Νέμεσις
Το άντρο της συμμορίας βρισκόταν σε μια ανοιχτωσιά, βαθιά μέσα στο πλήθος των πασσάλων. Μικρές καλύβες, κατασκευασμένες από οστά και επενδεδυμένες με ανθρώπινα δέρματα, αποτελούσαν τις κατοικίες του εκφυλισμένου λαού της Κοιλάδας, ενώ διάφορα σκόρπια αντικείμενα υποδείκνυαν τη βιαστική αναχώρησή τους. Η δυσωδία από τα αποσυντεθειμένα πτώματα των θυμάτων τους έπεφτε σαν βαρύ πέπλο στην ατμόσφαιρα – κι όμως, ο άγνωστος διέσχιζε τις σειρές των νεκρών ατάραχος, σαν το περιβάλλον να του ήταν οικείο.
Στο κέντρο του αποτρόπαιου οικισμού, ο Θείος είχε απομείνει μόνος του, εγκαταλελειμμένος από τους ακολούθους του. Είχε αποπειραθεί κι εκείνος να τραπεί σε φυγή, όμως οι οξυμένες του αισθήσεις είχαν νεκρωθεί από την αλλόκοσμη αύρα που εξέπεμπε ο μαυροντυμένος άνδρας και ήταν αδύνατον να βρει τον δρόμο του μέσα στον λαβύρινθο των σταυρών. Ο άγνωστος τον βρήκε να έχει καταφύγει κάτω από έναν πάσσαλο, απ’ όπου κρέμονταν τα απομεινάρια μιας γυναίκας, στα χέρια της οποίας είχαν καρφώσει τα δύο της παιδιά. Αν οι ψίθυροι ήταν αληθινοί, επρόκειτο για την ίδια την οικογένεια του Θείου, την οποία δεν είχε διστάσει να θυσιάσει πρώτη.
Ο άνδρας κοντοστάθηκε και σήκωσε το βλέμμα του στον σταυρό· ατένισε τα μικροσκοπικά κορμάκια σκεπτικός κι έπειτα στράφηκε στον ηλικιωμένο Αναρτητή.
«Έχω βαδίσει σε περισσότερους κόσμους απ’ όσους μπορώ να θυμηθώ», ψιθύρισε απειλητικά, «αλλά τέτοια αχρειότητα δε συνάντησα πουθενά».
«Φύγε από ’δω», γρύλισε ο Θείος, σε μια αξιοθρήνητη απόπειρα να επιβληθεί. «Τι είσαι; Μεταπλασμένος; Δε θέλουμε πάρε-δώσε με το είδος σου».
Ο άγνωστος δεν του έδωσε σημασία. Ο γέρος κόλλησε στον πάσσαλο· για εκείνον, ο νεοφερμένος ήταν μια σκιά που τρεμόπαιζε.
«Σου είπα να-»
«Βούλωσ’ το», είπε ο μαυροντυμένος κι ένα παγερό ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του Θείου – μια φρικιαστική αναβίωση του τρόμου που τον είχε κυριεύσει όταν αντίκρισε για πρώτη φορά τους Σάρκινους Λόφους. Το ον που στεκόταν μπροστά του δεν καταγόταν από εδώ.
«Λίγα μέτρα από δω υπάρχουν τέσσερα οχήματα. Τι απέγιναν οι επιβάτες τους;»
Ο Αναρτητής ρουθούνισε με αναίδεια.
«Κοίτα γύρω σου», απάντησε. «Τι νομίζεις ότι απέγιναν;»
«Σε ένα από τα αυτοκίνητα υπήρχε ένα κορίτσι. Καστανά μαλλιά, γύρω στα δέκα. Είχε έναν λούτρινο λαγό μαζί της. Πού είναι;»
«Σου μοιάζει για Γραφείο Αγνοουμένων εδώ;» του απάντησε με θράσος ο γέρος κι ο άνδρας τον γρονθοκόπησε στο στόμα.
«Δε θα απαντάς στις ερωτήσεις μου με ερωτήσεις», τον προειδοποίησε ήρεμα, όσο ο Θείος κλαψούριζε κι έφτυνε σπασμένα δόντια. «Πού βρίσκεται το κορίτσι;»
«Δεν ξέρω!» έκρωξε ο Αναρτητής με το σαγόνι του πασαλειμμένο με αίματα. «Τους είχαμε στη σειρά για σταύρωμα και τότε πέρασε μια νταλίκα. Προσπάθησε να τους σώσει».
«Τα κατάφερε;»
«Όχι», είπε ο γέρος και κακάρισε. «Τους αρπάξαμε και ψόφησαν εκεί δα, στη μέση του δρόμου. Γδάραμε τα πρόσωπά τους και τα κρεμάσαμε στα λάβαρά μας».
Το αριστερό χέρι του άγνωστου χάιδεψε τη λαβή του όπλου του, όμως συγκρατήθηκε.
«Δείξε μου», είπε ο άνδρας με σφιγμένα δόντια.
Ο Θείος τον κοίταξε απορημένος.
«Τι να σου δείξω;»
«Τα πρόσωπά τους. Το κορίτσι που σκοτώσατε».
Ο γέρος χαμήλωσε το κεφάλι και δε μίλησε. Για τον μαυροντυμένο αυτό αρκούσε.
«Ποια κατεύθυνση ακολουθούσε η νταλίκα;»
«Βόρεια».
Ο Θείος μισόκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να διακρίνει κάποιο χαρακτηριστικό στο τρεμάμενο έρεβος που περιέβαλλε τον άνδρα.
«Πού ανήκεις;» τον ρώτησε. «Είσαι Πράκτορας της Εντροπίας, σωστά; Βλέπω το σκοτάδι μέσα σου».
Ο άγνωστος δεν του έριξε ούτε μια ματιά. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στον ορίζοντα, εκεί όπου το φως και το σκοτάδι έσμιγαν.
«Δεν ανήκω πουθενά», μουρμούρισε.
«Μαλακίες», επέμεινε ο γέρος. «Όλοι ανήκουν κάπου. Εγώ πίστευα στη Δημιουργία μέχρις ότου αντίκρισα το πραγματικό της πρόσωπο. Από τότε υπηρετώ την αδελφή Της προσπαθώντας να επιφέρω την απαραίτητη ισορροπία».
Ο άγνωστος μειδίασε.
«Είναι εντυπωσιακό ότι οι άνθρωποι πάντα βρίσκουν έναν λόγο για να υπεραμύνονται των πράξεών τους. Είτε είναι κάποια κοσμική ισορροπία, είτε είναι ένα υπάρχον καθεστώς – πάντα υπάρχει μια δικαιολογία για τα κρίματά τους».
«Εσύ δηλαδή είσαι αθώος;» είπε ειρωνικά ο Αναρτητής.
«Οι μόνοι αθώοι βρίσκονται κρεμασμένοι στους σταυρούς σου, γέρο. Εγώ έχω μια συγκεκριμένη αποστολή και βρίσκομαι ένα βήμα πριν το τέλος».
«Όλοι ακολουθούν μια αποστολή. Εσύ όμως ανακατεύτηκες στη δική μου», είπε ο γέρος και στη φωνή του υπήρχε μια παραπονεμένη χροιά. «Δε χρειαζόταν να σταματήσεις, οι περισσότεροι γκαζώνουν και απομακρύνονται προτού προλάβουμε να στήσουμε παγίδες».
Αυτή τη φορά ο άνδρας κάρφωσε το βλέμμα του πάνω του.
«Το γεγονός ότι σταμάτησα είναι η καλύτερη απόφαση που πήρα τον τελευταίο καιρό. Σήκω – ήρθε η ώρα».
Ο Θείος άρχισε να τρέμει· στο διαστρεβλωμένο του μυαλό υπήρχε ακόμα η ελπίδα ότι θα τη γλίτωνε.
«Αποκλείεται. Δεν το κουνάω από δω».
Ο μαυροντυμένος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
«Δεν ήταν επιλογή· απλώς προσπαθούσα να γλιτώσω τον κόπο».
Άρπαξε τον γέρο από τα πόδια και τον έσυρε πάνω στο κόκκινο χώμα, όσο εκείνος στρίγκλιζε εκλιπαρώντας για έλεος και πάσχιζε μάταια να πιαστεί από οπουδήποτε. Αρκετά μέτρα μακριά, κοντά στο σημείο όπου άρχιζε η επικράτεια της Δημιουργίας, οι ακόλουθοί του άκουσαν τις απεγνωσμένες του ικεσίες· όμως ο τρόμος που τους είχε κυριεύσει μπροστά στο άσπλαχνο πλάσμα και στο αναπάντεχο μακελειό στο οποίο είχε επιδοθεί ήταν αρκετός για να τους κρατήσει στις κρυψώνες τους.
***
Λίγες μέρες μετά, σε μια περιπολία της, ένα όχημα της Π.Α. εντόπισε έναν σταυρό στην άκρη της Γραμμής λίγο μετά το 560ο χιλιόμετρο· πάνω του ήταν δεμένος με συρματόπλεγμα ένας γυμνός ηλικιωμένος άνδρας, με το σαπισμένο του λείψανο γεμάτο σκουλήκια και το στόμα του στραβωμένο σε ένα άηχο ουρλιαχτό. Στο στήθος του υπήρχε μια δυσανάγνωστη επιγραφή, όπου κάποιος είχε γράψει με αίμα «Προστατέψτε τα παιδιά». Το λευκό φως ήταν πιο έντονο σε εκείνο το σημείο, σαν η Δημιουργία να είχε κατακτήσει νέα εδάφη, ενώ από την Κοιλάδα των Σταυρωμένων αντηχούσαν απόμακρα ουρλιαχτά.
Οι αστυνομικοί δεν έμειναν για να εξακριβώσουν από πού προέρχονταν· τους αρκούσε ότι οι επιθέσεις των Αναρτητών εναντίον των διερχόμενων οδηγών είχαν πάψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου