2.5 - Απορίες

 

4.

Απορίες


        Το ραδιόφωνο έπαιζε ροκ του περασμένου αιώνα κι η Εύα παρατηρούσε το άδειο τοπίο, κουνώντας ρυθμικά το κεφαλάκι της. Της είχα προσφέρει μπισκότα (τα οποία καταβρόχθισε) και ένα σωληνάριο με συμπυκνωμένο πουρέ αρακά (που αρνήθηκε με μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπό της). Έπειτα, εξαντλημένη καθώς ήταν από τις συγκινήσεις της μέρας, αποκοιμήθηκε με τον Κύριο Λαγό στην αγκαλιά της. Χαμήλωσα το ραδιόφωνο και συνέχισα να οδηγώ, με το μυαλό μου να προσπαθεί ασταμάτητα να καταστρώσει ένα πλάνο δράσης για μετά, αφού θα είχα παραδώσει το φορτίο στην Αρκαδία. Τι θα έκανα με τη μικρή; Είχε συγγενείς και κάποιο σπίτι ή θα έπρεπε να βρω άλλη λύση;
        Η Σικάρια ήταν χωρισμένη σε τρεις Περιοχές, οι οποίες είχαν πάρει τα ονόματά τους από τη γεωγραφική τους θέση: Βόρεια, Κεντρική και Νότια. Το σύστημα διακυβέρνησης στηριζόταν στο αυτοδιοίκητο της κάθε πόλης και στους τοπικούς της άρχοντες, δήμαρχους και κοινοτάρχες· ωστόσο, όποτε κρινόταν απαραίτητο, απευθύνονταν στον Ύπατο της Περιοχής τους, ο οποίος είχε διευρυμένες αρμοδιότητες, κι εκείνος, με τη σειρά του, έδινε αναφορά στο Συμβούλιο, το οποίο αποτελούσε το ανώτατο διοικητικό όργανο της ηπείρου. Φυσικά, τίποτα δε λειτουργούσε όπως θα έπρεπε – η ατελείωτη γραφειοκρατία, το μειωμένο προσωπικό και τα τεχνολογικά προβλήματα (για παράδειγμα, οι ηλεκτρικές και οι τηλεφωνικές γραμμές παρουσίαζαν ζητήματα απόκοσμης φύσεως, καθώς πολλές φορές υπερφορτώνονταν από την ενέργεια των ψυχών που κυκλοφορούσαν στα καλώδια) ουσιαστικά ευθύνονταν για την ακυβερνησία που επικρατούσε παντού. Δεν ήταν παράξενο· ο κόσμος μας βάδιζε προς το τέλος του. Αν ήθελα να είμαι ειλικρινής, μου προξενούσε έκπληξη που υπήρχε ακόμη έστω κι αυτό το υποτυπώδες διοικητικό μοντέλο.
        Πάντως, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, κάποιες κυβερνητικές υπηρεσίες εξακολουθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Στο Τιβέριο υπήρχε ένα τμήμα που μεριμνούσε για τη φροντίδα και την εκπαίδευση ορφανών παιδιών, ενώ κάτι αντίστοιχο είχα συναντήσει και στη Ντέσα. Δεν είχα ιδέα αν θα μπορούσα να παραδώσω τη μικρή έτσι απλά, χωρίς να με περάσουν από κόσκινο σχετικά με το πού τη βρήκα, όμως όσο κι αν έστυψα το μυαλό μου δεν κατάφερα να βρω καλύτερη λύση. Η εναλλακτική ήταν να επιστρέψω στη Σάντα Μίρα και να την αφήσω στην επιμέλεια ενός από τους ελάχιστους ανθρώπους που εμπιστευόμουν. Φυσικά, αν έκανα κάτι τέτοιο, η Βαλέρια θα με σκότωνε που θα της φόρτωνα ένα άγνωστο παιδί – κι ακόμη περισσότερο επειδή θα ήξερε πως βασιζόμουν στο ότι δε θα το άφηνε αβοήθητο. Όμως η Εύα θα μεγάλωνε με αγάπη και φροντίδα.
        Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο μου φαινόταν καλή ιδέα. Η Βαλέρια ήταν πολύ καλή με τα παιδιά και είχε ιδιαιτέρως ανεπτυγμένο το μητρικό φίλτρο, παρ’ όλο που ήταν παρούσα σε πολλές γέννες και είχε γίνει μάρτυρας των φρικαλεοτήτων που έρχονταν πια στον κόσμο.
«Πεινάω».
        Η φωνή της Εύας με επανέφερε στην πραγματικότητα, λίγο προτού αρχίσω να οραματίζομαι πώς θα έμοιαζε ένα μωρό με τον συνδυασμό των χαρακτηριστικών της Βαλέρια και του εαυτού μου.
«Έχουμε πουρέ αρακά και καρότου», της είπα.
«Θέλω μπισκότα».
«Θα φας μπισκότα αφού φας πρώτα τον αρακά».
        Δέκα λεπτά μετά κι αφού παρέμεινα ανένδοτος, η μικρή έτρωγε τον πουρέ με μεγάλη όρεξη. Σκέφτηκα πως, αφού είχα πείσει ένα παιδί να φάει αυτή τη θρεπτική αηδία, θα γινόμουν καλός πατέρας. Όταν απόφαγε, της είπα ότι μπορούσε να πάρει δύο μπισκότα, αλλά μόνο αυτά για να μην την πονέσει η κοιλιά της.
«Πόσων ετών είσαι;» τη ρώτησα, αποφασισμένος να μάθω μερικά πράγματα για εκείνη.
«Δεν ξέρω», μου απάντησε και τίναξε την μπλούζα της που ήταν γεμάτη ψίχουλα.
«Μου μοιάζεις για επτά–οκτώ», της είπα κι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της.
«Αυτοί εκεί πίσω ήταν οι γονείς σου;» συνέχισα, αλλάζοντας κατηγορία.
«Όχι», αποκρίθηκε, με το βλέμμα της να ατενίζει τις λευκές, φωτεινές εκτάσεις της Δημιουργίας.
«Θείοι σου;»
        Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
«Γιατί ταξίδευες μαζί τους;»
«Με βρήκαν».
«Πού;»
«Σε ένα σπίτι».
«Εκεί που έμενες;»
«Όχι».
        Δεν έβγαζα άκρη· η μικρή ήταν γρίφος και οι απαντήσεις της δε βοηθούσαν την κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, δοκίμασα ξανά:
«Από πού είσαι;»
«Από πολύ μακριά».
«Πάντως, όταν παραδώσουμε το φορτίο, μπορώ να σε γυρίσω σπίτι σου. Καμία διαδρομή δεν είναι μακρινή για τη Ρόζι».
        Η Εύα γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε θλιμμένα.
«Δε νομίζω ότι η Ρόζι μπορεί να με πάει πίσω», μου είπε εμπιστευτικά.
        Και με αυτά τα λόγια, η απορία μου είχε λυθεί. Το κορίτσι καταγόταν από κάποια πόλη που είχε πια χαθεί – ίσως μια πόλη σαν την Καλίσια που είχε γίνει βορά των Πορφυρών Πρισματικών ή την Αουρέλια που είχε καταπλακωθεί από την οργανική μάζα που ήταν γνωστή ως Σάρκινοι Λόφοι.
        Το βλέμμα της καρφώθηκε στα δυτικά, στο πυκνό σκοτάδι που κυριαρχούσε στην επικράτεια της Εντροπίας, και γρήγορα στράφηκε από την άλλη. Ήταν φανερό πως φοβόταν.
        Μια πορτοκαλί Άουρεξ Άστριξ, η πρώτη νταλίκα που συναντούσαμε εδώ και διακόσια χιλιόμετρα, διασταυρώθηκε μαζί μας κι ο οδηγός της μας χαιρέτησε με τρία μακρόσυρτα κορναρίσματα. Του απάντησα με τον ίδιο τρόπο κι η μικρή ενθουσιάστηκε.
«Τον ξέρεις αυτόν;»
«Όχι».
«Και γιατί τον χαιρέτησες;»
«Έτσι κάνουμε στη Γραμμή. Οδηγάμε για πολλές ώρες και, όταν συναντάμε άλλον Χαρτογράφο, κορνάρουμε».
«Τι είναι ο Χαρτογράφος;»
«Ό,τι είμαι κι εγώ. Οδηγός μεταφορών».
«Α», είπε και φάνηκε να σκέφτεται. «Είστε πολλοί;»
«Όχι πια».
        Στράφηκε πάλι προς το παράθυρο και ακούμπησε με το δάχτυλό της το κρύο τζάμι.
«Έχεις αδέλφια;» τη ρώτησα.
«Ναι».
        Ενδιαφέρον.
«Και πού βρίσκονται;»
«Πολύ μακριά».
        Πάλι τα ίδια. Δεν επέμεινα· ίσως να μην ήταν ακόμη έτοιμη να μιλήσει.
«Γιατί δεν υπάρχουν πολλά παιδιά εδώ;» με ρώτησε έπειτα από λίγο.
«Ο κόσμος μας έχει χαλάσει», αποκρίθηκα διστακτικά. «Δεν… δε γεννιούνται πάρα πολλά πια».
        Αυτή ήταν η καλύτερη απάντηση που μπορούσα να της δώσω – τι να της έλεγα; Για τα άσαρκα μωρά που, αν και δε διέθεταν όργανα ή δέρμα, κινούνταν και ανοιγόκλειναν τα σαγόνια τους πασχίζοντας να κλάψουν; Για τους ασχημάτιστους όγκους με τα περίσσια μάτια και τα στόματα που στρίγκλιζαν τυφλωμένα από το φως; Για τα βρέφη που ήταν αρτιμελή, αλλά εξαχνώνονταν καθώς η μαία τα έπλενε; Η Βαλέρια μου είχε διηγηθεί ένα σωρό ιστορίες για τα νεογέννητα των Μεθοριακών Τόπων – σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, μόνο μία στις τριακόσιες γεννήσεις κατέληγε επιτυχής.
        Νομίζω ότι έχω ξαναπεί πως είμαστε η στερνή γενιά της ανθρωπότητας, έτσι δεν είναι;

***

        Λίγες ώρες αργότερα, ο Χαρτογράφος που είχαμε συναντήσει έστειλε μήνυμα στο CB ότι ο δρόμος κοντά στην Κοιλάδα των Σταυρωμένων ήταν γεμάτος διάσπαρτα πτώματα. Δεν έδωσα σημασία· άλλωστε ήμουν παρών όταν οι γνωστοί της μικρής είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή στα χέρια των Αναρτητών. Εκείνη τη στιγμή δε μου πέρασε από το μυαλό ότι οι συμμορίτες δεν εγκατέλειπαν τα θύματά τους στον δρόμο, παρά τα κάρφωναν στους πασσάλους – είτε ζωντανά είτε νεκρά.
        Αυτό που ο φορτηγατζής θεώρησε περιττό να προσθέσει ήταν πως, λίγο νωρίτερα, είχε διασταυρωθεί με ένα μαύρο Κομόρρα το οποίο έτρεχε με δαιμονισμένη ταχύτητα με κατεύθυνση προς τα βόρεια, προς το μέρος μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου