1.5 - Η Αγάπη Πονάει

 

6.

Η Αγάπη Πονάει


        Έπρεπε να βρω ένα κατάλυμα για το βράδυ, ελπίζοντας πως ο Μέκα θα τηρούσε τον λόγο του. Όμως, πριν από αυτό, ήταν αναγκαίο να επισκεφθώ το ιατρείο για να τσεκάρω σε τι κατάσταση ήμουν. Το αριστερό μου χέρι με πονούσε, το δεξί το ένιωθα αδύναμο και είχα την εντύπωση πως είχα ανεβάσει πυρετό. Καθώς βάδιζα στους σκονισμένους δρόμους της Σάντα Μίρα, ευχόμουν να ήμουν αρκετά άσχημα· ίσως, αν η Βαλέρια με έβλεπε σε αυτή την κατάσταση, να με λυπόταν και να μην προσπαθούσε να με σκοτώσει.

        Χμ, αυτό δεν πήγε και πολύ καλά.
        Στη γραμματεία βρισκόταν η Λουτσία, συνάδελφος και κολλητή φίλη της πρώην μου, η οποία μου έριξε ένα τόσο δολοφονικό βλέμμα που, αν ήμουν περισσότερο ευαίσθητος, θα έψαχνα τρύπα να κρυφτώ. Αποφάσισα να αγνοήσω την αντιεπαγγελματική της συμπεριφορά, έτσι τη ρώτησα με αδιάφορο ύφος αν η γιατρός μπορούσε να διαθέσει λίγο χρόνο για να με δει. Στράβωσε τα μούτρα της, όμως την είχα στριμώξει για τα καλά – σήκωσε το ακουστικό, μουρμούρισε κάτι κι έπειτα χαμογέλασε διαβολικά. Μου έδωσε μια ντουζίνα χαρτιά κι ένα στυλό και μου ζήτησε, με μελιστάλαχτη φωνή, να συμπληρώσω τα στοιχεία μου εις τριπλούν. Στις απολύτως λογικές διαμαρτυρίες μου πήρε μια πονεμένη έκφραση που δε θα έπειθε ούτε τυφλό και με ξαπόστειλε.
        Είκοσι λεπτά αργότερα, κι έχοντας ξεπεράσει τον πρώτο και εύκολο σκόπελο, μου επετράπη να δω τη γιατρό. Κοντοστάθηκα στην πόρτα με το γαλακτώδες τζάμι διστακτικά – είχα να δω τη Βαλέρια δύο χρόνια και η τελευταία μας επαφή είχε καταλήξει με εμένα να φεύγω στα κρυφά, σαν τον κλέφτη.
        Μπήκα στο εξεταστήριο σαν βρεγμένη γάτα, μουρμουρίζοντας ένα αξιοθρήνητο «γεια». Δεν έλαβα απάντηση· η γιατρός διάβαζε αμίλητη την πολυσέλιδη φόρμα που είχα συμπληρώσει πριν λίγο και δε σήκωσε καν το βλέμμα της. Όταν τελείωσε, πέταξε τα χαρτιά στον κάδο απορριμμάτων και με κοίταξε ανέκφραστη.
«Έι, έκανα μισή ώρα να τα συμπληρώσω», διαμαρτυρήθηκα με ένα μειδίαμα, πιστεύοντας ότι ακουγόμουν χαριτωμένος κι όχι γκρινιάρης. Ο μορφασμός στο πρόσωπό της με έκανε να αναθεωρήσω.
«Τι έπαθες;» με ρώτησε ψυχρά.
«Μου την έπεσαν καμιά δεκαριά Ρακοσυλλέκτες. Με χτύπησαν στο αριστερό χέρι».
«Βγάλε την μπλούζα σου».
        Υπάκουσα σιωπηλός.
«Τουλάχιστον έμαθες να δένεις τραύματα», σχολίασε καθώς έλυνε τους επιδέσμους.
«Ήσουν καλή δασκάλα», αποκρίθηκα κι εκείνη ρουθούνισε περιφρονητικά.
        Το μπράτσο μου ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι νόμιζα – οι πληγές από τα καρφιά είχαν πάρει ένα έντονο κόκκινο χρώμα.
«Έχει μολυνθεί», μου είπε αδιάφορα. «Με τι σε χτύπησαν;»
«Με ρόπαλο με καρφιά».
«Πάω στοίχημα ότι ήταν σκουριασμένα».
        Απολύμανε τα τρυπήματα στο δέρμα μου κι ετοίμασε μια μεγάλη βελόνα. Χαμογέλασα νευρικά – ήξερε πως απεχθάνομαι τις ενέσεις.
«Τι είναι αυτό;»
«Μετρονιδαζόλη».
«Δηλαδή; Δεν τα πάω καλά με τις ξένες γλώσσες».
«Αντιβίωση».
«Δεν έχεις κάποιο χάπι ή καμιά αλοιφή;»
«Έχω. Τέντωσε το χέρι σου».
        Υπάκουσα. Όπως προείπα, ξέρω πότε έχω ηττηθεί. Ωστόσο, η Βαλέρια δε φάνηκε να αρκείται στον μορφασμό μου καθώς τρυπούσε τις φλέβες μου. Δεν πρόλαβε να πετάξει την ένεση και άρχισε να ετοιμάζει μια ακόμα μεγαλύτερη βελόνα.
«Αντιτετανικός ορός», μου είπε προτού προλάβω να ρωτήσω.
«Μεγαλύτερη βελόνα δεν μπορούσες να βρεις;» μουρμούρισα ξεψυχισμένα.
«Δυστυχώς όχι. Άσε χαλαρό το χέρι σου».
«Νομίζω ότι κάνεις κατάχρηση της εξουσίας σου», σχολίασα και δάγκωσα τα χείλη μου καθώς βύθιζε τη βελόνα στο μπράτσο μου.
«Μη γκρινιάζεις. Εδώ σε έκοψαν τα καρφιά, οι ενέσεις σε πειράζουν;» είπε εκνευρισμένη.
«Είναι διαφορετικό όταν δεν το περιμένεις», δικαιολογήθηκα.
«Αν θες να πεθάνεις έπρεπε να το πεις νωρίτερα. Προσωπικά δεν έχω πρόβλημα».
«Είσαι πολύ γλυκιά».
        Στραβομουτσούνιασε κι επέστρεψε στο γραφείο της.
«Το εννοώ», επέμεινα. «Και ομόρφυνες».
«Έχει επιδέσμους στο ντουλάπι. Δέσε το χέρι σου και ξεκουμπίσου», αποκρίθηκε στεγνά.
        Έκανα όπως μου είπε, χωρίς να ανταλλάξουμε άλλη κουβέντα.

***

        Έφαγα δύο μπουρίτο αμφιβόλου ποιότητας από ένα τοπικό κατάστημα, βρήκα δωμάτιο σε ένα πανδοχείο κοντά στην εκκλησία και πέρασα την υπόλοιπη μέρα στην τουαλέτα. Η Βαλέρια μού είχε γράψει δύο κουτιά αντιβίωση και μου επεσήμανε ότι ήμουν τυχερός που ήταν χάπια κι όχι υπόθετα. Αν τα έπαιρνα σύμφωνα με τις οδηγίες της, σε δύο-τρεις μέρες θα ήμουν περδίκι. Δε σκόπευα να την παρακούσω – άλλωστε, έπρεπε να παραδώσω το κοντέινερ στην Αρκαδία μέχρι το τέλος της εβδομάδας, πράγμα που σήμαινε πως, όταν θα έπιανα ξανά τιμόνι στα χέρια μου, θα παραβίαζα τα όρια ταχύτητας της Γραμμής.
        Όταν η καμπάνα της Αγίας Καρτερίας χτύπησε επτά φορές και ο οργανισμός μου είχε ξεφορτωθεί κάθε δείγμα των μπουρίτο, βγήκα για μια βόλτα. Στα δυτικά, ο ουρανός ήταν βυθισμένος σε πυκνό σκοτάδι· στα ανατολικά κυριαρχούσε εκτυφλωτικό φως, τόσο λαμπρό που δεν μπορούσες καν να στρέψεις το κεφάλι σου προς τα εκεί. Και στη μέση εμείς, μια μικρή, ασήμαντη πόλη, που έπλεε στο λυκόφως. Από πάνω μας είχε σταθεί ένα σύννεφο σε σχήμα κύβου, με τις ακμές του τόσο ίσιες που έμοιαζαν κομμένες με μαχαίρι – ένα ακόμη δείγμα της κατάρρευσης των φυσικών νόμων των Μεθοριακών Τόπων. Κάνα-δυο χαμίνια είχαν σταθεί στη μέση του δρόμου και το παρατηρούσαν εκστασιασμένα. Αν ήταν τυχερά ώστε να ζήσουν αρκετά, θα είχαν την ευκαιρία να εκπλήσσονται τακτικά.
        Οι λιγοστοί κάτοικοι που βρίσκονταν έξω έσερναν νωθρά τα πόδια τους και, καθώς κυκλοφορούσα ανάμεσά τους, ένιωσα το ίδιο βάρος να με πλακώνει. Δεν παραξενεύτηκα, καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που διανυκτέρευα εκεί· το εξάμηνο που πέρασα με τη Βαλέρια (μοιράζοντας τον χρόνο μας μεταξύ ιατρείου και κρεβατιού) η επίδραση της πλησιέστερης φυσικής ανωμαλίας με είχε καταβάλει. Όσο περισσότερο έμενα, τόσο πιο έντονη γινόταν η επιρροή της.
        Τα Επιβραδυντικά Φρέατα συγκαταλέγονται στις πιο παράξενες εκδηλώσεις κοσμικής απόκλισης του κόσμου μας. Εμφανίστηκαν σε διάφορα σημεία του πλανήτη περίπου την ίδια εποχή, όταν το έδαφος υποχώρησε ξαφνικά αποκαλύπτοντας τα. Είναι μεγάλες τρύπες, με διάμετρο χιλιομέτρων και απροσδιόριστο βάθος, από το εσωτερικό των οποίων εκπέμπεται κάποια μορφή αόρατης ενέργειας που επηρεάζει το περιβάλλον. Κανείς δεν έχει καταφέρει να τις προσεγγίσει, μιας και έχουν την τάση να ακινητοποιούν τόσο τα υλικά σώματα όσο και τον χρόνο. Αν κάποιος πίστευε τις πρώιμες μελέτες που είχαν κάνει οι επιστήμονες του Ινστιτούτου πριν έναν αιώνα, προτού όλα πάνε κατά διαόλου δηλαδή, τα Φρέατα διευρύνονταν αργά αλλά σταθερά – γεγονός που σήμαινε ότι, αναπόφευκτα, όσοι οικισμοί και πόλεις βρίσκονταν στην ακτίνα επιρροής τους θα αδρανοποιούνταν σε μια διαδικασία που ήταν γνωστή ως Στάση. Σύμφωνα με τις ίδιες μελέτες, όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί ήταν ανίκανοι να κινηθούν αλλά είχαν πλήρη επίγνωση της κατάστασής τους, κάτι αντίστοιχο του νευρολογικού συνδρόμου εγκλεισμού. Δεν μπορώ να φανταστώ χειρότερη μοίρα από αυτή.
        Ωστόσο, σε πόλεις που βρίσκονται σε σχετική απόσταση από ένα Φρέαρ, οι δραστηριότητες συνεχίζονται κανονικά, αν και το ποσοστό των τεμπέληδων κατοίκων είναι σημαντικά αυξημένο· για παράδειγμα, την περίοδο που διέμενα στη Σάντα Μίρα η οκνηρία με καταλάμβανε πολύ συχνά, σε αντίθεση με τη Βαλέρια που ήταν ενεργητική και αεικίνητη. Δεν ήταν αυτός ο βασικός λόγος που εγκατέλειψα την πόλη νύχτα (σχήμα λόγου), αλλά συνέβαλε σε μικρό βαθμό.
        Περιπλανήθηκα άσκοπα στην πόλη ώσπου, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, τα βήματά μου με έφεραν κοντά στο ιατρείο. Αγόρασα μια μπύρα και κάθισα σε ένα πεζούλι απέναντι από το πράσινο κτίριο, περιμένοντας δεν ξέρω κι εγώ τι. Μετά από λίγο η Λουτσία στάθηκε στην είσοδο, χαιρέτησε φωναχτά όσους ήταν μέσα και έφυγε, με τον κόκκινο θύσανο των μαλλιών της να τινάζεται πέρα-δώθε καθώς απομακρυνόταν με βαριά και σίγουρα βήματα. Τρομακτική γυναίκα.
        Δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί. Μέσα μου ήθελα να δω τη Βαλέρια – να πιούμε, να μιλήσουμε, να γελάσουμε όπως παλιά. Ίσως, μετά από λίγα ποτά, να έβρισκα την ευκαιρία να της εξηγήσω τον λόγο που εξαφανίστηκα σαν κυνηγημένος· τον λόγο που τα τείχη έμοιαζαν με φυλακή κι ο ανοιχτός δρόμος με απόδραση, τον λόγο που ένα δωμάτιο με έπνιγε, αλλά η καμπίνα της Ρόζι όχι.
        Η πρώην μου βγήκε φουριόζα από το ιατρείο κι η καρδιά μου αναπήδησε. Άρχισα να προβάρω τι ήθελα να της πω, όμως η Βαλέρια δεν ερχόταν προς το μέρος μου· κατευθύνθηκε προς την πύλη και μόνο τότε συνειδητοποίησα πως, χαμένος στις σκέψεις μου, δεν είχα αντιληφθεί την αναστάτωση που επικρατούσε.
        Ένα μικρό πλήθος είχε μαζευτεί στα τείχη της πόλης, φωνάζοντας και θρηνώντας. Διέκρινα τον λοχία Ρόμπερτς να γαβγίζει διαταγές σε όλους να σταθούν μακριά, δύο μαύρα Ράντο Ιντερσέπτορ της Π.Α., παρκαρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, να εμποδίζουν τους περίεργους να πλησιάσουν, και ένα τσούρμο από σκληροτράχηλους άνδρες της Περιπόλου να προσπαθούν να επιβάλουν την τάξη. Η Βαλέρια χώθηκε στο πλήθος και την έχασα από τα μάτια μου.

***

        Σύντομα έμαθα τι είχε συμβεί: ο Ρόμπερτς είχε ειδοποιήσει την Περίπολο Αυτοκινητοδρόμων για το περιστατικό με τους Ρακοσυλλέκτες στη Γραμμή και εκείνοι ανταποκρίθηκαν, στέλνοντας τρία Ιντερσέπτορς για να αποκλείσουν την περιοχή έως ότου κατέφθαναν οι ομάδες περισυλλογής – τα Κρεατοφόρα για τα θύματα και οι Σκραπατζήδες για τα συντρίμμια. Αυτό που δε μεταφέρθηκε σωστά στην Π.Α., όμως, ήταν τα Άνθη των Δακρύων που αιωρούνταν στη μέση του δρόμου, φονικά και κρυμμένα από τα ανύποπτα μάτια. Το πρώτο όχημα πέρασε από μέσα τους χωρίς να κόψει καν ταχύτητα· τα άλλα δύο πρόλαβαν να σταματήσουν.
        Αν και η Βαλέρια δεν είχε χάσει χρόνο, ήταν ξεκάθαρο πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τους οδηγούς του Ιντερσέπτορ – τη στιγμή που τα Άνθη των Δακρύων τούς διαπέρασαν, ήταν νεκροί. Σπρώχνοντας, κατάφερα να πλησιάσω στο σημείο όπου οι αστυνόμοι είχαν αποθέσει τους συναδέλφους τους. Εξωτερικά, οι δύο άντρες έμοιαζαν να κοιμούνται γαλήνια, με μοναδική παραφωνία τα ίχνη ενός γκριζωπού υγρού στο λαιμό και στα μάγουλά τους.
«Είναι ο εγκέφαλός τους», μου είπε εμπιστευτικά ο διπλανός μου, ένας νεαρός με χοντρά χείλη και συνεπαρμένο βλέμμα. «Χύθηκε από τα μάτια και τα αυτιά τους».
        Η Βαλέρια μίλησε για λίγο με τον επικεφαλής της Περιπόλου κι έπειτα πλησίασε τον Ρόμπερτς. Ένιωσα ένα τσίμπημα ζήλιας όταν είδα τον λοχία να σκύβει και να της λέει κάτι στο αυτί, με τρόπο που μου φάνηκε έντονα αντιεπαγγελματικός. Οι αστυνομικοί σκέπασαν τα σώματα των νεκρών κι ο νεαρός δίπλα μου ξεφύσηξε απογοητευμένος.
«Πω πω, φίλε, δεν έχω ξαναδεί Δακρυσμένους», μονολόγησε. «Γαμάτο».
        Σε αντίθεση με τον ηλίθιο δίπλα μου, δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν αντιμέτωπος με τα αποτελέσματα αυτών των ακατανόητων Ανθών. Θυμόμουν ακόμη την πρώτη φορά που εντόπισα, με την άκρη του ματιού μου, ένα παρόμοιο σύννεφο· είχε τυλίξει ένα λεωφορείο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, με τις πόρτες του κλειστές και τη μηχανή ακόμα αναμμένη. Όταν κατέβηκα να ρωτήσω αν χρειάζονται βοήθεια, είδα πως όλοι οι επιβάτες ήταν ακίνητοι, με τα κεφάλια τους γερμένα μπροστά ή κολλημένα στα παράθυρα. Στα μάγουλά τους είχαν όλοι τις ίδιες φαιές γραμμές. Έμαθα αργότερα τι ήταν τα Άνθη των Δακρύων και γιατί είχαν ονομαστεί έτσι.
        Όταν τα ανεξήγητα φαινόμενα πλημμύρισαν τον κόσμο μας, το Ινστιτούτο Κβαντικών Μελετών επιχείρησε να καταγράψει και να ερευνήσει όσα περισσότερα περιστατικά μπορούσε. Τα Άνθη των Δακρύων κατηγοριοποιήθηκαν ως ‘Παραοπτικές Οντότητες Δ΄ Κλάσης’, όμως πέρα από αυτό δεν υπήρξε καμία ουσιαστική πρόοδος. Κανείς δεν ήξερε πώς να τα αντιμετωπίσει, έτσι η μοναδική οδηγία που δόθηκε ήταν η αποφυγή τους με κάθε κόστος – τα Άνθη είχαν την ικανότητα να υγροποιούν τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα όποιου ερχόταν σε επαφή μαζί τους. Μπορούσαν να εμφανιστούν οπουδήποτε, οποτεδήποτε, αποκτώντας έτσι τη διαβόητη φήμη τους, που συχνά ξεπερνούσε ακόμη κι εκείνη των συμμοριών της Γραμμής.
        Άκουσα τη Βαλέρια να λέει στον Ρόμπερτς «Θα τα πούμε αργότερα» και το τσίμπημα στα σωθικά μου έγινε δάγκωμα. Όμως, αν ήθελα να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, τι περίμενα; Ότι, μετά τον τρόπο που της είχα φερθεί, θα με υποδεχόταν μετά βαΐων και κλάδων;
        Αποφάσισα να επιστρέψω στο πανδοχείο, έχοντας χάσει κάθε διάθεση για ποτά, συγγνώμες και συναναστροφές. Καθώς έφευγα, η Βαλέρια με είδε· το σώμα της σφίχτηκε από αμηχανία κι απομακρύνθηκε ενστικτωδώς από τον λοχία. Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού κι απομακρύνθηκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου