1.2 - Μια Απλή Καθημερινή



2.

Μια Απλή Καθημερινή



«Έλα, Ρόζι», μουρμούρισα με σφιγμένα χείλη και έγειρα ασυναίσθητα το κορμί μου, σαν να μπορούσα με αυτόν τον τρόπο να κάνω το βαρύ όχημα να τρέξει γρηγορότερα.
        Η μηχανή βρυχήθηκε καθώς πατούσα τέρμα το γκάζι, μαύρος καπνός αναδύθηκε από τα φουγάρα και η νταλίκα χίμηξε μπροστά με ένα απότομο τίναγμα. Μέσα από το μουγκρητό του κινητήρα διέκρινα φευγαλέα ουρλιαχτά και έσφιξα το τιμόνι με άγρια ικανοποίηση.
        Η χαρά μου δεν κράτησε πολύ· από τον πλευρικό καθρέφτη του συνοδηγού είδα δύο Ρακοσυλλέκτες να κρατιούνται από τα στηρίγματα και να προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στην πλατφόρμα με το κοντέινερ. Δίπλα τους, ένα σκουριασμένο όχημα πάλευε να κρατήσει οπτική επαφή με τους επιδρομείς, όμως η ισχύς της μηχανής του δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν της Ρόζι. Έκοψα ελαφρά δεξιά το τιμόνι και σήκωσα ένα κύμα σκόνης που έλουσε το σαράβαλο, τυφλώνοντας τον οδηγό του και αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την καταδίωξη. Παρ’ όλα αυτά δεν είχα ξεμπερδέψει ακόμη.
        Ο ένας Ρακοσυλλέκτης γραπώθηκε γερά από έναν σωλήνα και ανέβηκε στην πλατφόρμα· χωρίς να χάσει χρόνο, έτεινε το χέρι προς τον δεύτερο άνδρα, όχι από συντροφική αλληλεγγύη αλλά επειδή ακόμη και οι ανεγκέφαλοι επιδρομείς ήξεραν πως μόνο αν συνεργάζονταν μπορούσαν να επιτύχουν κάτι. Αυτό που δε γνώριζαν (και δεν είχαν μάθει σε καμία από τις επιθέσεις τους) ήταν πως η Γραμμή ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της, μια μεγάλη ευθεία – πράγμα που σήμαινε πως, κάποιες φορές, ο οδηγός ήταν προαιρετικός.
        Κλείδωσα το τιμόνι σε σταθερή πορεία και ταχύτητα, άρπαξα την καραμπίνα μου και μετακινήθηκα στη θέση του συνοδηγού. Από τον καθρέφτη μπορούσα να παρακολουθήσω κάθε τους κίνηση: κρατιούνταν από το κοντέινερ κι έκαναν μικρά, δειλά βήματα προς την καμπίνα μου, προσέχοντας να μην παρασυρθούν από τις ριπές των ανέμων. Φορούσαν καφετιά κουρέλια που κάλυπταν κάθε σπιθαμή του κορμιού τους και γυαλιά αεροπόρου για να προστατεύουν τα κατάμαυρα, σαν μπίλιες, μάτια τους. Το πάνω μέρος του κρανίου τους ήταν υπερβολικά εξογκωμένο για να με μπερδέψει· στην προσπάθειά τους να μοιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο στους ανθρώπους, οι Ρακοσυλλέκτες στερέωναν στο κεφάλι τους ό,τι έβρισκαν, από κράνη και σκούφους μέχρι κουτιά και σκεύη, τα οποία έπειτα τύλιγαν με τα λερά τους τουρμπάνια. Στην πραγματικότητα, τα κρανία τους ήταν επίπεδα· ο χαρακτηρισμός «ανεγκέφαλοι» δεν ήταν μεταφορά.
        Ο ένας από αυτούς είχε εξαιρετική ισορροπία και η απόδειξη ήταν πως, όσο εγώ παρατηρούσα το παρουσιαστικό τους, είχε ήδη πλησιάσει την καμπίνα. Με είδε στον καθρέφτη την τελευταία στιγμή κι αυτή ήταν η ευκαιρία που χρειαζόμουν – άνοιξα την πόρτα και τον πυροβόλησα στο πρόσωπο, προτού προλάβει να αντιδράσει. Μαύρα υγρά τινάχτηκαν από το πίσω μέρος του κεφαλιού του και γκρεμίστηκε από την πλατφόρμα στην άσφαλτο που ξεδιπλωνόταν από κάτω μας.
        Ο σύντροφός του πάγωσε, όμως γρήγορα συνειδητοποίησε πως ήταν αδύνατον να οπισθοχωρήσει πια· χίμηξε προς το μέρος μου χωρίς να βγάλει άχνα, κραδαίνοντας ένα μπαστούνι με καρφιά στην άκρη του, όσο εγώ τον σημάδευα. Το όλο περιστατικό θα είχε τελειώσει γρήγορα κι ανώδυνα (για μένα, όχι γι' αυτόν), αν εκείνη τη στιγμή η Ρόζι δεν έπεφτε σε μία από τις αμέτρητες ρωγμές της Γραμμής.
        Το φορτηγό τραντάχτηκε τόσο δυνατά, που, στην προσπάθειά μου να κρατηθώ από την μπάρα ανάβασης δίπλα στην πόρτα, η καραμπίνα μού γλίστρησε από τα χέρια. Η ατυχία μου δεν περιορίστηκε σ' αυτό – εκείνη τη στιγμή ο Ρακοσυλλέκτης βρισκόταν στο κενό ανάμεσα στον τράκτορα και την πλατφόρμα και ο κραδασμός έκανε τα δύο μέρη να συγκρουστούν, σπρώχνοντάς τον προς το μέρος μου. Τίναξε το όπλο του, που έως τότε μου φαινόταν αστείο, και ένας οξύς πόνος διαπέρασε το αριστερό μου μπράτσο. Αρπάχτηκα απεγνωσμένα με το άλλο χέρι από την μπάρα και, με το μισό μου σώμα να κρέμεται έξω από την καμπίνα, προσπάθησα να απωθήσω τον επιδρομέα, κλοτσώντας στα τυφλά. Ήδη ένιωθα τη Ρόζι να έχει βγει από την πορεία της· τα βαριά της λάστιχα έτριζαν, χώμα και πέτρες τινάζονταν αριστερά και δεξιά και το φορτηγό είχε αρχίσει να παίρνει κλίση. Το μουγκρητό οχημάτων αντήχησε από μακριά, ο Ρακοσυλλέκτης επιτέθηκε ξανά κι εγώ έπρεπε να πάρω την πιο γρήγορη απόφαση της ζωής μου.
        Με το αριστερό χέρι να αιμορραγεί και το δεξί να έχει υποστεί ξεκάθαρο τράβηγμα, έσφιξα τα δόντια, γραπώθηκα απ’ όπου μπορούσα και χώθηκα ξανά μέσα στην καμπίνα, αποφεύγοντας για χιλιοστά ένα ακόμη χτύπημα από τον γαμημένο διώκτη μου. Ξεκλείδωσα το τιμόνι, έκοψα αριστερά για να επαναφέρω το όχημα και, επιτέλους, η τύχη μού χαμογέλασε: ο Ρακοσυλλέκτης έχασε την ισορροπία του κι εκτοξεύτηκε προς τα έξω. Τον είδα να κατρακυλάει στο χώμα και να τσακίζεται σ' ένα ξερό δέντρο. Έχοντας ξεφορτωθεί τους δύο επιδρομείς, έστρεψα την προσοχή μου στα οχήματα που με ακολουθούσαν.
        Τους είχα εντοπίσει λίγο μετά τη Σάντα Μίρα, την τελευταία μου στάση, και ήξερα ότι κουβαλούσαν μπελάδες. Ήταν τρία Φέροξ Ράπτορς του '76, τετρακύλινδρα που λειτουργούσαν με ντίζελ, βρισίδια και αγνό πείσμα· το ένα ήταν πιο σκουριασμένο από το άλλο, ωστόσο οι κάτοχοί τους τα είχαν τροποποιήσει, προσθέτοντας έξτρα θωράκιση στο αμάξωμα και από έναν εκτοξευτή καμακιών στην οροφή. Τις ιδιαίτερες διακοσμητικές τους επιλογές συμπλήρωναν μερικές μπουκάλες με βουτάνιο δεμένες στο πορτ μπαγκάζ. Από ταχύτητα δεν έλεγαν και πολλά, όμως η Γραμμή δεν ήταν δρόμος στον οποίο μπορούσες να γκαζώσεις και να εξαφανιστείς· ειδικά το τμήμα από τη Σάντα Μίρα έως το Σαβάγο ήταν σε μαύρα χάλια, με μεγάλες σχισμές στην άσφαλτο και ολόκληρα κομμάτια του δρόμου να λείπουν. Προφανώς, οι Ρακοσυλλέκτες το γνώριζαν, γι' αυτό και είχαν στήσει ενέδρα σ' εκείνο το σημείο.
        Το ένστικτό μου βγήκε αληθινό προτού η λογική μου προλάβει να παραθέσει τα αντεπιχειρήματά της: τα οχήματα πλησίασαν τη Ρόζι από δεξιά κι αριστερά και τρεις Ρακοσυλλέκτες επιχείρησαν να σκαρφαλώσουν πάνω της. Με έναν ελιγμό μου, ο πρώτος παρασύρθηκε κάτω από τις ρόδες του φορτηγού, ενώ η πλατφόρμα τσάκισε την οροφή ενός Ράπτορ, αποκεφαλίζοντας τον οδηγό του. Τότε πίστεψα ότι αυτό ήταν αρκετό, καθώς το δεύτερο όχημα έκοψε ταχύτητα και το τρίτο με ακολούθησε για λίγο ακόμη, έως ότου το ανάγκασα να βγει εκτός πορείας· τώρα όμως διαπίστωνα ότι είχα κάνει λάθος. Οι οδηγοί αναθάρρησαν από τους Ρακοσυλλέκτες που κατάφεραν να ανέβουν στην πλατφόρμα και ξαναρίχτηκαν στο κυνήγι με ανανεωμένη διάθεση.
        Εντωμεταξύ, το φορτηγό αγκομαχούσε και έφτυνε λάδια, χάνοντας στροφές σε κάθε μέτρο. Η ρωγμή αποδεικνυόταν πιο καταστροφική απ' ό,τι νόμιζα αρχικά. Δεν παραξενεύτηκα· εξάλλου, εκείνη τη μέρα σχεδόν όλες οι εικασίες μου είχαν διαψευστεί. Και να σκεφτείς ότι δε βρισκόμουν ούτε δέκα χιλιόμετρα μακριά από τη Σάντα Μίρα.
        Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, με την περιφερειακή μου όραση διέκρινα κάτι να λαμπυρίζει στον αέρα, σε μικρή απόσταση μπροστά μου. Έμοιαζε με σύννεφο από απαστράπτοντα ροδοπέταλα που, όταν προσπαθούσες να τα εντοπίσεις με το βλέμμα, εξαφανίζονταν.
«Σκατά», μουρμούρισα.
        Εκείνη τη στιγμή θα προτιμούσα να αντιμετωπίσω άλλα δέκα Ράπτορς με ισάριθμους Ρακοσυλλέκτες, παρά τον καταιονισμό των αόρατων λουλουδιών στη μέση του δρόμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου