόρμηση να σκοτώσεις κάθε αλήτη που καβαλάει μια μηχανή στολισμένη με ανθρώπινα κρανία ή οδηγεί ένα όχημα σέρνοντας πίσω του κάποιον αλυσοδεμένο αιχμάλωτο, τότε μάλλον επέλεξες λάθος καριέρα.
        Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που η άστοχη προσπάθειά μου να σώσω τους έξι με είχε επηρεάσει τόσο: για μια φορά είχα παρεκκλίνει της τακτικής μου, πιστεύοντας ότι πραγματικά μπορούσα να βοηθήσω, και το μόνο που είχα καταφέρει ήταν να βεβαιωθώ πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Το στόμα μου ήταν πικρό, όχι από τον εκκεντρικό καπνό, αλλά από τη γεύση της αποτυχίας.

        Κοιμήθηκα αγκαλιά με την καραμπίνα για την περίπτωση που κάποιος περιπλανώμενος είχε την ατυχή έμπνευση να μου την πέσει. Όταν ξύπνησα, στο γκρίζο τμήμα του ουρανού πάνω από τη Γραμμή, αυτό το κομμάτι που αποκαλούσαμε δικό μας γιατί ήταν το μόνο που μας είχε απομείνει από την αέναη διαμάχη των Κοσμικών Θεών, είχαν εμφανιστεί δειλά δύο-τρία αστέρια. Αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση· δε θυμόμουν από πότε είχα να δω στολισμένο το στερέωμα.
        Κατέβηκα από τον τράκτορα, τεντώθηκα κι άφησα να με χτυπήσει το ελαφρύ, παιχνιδιάρικο αεράκι που άλλαζε κατεύθυνση κάθε δευτερόλεπτο. Περιεργάστηκα για λίγο το εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο – οι τοίχοι του είχαν ξεφτίσει, οι πινακίδες είχαν σκουριάσει, οι αντλίες ήταν σπασμένες και οι σωλήνες φαγωμένοι. Δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος ζωής εκεί, πέρα από το σκελετό ενός αρθρωτού κογιότ με οκτώ πόδια που κειτόταν κουλουριασμένο κοντά στην είσοδο του κτιρίου.
        Ο αμυδρός ήχος ενός πνιχτού λυγμού με έκανε να τιναχτώ στιγμιαία, μα ανέκτησα αμέσως την ψυχραιμία μου. Δεν υπήρχε λόγος να βρίσκομαι σε υπερένταση· ήμουν μόνος στο πλάτωμα και δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα ήχους χωρίς προφανή πηγή. Εξάλλου, κάποια φυσική ανωμαλία βρισκόταν στη γύρω περιοχή – το είχα ήδη διαπιστώσει.
        Παρ’ όλα αυτά, ο ήχος επέμενε. Ακούγοντάς τον πιο προσεκτικά συνειδητοποίησα πως δεν ήταν το μακρόσυρτο κλάμα που έφερνε μερικές φορές ο άνεμος, αυτό που οι παλιοί έλεγαν πως ήταν οι ψίθυροι των νεκρών, ούτε τα ουρλιαχτά ανείπωτων πλασμάτων που κρύβονταν πέρα από το ορατό φάσμα των ανθρώπων· έμοιαζε περισσότερο σαν κάποιος να πάλευε να καταπνίξει το βογκητό του. Τράβηξα το μαχαίρι μου κι έκανα επιφυλακτικά τον γύρο της νταλίκας, προσπαθώντας να εντοπίσω την προέλευση του.
        Και τότε το είδα: σε μια εσοχή της πλατφόρμας, γραπωμένο γερά από τα συρματόσχοινα του κοντέινερ, βρισκόταν ένα κοριτσάκι. Ήταν εμφανώς εξαντλημένο, με βρόμικο πρόσωπο και παλάμες γδαρμένες από το τραχύ σύρμα· όμως, στα παράξενα μάτια του φώλιαζε μια λάμψη, τόσο αταίριαστη με το παρουσιαστικό του που με έκανε να κοντοσταθώ.
«Τι κάνεις εδώ;» απόρησα, συνειδητοποιώντας αμέσως την ηλιθιότητα της ερώτησής μου. 
        Προφανώς ήταν μία από τους έξι αιχμαλώτους, το κορίτσι που παρακολουθούσα από τον καθρέφτη να πέφτει μαζί με τη γυναίκα που το κρατούσε. Τελικά, με κάποιον τρόπο είχε καταφέρει να ανεβεί στην πλατφόρμα προτού οι Αναρτητές την αρπάξουν. Το σοκ μου έδωσε γρήγορα τη θέση του στην αποφασιστικότητα· ένιωθα σαν η μοίρα να μου είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.
«Πώς σε λένε;» τη ρώτησα και άπλωσα το χέρι μου, όμως η μικρή μαζεύτηκε τρομαγμένη. 
        Λογικό· αυτά που είχε δει θα τραυμάτιζαν οποιονδήποτε άνθρωπο. Έπρεπε να την προσεγγίσω με πιο έμμεσο τρόπο.
«Οκέι, κανένα πρόβλημα», βιάστηκα να προσθέσω. «Μείνε εδώ, έτσι;»
        Έτρεξα προς τον τράκτορα και άρχισα να ψάχνω τα ντουλαπάκια σαν μανιακός, έως ότου βρήκα μια μισοξεχασμένη σοκολάτα. Επέστρεψα στο κορίτσι και την έτεινα προς το μέρος της.
«Σοκολάτα», είπα. «Έχεις ξαναφάει; Είναι πολύ νόστιμη».
        Δεν είπε λέξη. Τα μάτια της, τα πιο αλλόκοτα μάτια που είχα δει ποτέ μου, ήταν καρφωμένα πάνω μου. Είχαν βιολετί απόχρωση και, κάποιες φορές, μου φαινόταν πως έλαμπαν.
        Ξετύλιξα τη σοκολάτα, έφαγα μια μικρή μπουκιά κι έδωσα ένα μίνι ρεσιτάλ ηθοποιίας, μουγκρίζοντας ευχαριστημένος. Έπειτα άφησα το υπόλοιπο γλύκισμα κοντά της κι έκανα μερικά βήματα πίσω.
        Με αργές, προσεκτικές κινήσεις, η μικρή άφησε το συρματόσχοινο και πήρε τη σοκολάτα. Τη μύρισε κι έπειτα έγλειψε διστακτικά τη γλυκιά μπάρα.
«Να το πάλι», σκέφτηκα, καθώς τα μάτια της άστραψαν στιγμιαία.
        Άρα δεν το είχα φανταστεί.

***

        Η σοκολάτα έκανε το θαύμα της και, τελικά, το κορίτσι αποφάσισε ότι μπορούσε να με εμπιστευτεί. Έφαγε άλλη μια μπάρα και ήπιε λίγο νερό, όμως αρνιόταν να αφήσει τη θέση της ή να μιλήσει.
        Έτσι κι αλλιώς, δεν ξέρω τι περίμενα να μου πει. Η ιστορία της ήταν γραμμένη στο πρόσωπο και την εμφάνισή της: ένα παιδί που, ενώ ταξίδευε με τους γονείς του, έπεσε σε ενέδρα. Τα υπόλοιπα αποτελούσαν γεγονότα στα οποία είχα σταθεί μάρτυρας.
        Τα μαλλιά της ήταν λασπωμένα και στο μάγουλό της είχε μια μεγάλη χαρακιά, ενθύμιο των θρησκόληπτων της Κοιλάδας, ενώ τα ρούχα της δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κουρέλια βουτηγμένα σε ιδρώτα, χώμα και αίμα. Στη μέση της κρεμόταν δεμένο ένα ταλαιπωρημένο κουκλάκι, με τα πάνινα χέρια του τυλιγμένα γύρω της σαν αγκαλιά. Επικεντρώθηκα σε αυτό.
«Ποιος είναι αυτός; Κάπου τον ξέρω», είπα σοβαρά.
        Έσμιξε τα φρύδια της παραξενεμένη, αλλά και πάλι δε μίλησε.
«Το έχω ξαναδεί αυτό το σκυλί», συνέχισα εγώ, απευθυνόμενος πάντα στο λούτρινο που ήταν εμφανές πως δεν ανήκε στην ευρύτερη οικογένεια των κυνοειδών.
«Δεν είναι σκυλί», μουρμούρισε η μικρή, όμως έκανα ότι δεν την άκουσα.
«Α-χα!» αναφώνησα σαν να μου είχε έρθει επιφοίτηση. «Μοιάζει με τον Ρεξ, το λυκόσκυλό μου!»
«Δεν είναι σκυλί», επανέλαβε το κορίτσι, αυτή τη φορά πιο δυνατά.
        Τώρα που είχα τραβήξει την προσοχή της, έστρεψα το βλέμμα μου πάνω της.
«Μπα; Και τι είναι;»
«Λαγός».
«Αποκλείεται. Αν είναι έτσι, πώς τον λένε;»
        Δίστασε.
«Δεν ξέρεις, άρα είναι ο Ρεξ, το λυκόσκυλό μου», επέμεινα.
«Όχι, δεν είναι αυτός», αντέδρασε η μικρή. «Είναι ο Κύριος Λαγός και είναι δικός μου».
«Χμ, κι εσύ ποια είσαι;»
«Η Εύα».
        Χαμογέλασα και την είδα να δαγκώνεται. Είχε πέσει στην παγίδα μου χωρίς να το καταλάβει.
«Χαίρω πολύ, Εύα. Είμαι ο Μάικ», της είπα κι έτεινα το χέρι μου.
        Τα βιολετί μάτια της καρφώθηκαν πάνω μου, σαν να με ζύγιζαν. Έπειτα κοίταξε γύρω της, το έρημο πλάτωμα.
«Γιατί σταμάτησες;»
«Επειδή κουράστηκα να οδηγώ».
«Όχι τώρα, πριν. Με τα τέρατα».
        Η ευθύτητα της ερώτησής της με αιφνιδίασε.
«Ήθελα να βοηθήσω», είπα χαμηλόφωνα.
«Και τότε γιατί έφυγες;»
        Αυτή τη φορά δεν αποκρίθηκα. Το κορίτσι δε φάνηκε να εκπλήσσεται.
«Πού πας;» συνέχισε όταν είδε ότι δεν είχα τι να πω.
«Στην Αρκαδία».
«Να έρθω μαζί σου;»
«Ναι».
        Το μουτράκι της ανακουφίστηκε από την άμεση απάντησή μου. Ετσι κι αλλιώς τι θα έκανα, θα την άφηνα μοναχή της στην ερημιά;
«Αυτή είναι η Ρόζι», της είπα, δείχνοντας τον τράκτορα. «Θες να κάτσεις μπροστά; Είναι πολύ πιο άνετα απ’ ό,τι εδώ. Θα αρέσει και στον Κύριο Λαγό».
        Έριξε μια ματιά στο σκονισμένο θηρίο κι έγνεψε καταφατικά. Τη βοήθησα να ανέβει και έμεινε με ανοιχτό το στόμα καθώς περιεργαζόταν το εσωτερικό της καμπίνας – οι μοχλοί, τα κοντέρ, τα διάφορα διακοσμητικά, όλα την είχαν εντυπωσιάσει. Χαμογέλασα με την αθωότητά της.
        Καθώς βολευόμασταν στις θέσεις μας, το βλέμμα μου ξεστράτισε προς τον ουρανό – ακόμα περισσότερα αστέρια είχαν εμφανιστεί στο γκρίζο ημίφως.
        Κι αυτή τη φορά έλαμπαν πιο έντονα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου