2.6 - Ο Άνδρας

 


5.

Ο Άνδρας


        Λίγο μετά το 730ο χιλιόμετρο, κι ενώ είχαμε περάσει μέσα από ένα Νέφος Αντιστροφής Γεγονότων (η μικρή το καταδιασκέδασε, καθώς τα λόγια μας ακούγονταν ανάδρομα· εγώ όχι και τόσο, μιας και ήταν δύσκολο να οδηγήσω με τα μέλη μου να κινούνται ανάποδα) και ένα Πεδίο Ενόρασης, όπου παρατηρήσαμε μια φασματική γυάλινη μεγαλούπολη να παίρνει σχήμα ακριβώς μπροστά μας, άρχισε να βρέχει κύβους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τέτοιο φαινόμενο – αμέτρητα ιριδίζοντα πολύεδρα έπεφταν από τον ουρανό και έσκαγαν στην άσφαλτο, δημιουργώντας δεκάδες ουράνια τόξα. Ήταν μια από τις όμορφες κοσμικές ανωμαλίες του κόσμου μας. Η Εύα είχε κολλήσει τη μούρη της στο τζάμι και χάζευε την κυβοποντή.
«Μπορούμε να σταματήσουμε;» με ρώτησε, ενώ ο υαλοκαθαριστήρας τίναζε πολύχρωμες σταγόνες που έμοιαζαν με μικροσκοπικά ζάρια.
        Αρνήθηκα· το ότι κάτι ήταν όμορφο δε σήμαινε πως ήταν και ακίνδυνο. Οι μελέτες είχαν δείξει πως, όπου υπήρχαν τακτικές πολυεδρικές καταιγίδες, τα ποσοστά ανάπτυξης καρκινικών όγκων ήταν αυξημένα. Έτσι κι αλλιώς δεν κράτησε πολύ – σύντομα η Ρόζι έτρεχε ξανά σε στεγνή άσφαλτο κι η μικρή κοιτούσε πίσω της με ένα βλέμμα τόσο νοσταλγικό, που μου φαινόταν πολύ αστείο.
        Συναντήσαμε άλλες δύο νταλίκες στη διαδρομή και δώσαμε το στίγμα μας με τον χαρακτηριστικό τρόπο των Χαρτογράφων. Η Εύα τούς χαιρετούσε σαν τρελή και δυο-τρεις φορές παραλίγο να πέσει από το παράθυρο, παρά τις παρατηρήσεις μου. Επίσης επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το CB και τον τρόπο χρήσης του, οπότε περάσαμε ένα μισάωρο μαθημάτων σχετικά με τη λειτουργία του κι έπειτα άλλο τόσο με εκείνη να στέλνει φιλικά μηνύματα στο κανάλι 19. Οι περισσότεροι Χαρτογράφοι ανταπέδωσαν εγκάρδια, ακόμα και οι πιο στρυφνοί ανάμεσά τους, όπως ο Λόγκαν Μπάρετ και η Βάιπερ Μέι.
        Υπολόγιζα ότι απείχαμε γύρω στη μία ώρα από την πιο κοντινή πόλη, την Καλυδωνία, και το στομάχι μου άρχισε να γουργουρίζει. Δεν ήταν τυχαίο· στην Καλυδωνία υπήρχε ο μπάρμπα-Τζιμ που έφτιαχνε τα καλύτερα μπέργκερ σε όλη τη Σικάρια. Το άκουσμα και μόνο της πόλης έκανε τον οργανισμό μου να επιδεικνύει παβλοφικά αντανακλαστικά.
        Τότε δεν το γνώριζα, όμως δεν ήταν γραφτό μου να απολαύσω σύντομα τις φημισμένες, γεμάτες νόστιμη λίγδα, δημιουργίες του μπάρμπα-Τζιμ. Η Εύα είχε αποκοιμηθεί ξανά κι εγώ, αποχαυνωμένος από τον βόμβο της Ρόζι και τη μονοτονία της διαδρομής, δεν παρατήρησα το σύννεφο σκόνης που είχε σηκωθεί στον ορίζοντα πίσω μας. Όταν αντιλήφθηκα το μαύρο όχημα, βρισκόταν μόλις δύο χιλιόμετρα μακριά.
        Μετακίνησα τη νταλίκα δεξιά κι έκοψα ταχύτητα, αφήνοντας χώρο στον βιαστικό οδηγό, όμως εκείνος κόλλησε πίσω από την πλατφόρμα κορνάροντας και παίζοντας τα φώτα του. Έβγαλα το χέρι μου και, εκνευρισμένος, του έκανα νόημα να προσπεράσει. Δεν το έκανε· κι εγώ, που το ένστικτό μου δε λειτουργούσε μόνο για τα μπέργκερ της Καλυδωνίας, κατάλαβα ότι θα είχαμε μπελάδες. Κλείδωσα το τιμόνι, τράβηξα την πολύπαθη καραμπίνα μου και την όπλισα, με την καρδιά μου να βροντοχτυπά για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Δε με ένοιαζε για μένα, άλλωστε είχα ξεφύγει από διάφορες δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μου· το πρόβλημα ήταν το μικρό κορίτσι που κοιμόταν δίπλα μου του καλού καιρού, για το οποίο ένιωθα υπεύθυνος – κι εγώ δε διακρινόμουν για τη συνέπειά μου σε τέτοιες περιστάσεις.
        Το αυτοκίνητο (ήταν ένα Κομόρρα Ραθ του ’67, εξακύλινδρο, με γρήγορη επιτάχυνση παρά το βάρος και τον όγκο του) αύξησε ταχύτητα και ήρθε δίπλα μου. Τα φιμέ τζάμια του δε μου άφηναν περιθώριο να δω ποιος βρισκόταν πίσω από το τιμόνι, όμως ένα δυνατό μαρσάρισμα της Ρόζι έκανε σαφείς τις προθέσεις μου: μάγκα μου, έχεις πλησιάσει πάρα πολύ.
        Αντί απάντησης, ο άγνωστος οδηγός έστριψε απότομα δεξιά και το βαρύ όχημα συγκρούστηκε με το φτερό του τράκτορα. Το Κομόρρα απομακρύνθηκε, ξηλώνοντας το προστατευτικό κάλυμμα, κι έπειτα πλησίασε ξανά. Έβρισα και, αρπάζοντας ξανά το τιμόνι, αύξησα ταχύτητα. Από το τράνταγμα και την επιτάχυνση, η μικρή ξύπνησε· έτριψε τα μάτια της, κοίταξε γύρω της και, βλέποντάς με αναστατωμένο, χλόμιασε.
«Μην ανησυχείς», της είπα, σε μια μάταιη προσπάθεια να την καθησυχάσω. Η Ρόζι τραντάχτηκε ξανά κι η Εύα τσίριξε.
        Της είπα να κρατηθεί όσο πιο γερά μπορούσε κι έπειτα ήταν η σειρά μου να χρησιμοποιήσω τον όγκο της νταλίκας για να εκφοβίσω τον διώκτη μας – προπορεύτηκα και έστριψα αριστερά, κλείνοντάς του τον δρόμο. Το μαύρο όχημα έκανε έναν ελιγμό (άθελά μου θαύμασα τα αντανακλαστικά του αγνώστου) και, χωρίς να κόψει ταχύτητα, πέρασε ξυστά από τον προφυλακτήρα μου. Το Κομόρρα μάς προσπέρασε κι ακολούθησε ελλειπτική πορεία, με τα λάστιχά του να στριγκλίζουν καθώς ο οδηγός του προσπαθούσε να το επαναφέρει.
«Κρατήσου!» φώναξα στην Εύα κι εκείνη αρπάχτηκε από τη ζώνη ασφαλείας της.
        Η Ρόζι έφτυσε μαύρο καπνό και όρμησε μπροστά με τον προφυλακτήρα της, που είχε γυαλίσει με τόση σπουδή ο ηλίθιος συγγενής του Μέκα, να αστράφτει· χτύπησε το πίσω μέρος του μαύρου αυτοκινήτου, τσακίζοντας το πορτ μπαγκάζ και βγάζοντάς το όχημα εκτός ελέγχου. Εκτόνωσα την υπερέντασή μου με μια νικηφόρα κραυγή και δεν παρατήρησα καν το έντρομο βλέμμα της μικρής που παρακολουθούσε το Κομόρρα να εκτοξεύεται στην κόκκινη έρημο.
«Σταμάτα!» τσίριξε.
    Την κοίταξα σαν να είχε τρελαθεί.
«Πρέπει–»
«Σταμάτα», επανέλαβε. «Τον ξέρω. Είναι ο Φύλακας!»

        Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά, όμως στο τέλος πάρκαρα τη Ρόζι στην άκρη της Γραμμής. Με την καραμπίνα στα χέρια κι ένα μεγάλο μαχαίρι κρυμμένο, κατευθύνθηκα προς το μαύρο αυτοκίνητο, με τη μικρή να με ακολουθεί κατά πόδας.
        Το Κομόρρα είχε ακινητοποιηθεί τριάντα μέτρα μακριά από την άσφαλτο, με τα δύο μπροστινά λάστιχά του πίτα από μερικές σκόρπιες πέτρες που ξεφύτρωναν από την άμμο σαν μυτερά δόντια. Το παρμπρίζ του είχε ραγίσει, όμως και πάλι δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον οδηγό.
«Βγες έξω!» φώναξα, σημαδεύοντας την πόρτα.
        Καμία απάντηση.
«Μπορεί να έχει χτυπήσει!» είπε τρομαγμένη η Εύα.
        Βλαστημώντας από μέσα μου, άνοιξα την πόρτα με προσοχή, χωρίς να πάρω το δάχτυλο από τη σκανδάλη. Οι προφυλάξεις μου αποδείχθηκαν ανώφελες – το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν μια τεράστια σκιά να ξεχύνεται από το εσωτερικό του αυτοκινήτου και να με σωριάζει στο έδαφος. Ένα χέρι, δυνατό σαν ατσάλινη μέγγενη, με άρπαξε από τον λαιμό κόβοντάς μου την ανάσα.
        Αντιστάθηκα χτυπώντας τον άγνωστο άνδρα με όλη μου τη δύναμη, όμως δεν αντέδρασε· η λαβή του έσφιξε ακόμη περισσότερο κι άρχισα να πνίγομαι. Το βλέμμα μου θόλωσε και το μόνο που ξεχώριζα ήταν ένα μαύρο σύννεφο και δύο κόκκινες λάμψεις καρφωμένες πάνω μου. Ο κόσμος σκοτείνιασε.
        Και τότε, μια φωνή ήρθε από πολύ, πολύ μακριά:
«Μπαμπά; Μην του κάνεις κακό, σε παρακαλώ».
        Η αρπάγη χαλάρωσε απότομα και κατάφερα να πάρω ανάσα. Τίναξα χέρια και πόδια, προσπαθώντας να απελευθερωθώ, όμως η σκιά ήταν αφάνταστα δυνατή· και, ξαφνικά, εκσφενδονίστηκα τρία μέτρα παραπέρα, πάνω σε μια ξερή ακανθοσυκιά που πάλευε να επιβιώσει στην άνυδρη έρημο.
        Έμεινα ξέπνοος ανάσκελα, να παρατηρώ τα αστέρια που ξεχώριζαν στο γκριζωπό στερέωμα. Μια άσχετη σκέψη μού ήρθε στο μυαλό

(«Δε θυμάμαι πιο λαμπερά αστέρια στη ζωή μου»)

κι έπειτα γύρισα με κόπο το κεφάλι μου στο πλάι.

        Η Εύα στεκόταν μπροστά στη σκιά που τώρα, καθώς η ομίχλη στα μάτια μου ξεθώριαζε, διαπίστωνα ότι ήταν ένας ψηλός άνδρας με μαύρη καμπαρντίνα, φανερά ακατάλληλη για το περιβάλλον της ερήμου. Η δεξιά πλευρά του ήταν παραμορφωμένη, σαν κάτω από τα ρούχα του να κρυβόταν μια τεράστια καμπούρα. Η μικρή τον παρατηρούσε χαμογελαστή κι εκείνος γονάτισε μπροστά της κι έκανε το τελευταίο πράγμα που περίμενα: την αγκάλιασε.
        Ανασηκώθηκα τρίβοντας τον αυχένα μου και διερωτώμενος πώς έπρεπε να συμπεριφερθώ από δω και πέρα. Αμέσως μόλις στάθηκα στα πόδια μου, ο άγνωστος στράφηκε προς το μέρος μου, σαν να με είχε μυριστεί. Τον παρατήρησα προσεκτικά, προσπαθώντας να κατανοήσω τι ακριβώς ήταν αυτό το πλάσμα.

        Στις περιπλανήσεις μου στη Σικάρια έχω γίνει μάρτυρας πολλών παραδοξοτήτων: στα νότια, κοντά στον Στατικό Ωκεανό (το όνομά του αποκάλυπτε τη φύση του, μιας και η διάρρηξη των φυσικών νόμων είχε ακινητοποιήσει τα νερά, όχι όμως και την κατάστασή τους – πράγμα που σήμαινε πως, όποιος πατούσε πάνω τους, καταποντιζόταν αμέσως), είχαν τους καταυλισμούς τους οι Μεταπλασμένοι, άνθρωποι με μια απίστευτη ποικιλομορφία μεταλλάξεων. Δεν έρχονταν συχνά σε επαφή με τους υπόλοιπους κατοίκους της ηπείρου, όμως κάπου-κάπου μπορούσες να συναντήσεις κάποιον από αυτούς να ατενίζει σκεπτικός τα ακίνητα νερά του ωκεανού. Πέρα από αυτούς, υπήρχαν οι γενετικές ανωμαλίες που πήγαζαν από τις δύο Κοσμικές Θεές (οι Σάρκινοι Λόφοι που ανάσαιναν, οι γαριδάνθρωποι των Λιμνών Μαζούτ, οι Γδαρμένοι του Απώτερου Βορρά), καθώς και οι ασθένειες που μάστιζαν την ανθρωπότητα που είχε απομείνει – τα μεγαλοσαρκώματα, η τράχυνση της ερήμου, ο καρκίνος, η σαρκοδεσία, η σκωρίαση του αίματος. Θα ήταν ασφαλές να πω πως η Σικάρια δεν ήταν ο κατάλληλος τόπος για να ζει κανείς.
        Όμως ο διώκτης μου δεν εντασσόταν σε καμία από τις προαναφερθείσες κατηγορίες. Το περίγραμμα του σώματός του τρεμόπαιζε, σαν να ήταν τυλιγμένος σε κάποιο αόρατο πεδίο ενέργειας. Έτριψα τα μάτια μου, όμως η ψευδαίσθηση δεν έπαψε. Καθώς στεκόταν αγέρωχος απέναντί μου, μπορούσα να διακρίνω τα ακατανόητα σύμβολα που σημάδευαν το κορμί του, σαν μυστικιστική δερματοστιξία άγνωστου σκοπού. Ο λαιμός του ήταν φολιδωτός και το δεξί του χέρι κατέληγε σε διαστρεβλωμένα δάχτυλα με κοφτερά νύχια. Όσο τον πλησίαζα, σέρνοντας τα βήματά μου, στο χαρακωμένο του πρόσωπο ήταν ζωγραφισμένη η καχυποψία. Όταν βρισκόμουν είκοσι βήματα μακριά, ακούμπησε τη ζώνη του κι εγώ σταμάτησα αμέσως· ήταν ασφαλές να συμπεράνω πως ετοιμαζόταν να τραβήξει όπλο. Σήκωσα τις παλάμες μου, σε ένδειξη παράδοσης, και έριξα μια ματιά στην Εύα.
«Είσαι καλά, μικρή;»
«Ναι!» απάντησε ενθουσιασμένη εκείνη.
        Το τρομαγμένο κορίτσι που είχα γνωρίσει, εκείνο που κρατούσε σφιχτά αγκαλιά το λούτρινο λαγουδάκι του, είχε εξαφανιστεί – τη θέση του είχε πάρει ένα παιδί χαμογελαστό, ένα παιδί που ένιωθε ασφαλές. Έγνεψα κουρασμένα και κάθισα στο χώμα, με όλο μου το κορμί να πονάει.
«Είσαι ζόρικος», είπα ξεψυχισμένα στον άνδρα. «Θα μπορούσαμε απλώς να μιλήσουμε».
«Δεν έχω χρόνο», απάντησε εκείνος και αναρίγησα από τη χροιά της φωνής του. Ακουγόταν σαν άνθρωπος που αντίκρισε πράγματα που κανείς θνητός δε θα άντεχε να δει χωρίς να ραγίσει το μυαλό του· ωστόσο, δε θα μπορούσα ποτέ να αποδώσω το ακριβές συναίσθημα που μου προκάλεσε. «Έπρεπε να βρω την Εύα».
«Ναι, αλλά δεν ήξερες αν η μικρή ήταν μαζί μου», διαμαρτυρήθηκα, ελαφρώς εκνευρισμένος για τη ζημιά που είχε προξενήσει στη Ρόζι.
«Αν δεν ήταν, θα συνέχιζα τον δρόμο μου», είπε, ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του.
«Κι εγώ θα βρισκόμουν στην άκρη της Γραμμής, νεκρός ή τραυματισμένος», απάντησα στρυφνά. «Ευχαριστώ πολύ».
«Δεν ξέρω γιατί το αναφέρεις καν. Είναι προφανές ότι δε με νοιάζει».
        Συλλογίστηκα πόσο όμορφα θα ένιωθα αν του έριχνα δυο γροθιές στο πρόσωπο· φυσικά, μετά θα έπρεπε να επισκεφθώ ξανά τη Βαλέρια για να με περιθάλψει και, ομολογουμένως, μια τέτοια προοπτική δεν ήταν ιδιαιτέρως θελκτική.
«Είχε μπισκότα», πετάχτηκε η Εύα και την κοιτάξαμε και οι δύο ταυτόχρονα.
«Με σοκολάτα;» ρώτησε ο άνδρας και στην παγερή φωνή του υπήρχε μια απροσδόκητη νότα τρυφερότητας.
«Με σοκολάτα», απάντησε το κορίτσι.
«Ε, τότε του οφείλω μια συγγνώμη», είπε με απόλυτη σοβαρότητα ο άγνωστος, που έως τότε δεν είχε κανένα πρόβλημα αν η συνάντησή μας κατέληγε με εμένα νεκρό. Μπράβο, Μάικ· δεν είχε καμία σημασία που προσπάθησες να σώσεις μερικούς άγνωστους από τα βασανιστήρια, ούτε που πήρες υπό την προσωρινή προστασία σου ένα παιδί – αρκεί που είχες μπισκοτάκια στο φορτηγό.
        Με σοκολάτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου