Σάντα Μίρα
Σε μια καμπύλη της Γραμμής βρίσκεται η περίκλειστη πόλη της Σάντα Μίρα, μια κοινότητα δύο χιλιάδων ψυχών με κύρια εξαγώγιμα προϊόντα πατάτες, πόρνες και θρησκόληπτους ζηλωτές. Ένα ψηλό τείχος προστατεύει τον οικισμό, γεμάτο με παρατηρητήρια και υπερυψωμένα φυλάκια, όλα επανδρωμένα με βλοσυρούς, μουστακαλήδες στρατιώτες που μοιάζουν να έχουν βγει από φωτοτυπικό. Ο οπλισμός τους αποτελείται από τουφέκια Ζαπάτα, τόσο απαρχαιωμένα που οι πιθανότητες να πετύχουν τον εχθρό είναι ίσες με το να εκραγούν στα χέρια τους. Δεν είναι υποδείγματα υπομονής· αν δεν υπακούσεις αμέσως στις εντολές τους, ανοίγουν πυρ χωρίς δισταγμό. Από τη μια είναι κατανοητό, καθώς η Γραμμή βρίθει από συμμορίες παρανόμων και όντα των δύο Θεών – από την άλλη, όμως, κινδυνεύεις να φας μια σφαίρα στο κούτελο μόνο και μόνο επειδή έψαχνες τα χαρτιά σου και δεν τους παρατήρησες εγκαίρως.
Πέρα από τα τείχη απλώνονται δίπατα κτίρια από κιτρινωπό ψαμμίτη, πλαισιωμένα από σεκόιες, στη σκιά των οποίων βρίσκουν καταφύγιο οι ράθυμοι κάτοικοι όταν έχει πολλή ζέστη. Στο κέντρο της πόλης υπάρχει το δημαρχείο και η εκκλησία της Αγίας Καρτερίας, όπου συγκεντρώνονται οι πιστοί κάθε φορά που το καμπαναριό χτυπά δώδεκα φορές και προσεύχονται εκστατικοί.
Οι ρυθμοί στη Σάντα Μίρα είναι νωχελικοί· όσες φορές έχει τύχει να μείνω παραπάνω από πέντε μέρες, έχω πιάσει τον εαυτό μου να βαλτώνει, να χάνει κάθε διάθεση. Το ότι η πόλη εξακολουθεί να υπάρχει μοιάζει με μικρό θαύμα – ιδίως αν σκεφτεί κανείς πόσο κοντά βρίσκεται σε ένα Επιβραδυντικό Φρέαρ, του οποίου η επίδραση στους βιορυθμούς των κατοίκων είναι συντριπτική. Κάποτε, στα νότια, υπήρχε ένα χωριό που θάφτηκε από τις αμμοθύελλες, με τον πληθυσμό του ζωντανό μεν αλλά πλήρως αδρανοποιημένο εξαιτίας της επιρροής του Φρέατος.
Ευτυχώς για μένα, ο προορισμός μου δεν είχε τέτοια κατάληξη· καθώς τα τείχη της πόλης διακρίνονταν μέσα από το σύννεφο της σκόνης που είχε σηκώσει ο μανιασμένος αέρας, ένας στεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από τα χείλη μου. Η ταχύτητα του φορτηγού είχε πέσει από τα σαράντα στα δεκαπέντε χιλιόμετρα την ώρα και ήταν φανερό πως έπνεε τα λοίσθια.
Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα στη Σάντα Μίρα, καθώς η Ρόζι διένυε τα τελευταία μέτρα ασθμαίνοντας, ήταν ο τελευταίος που είχα αποχαιρετήσει όταν έφευγα, λίγες ώρες πριν. Όλο το γεγονός με τους Ρακοσυλλέκτες είχε συμβεί προτού ο λοχίας Ρόμπερτς ολοκληρώσει τη βάρδιά του. Στεκόταν μπροστά στην πύλη με τα πόδια ανοιχτά και τους αντίχειρες περασμένους στις θηλιές του παντελονιού του. Φορούσε ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά που δεν αποχωριζόταν ποτέ, τα μαλλιά του ήταν επιμελώς χτενισμένα, το πρόσωπό του καλοξυρισμένο. Μασούσε τσίχλα επιδεικτικά και δε φάνηκε να εκπλήσσεται που με έβλεπε να επιστρέφω τόσο σύντομα.
Η νταλίκα παρέδωσε το πνεύμα της λίγα μόλις μέτρα πριν τα τείχη, με ένα απότομο τίναγμα. Το ντεπόζιτο κάπνιζε. Κατέβηκα και πλησίασα κατάκοπος τον λοχία.
«Έχεις τα χάλια σου», σχολίασε εκείνος με ένα πλατύ χαμόγελο. Ο Ρόμπερτς ήταν το είδος του ανθρώπου που μπορούσες πάντα να είσαι βέβαιος ότι θα σε κάνει να νιώσεις ακόμα χειρότερα.
«Κι εσύ, αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να το αλλάξεις», μουρμούρισα κακόκεφα.
«Ποιοι ήταν αυτή τη φορά;»
«Ρακοσυλλέκτες στο 216».
«Αυτό δεν είναι ούτε δέκα χιλιόμετρα από δω. Θες να στείλω απόσπασμα;»
Έγνεψα αρνητικά.
«Τους τακτοποίησα. Αλλά μού γάμησαν τη Ρόζι».
«Θα σε φτιάξει ο Μέκα. Είσαι χτυπημένος;»
«Λες να έδεσα το χέρι μου από άποψη;»
Ο Ρόμπερτς ανασήκωσε τους ώμους του.
«Τράβα στο ιατρείο. Νομίζω πως έχει βάρδια η Βαλέρια σήμερα», είπε πονηρά.
Δεν απάντησα. Είχα επισκεφθεί την πόλη τουλάχιστον τέσσερις φορές από τότε που… χμ, χωρίσαμε και την είχα αποφύγει και τις τέσσερις. Δεν ήθελα ούτε να φανταστώ πώς θα με υποδεχόταν.
«Θα στείλω σήμα στην περίπολο να μαζέψει τα συντρίμμια», συνέχισε ο λοχίας. «Αν θελήσεις κάτι, έλα στο φρουραρχείο, θα είμαι μέχρι αργά».
«Εντάξει. Και, Μαρκ; Με προσοχή – υπάρχουν Άνθη στον δρόμο, λίγο παρακάτω από το σημείο που μου επιτέθηκαν».
Ομολογώ πως χάρηκα που το καταραμένο του χαμόγελο χάθηκε.
***
Ο Μέκα βρισκόταν εδώ πριν από μένα, πριν από τον Ρόμπερτς, πριν από την ίδια τη γαμημένη πόλη. Κανείς δεν ήξερε την πραγματική του ηλικία, όμως όλοι είχαν αναμνήσεις από τότε που ήταν παιδιά και εκείνος αναλάμβανε να επιδιορθώσει τα πάσης φύσεως μηχανήματα που του έφερναν. Το πρόσωπό του έμοιαζε με τσαλακωμένο καφέ χαρτί, το τελευταίο του δόντι τον είχε εγκαταλείψει πολλά χρόνια προτού τον γνωρίσω εγώ και στο μέτωπό του φορούσε μονίμως μια μαύρη μπαντάνα που δεν εξυπηρετούσε τίποτα πέρα από το να του δίνει στυλ (όπως πίστευε). Παραδόξως είχε όλα του τα μαλλιά – έναν λευκό καταρράκτη που τον έπιανε κοτσίδα και τον στόλιζε με κρανία μικροσκοπικών πουλιών.
«Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες;» έκρωξε καθώς έμπαινα στο συνεργείο του, που βρισκόταν κολλητά κοντά στο τείχος στα νότια της πόλης. Κάποτε μου είχε πει, μεταξύ αστείου και σοβαρού, πως είχε επιλέξει εκείνο το σημείο για να μπορεί να διαφύγει από τη Σάντα Μίρα οποιαδήποτε στιγμή – το κουφάρι ενός αυτοκινήτου, χωρίς μηχανή, ρόδες και παράθυρα, έκρυβε ένα άνοιγμα στο περιτοίχισμα που οδηγούσε στην έρημο.
Τον αναζήτησα μέσα στο σιδερένιο χάος που επικρατούσε και τον εντόπισα κάτω από ένα ημιφορτηγό Ντόμινους Νίρο του ’97, να χαρχαλεύει το σασί του. Ο βοηθός του, ένας μυώδης νεαρός με ξανθά μαλλιά κουρεμένα καπελάκι, στεκόταν δίπλα στο όχημα, σκαλίζοντας τη μύτη του με βλακώδες βλέμμα.
«Ο χρόνος κυλάει περίεργα στους Μεθόριους Τόπους», αποκρίθηκα κι ο Μέκα κακάρισε και σύρθηκε έξω από το φορτηγάκι.
«Κρανιοκυνηγοί;» με ρώτησε. «Έχουμε δει αρκετούς από δαύτους να τριγυρνάν στα μέρη μας, αμέ».
«Ρακοσυλλέκτες. Τρία Φέροξ Ράπτορς».
«Δεν πιστεύω να έφερες κανένα μαζί σου;» είπε με λαχτάρα.
«Όχι».
Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση λύπης που ήταν σχεδόν κωμική.
«Κρίμα, οι κινητήρες τους έχουν αρκετό χαλκό», μουρμούρισε απογοητευμένος. «Τέλος πάντων, πώς κι επέστρεψες;»
Του εξήγησα το πρόβλημα της Ρόζι, ρίχνοντας πλαγιές ματιές στον βοηθό του, που συνέχιζε να αναζητά χαμένους θησαυρούς στα ρουθούνια του χωρίς να μας δίνει σημασία. Ο Μέκα έγνεφε με κατανόηση σε κάθε ατυχία μου, ενώ ταυτόχρονα από μέσα του υπολόγιζε το κόστος. Τι να γίνει, εδώ που είχα φτάσει δεν είχα πολλές επιλογές.
«Τρεις μέρες, χίλια δολάρια».
Εξοργίστηκα.
«Με γαμάς».
«Θα ’θελες, όμως τα υδραυλικά μου δε λειτουργούν εδώ και τριάντα χρόνια», κακάρισε ξανά.
«Δεν μπορώ να περιμένω τρεις μέρες», διαμαρτυρήθηκα. «Έχω προϊόντα να παραδώσω».
«Άτυχος, πολύ άτυχος είσαι, παλικάρι μου», είπε με προσποιητή κατανόηση και συγκρατήθηκα με δυσκολία να μην τον γρονθοκοπήσω.
Ο γέρος έξυσε το πηγούνι του. Κροτάλισε τα δάχτυλά του κι ο βοηθός του επανήλθε στην πραγματικότητα.
«Πίτι, τράβα φέρε τη νταλίκα», τον διέταξε.
«Πού είναι;»
«Στην πύλη, πού θες να ’ναι, στον κώλο μου;» τσαντίστηκε ο Μέκα κι ο νεαρός εξαφανίστηκε.
«Είναι γιος της ανιψιάς μου», μου εξήγησε αφού έφυγε. «Καλό και δυνατό παιδί, αλλά όχι το πιο λαμπρό σπίρτο στο κουτί».
Δεν επέδειξα κανένα ενδιαφέρον για το οικογενειακό του δέντρο.
«Μπορείς να την έχεις έτοιμη αύριο;» επέμεινα.
«Θα κάνω ό,τι μπορώ, αλλά ίσως να κοστίσει κάνα διακοσάρι παραπάνω».
Μέχρι εκεί μπορούσα να τον πιέσω· ήξερα πότε είχα ηττηθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου