3.7 - Το Ινστιτούτο

 


7.

Το Ινστιτούτο


        Παρά τα κλειστά παράθυρα, η δυσωδία του περιβάλλοντος και η οχλαγωγία των μυριάδων απεγνωσμένων κραυγών είχαν καταφέρει να εισβάλουν στο εσωτερικό της καμπίνας. Με το στομάχι μου να ανακατεύεται και το μυαλό μου να αδυνατεί να συγκεντρωθεί, άρχισα ξανά να κάνω δεύτερες σκέψεις. Πώς θα έβρισκα την Εύα σε αυτή τη λευκή έρημο ιστών και κυττάρων, χωρίς να έχω ιδέα προς ποια κατεύθυνση θα έπρεπε να κινηθώ;
        Οι φωνές ήταν τόσο δυνατές και συνεχείς που αναγκάστηκα να ανοίξω το ραδιόφωνο, αν και αποδείχτηκε μάταιο – στις συχνότητες βασίλευε στατικός θόρυβος, ο οποίος, σε συνδυασμό με τις οιμωγές, μου θύμιζε τις ψυχές που έστελναν τα μηνύματά τους στον ασύρματο. Δόξασα την τύχη που ο παππούς μου είχε ξεψυχήσει στον ύπνο του· διότι, όσο οδυνηρό κι αν ήταν να ακούς απροειδοποίητα τη φωνή κάποιου χαμένου αγαπημένου σου στα ραδιοκύματα, ήταν σίγουρα καλύτερο από το να την αναγνώριζες στη μυριόστομη απόγνωση που ξερνούσαν οι χιλιάδες δεσμώτες της Δημιουργίας.
        Έκλεισα βιαστικά το ραδιόφωνο και-
        Μισό.
        Καθώς θυμόμουν τον παππού μου, μια σκέψη άστραψε στον νου μου, διώχνοντας το νέφος που είχε αρχίσει να τον σκεπάζει: ο γέρο-Χαρτογράφος είχε περάσει σχεδόν εξήντα χρόνια οδηγώντας από το ένα άκρο της Σικάρια έως το άλλο. Γνώριζε τους Μεθοριακούς Τόπους προτού ονομαστούν έτσι και κατέγραφε τα δρομολόγιά του με ακατανόητη ακρίβεια στο τετράδιό του – πράγμα που σήμαινε πως κάπου θα υπήρχε σημειωμένη και η τοποθεσία του Ινστιτούτου.
        Χωρίς να χάσω χρόνο, βάλθηκα να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου· έτσι άρχισα να ψάχνω στο πίσω μέρος της καμπίνας, στον χώρο που είχα διαμορφώσει ως μίνι υπνοδωμάτιο για τις περιπτώσεις που έπρεπε να σταθμεύσω μακριά από κάποια πόλη – και, τελικά, μετά από επίμονες έρευνες, το πολύτιμο σημειωματάριο βρέθηκε κάτω από στοίβες παλιών ρούχων, παπουτσιών, σκεπασμάτων, βιβλίων και άδειων πακέτων τσιγάρων.
        Και να το: το Ινστιτούτο Κβαντικών Μελετών ήταν πράγματι σημειωμένο στο τετράδιο, μόλις λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αουρέλια αντί για τα περίπου εκατό που νόμιζα. Έπρεπε να επιστρέψω στο σημείο όπου βρισκόταν η άμοιρη Μπιγκ Μπέτυ και να συνεχίσω την προηγούμενη πορεία μου, αποκλίνοντας ελαφρά σε αζιμούθιο 35°. Αυτό έκανα – και, λίγες ώρες αργότερα, στον λαμπερό ορίζοντα είδα να διαγράφεται ο θολός όγκος ενός συμπλέγματος κτιρίων.
        Είχα φτάσει στο σημείο απ’ όπου η Δημιουργία ξεχυνόταν στον κόσμο μας.

***

        Το πρόβλημα ήταν πως μια νταλίκα εξήντα τόνων, βαμμένη σε χτυπητό μεταλλικό μπλε, όπως ήταν η Ρόζι, δεν περνούσε απαρατήρητη, ειδικά σε ένα κατάλευκο περιβάλλον. Δεν είχα ιδέα πώς έμοιαζαν οι Πράκτορες της Εντροπίας, όμως η καλπάζουσα φαντασία μου βάλθηκε να με πανικοβάλλει με διάφορα οράματα φρικιαστικών οντοτήτων που, απέναντί τους, τα ταπεινά μου όπλα δεν είχαν καμία ελπίδα. Παρ’ όλα αυτά, πλησίασα το διαβόητο Ινστιτούτο με προσοχή, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο ρίγος να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μου. Βρισκόμουν στη μήτρα της φριχτής αειγενεσίας που μάστιζε τη Σικάρια και, ταυτόχρονα, διατηρούσε αυτή τη λεπτή ισορροπία που παρέτεινε τη ζωή του κόσμου μου.
        Το ερευνητικό κέντρο ήταν χαρακτηριστικό δείγμα του αρχιτεκτονικού ρεύματος του μπρουταλισμού, που, για κάποιον λόγο, ήταν τόσο δημοφιλές στον κόσμο μου όταν εκείνος ονομαζόταν ακόμα Τέρα Σελέστε. Ήταν ένα επιβλητικό γκρίζο κτίριο αποτελούμενο από αυστηρούς, γεωμετρικούς όγκους, με έντονες γωνίες και επαναλαμβανόμενα τσιμεντένια μπλοκ. Μεγάλα παράθυρα, θολωμένα από τη βρομιά δεκαετιών, διακρίνονταν κατά μήκος της επιφάνειάς του, σαν να ήταν βυθισμένα μέσα στο γυμνό σκυρόδεμα, και από το εσωτερικό τους διαχεόταν ένα φως τόσο έντονο που ήταν ικανό να κάψει τους αμφιβληστροειδείς οποιουδήποτε έκανε το λάθος να το αντικρίσει κατάματα. Πλοκάμια ιστών είχαν σκαρφαλώσει στους τοίχους του, αναρριχώμενοι υβριδικοί οργανισμοί που πάλλονταν από αίμα και χλωροφύλλη. Το κτίριο, βυθισμένο στη χλομή μάζα, ξερνούσε τους ασταμάτητα πολλαπλασιαζόμενους όγκους από τη μοναδική του είσοδο. Η οσμή ήταν τόσο ανυπόφορη, που μπροστά της η δυσωδία των Σάρκινων Λόφων θύμιζε άρωμα φρεσκοψημένων μπισκότων.
        Στάθηκα δίπλα στη Ρόζι με την καραμπίνα οπλισμένη, αναποφάσιστος για το τι έπρεπε να κάνω. Δεν μπορούσα να γνωρίζω αν η Εύα ή οι Πράκτορες βρίσκονταν ήδη εδώ και δεν ήμουν καθόλου πρόθυμος να μπω στο Ινστιτούτο. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου να μετακινήσω τη νταλίκα πιο μακριά, σε κάποιο σημείο που δε θα ήταν ορατή, όμως δεύτερες σκέψεις με σταμάτησαν – ίσως τη χρειαζόμασταν για να διαφύγουμε, όταν το Αστρόπαιδο θα έκλεινε την πύλη. Όταν, όχι αν: η αισιοδοξία δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, όμως εκείνη τη στιγμή αδυνατούσα να φανταστώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στην παράλογη αυτή περιπέτεια που είχα μπλέξει· αν το έκανα, σίγουρα ο φόβος θα με παρέλυε.


        Έμεινα αρκετή ώρα στη θέση μου, παρατηρώντας τους υπόλευκους βραχίονες που αγκάλιαζαν το κτίριο και σκιρτούσαν ελαφρά. Εδώ δεν υπήρχαν ουρλιαχτά, παρά μόνο μια χαμηλή βοή· ένας συνεχόμενος λυγμός, σαν οι ζωντανοί οργανισμοί σε αυτό το σημείο να είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους, μετά από δεκαετίες μαρτυρίου.
        Οι αμφιβολίες με τύλιξαν πάλι και κανένα σενάριο δε με καθησύχαζε – αν η Εύα είχε ήδη μπει στο Ινστιτούτο και την είχαν ακολουθήσει οι διώκτες της; Αν δεν είχε καταφέρει να φτάσει ακόμα, επειδή την είχαν προλάβει νωρίτερα; Αν-
        Η καρδιά μου αναπήδησε όταν την είδα να πλησιάζει, σέρνοντας τα πόδια της. Κατάκοπη και τρομαγμένη, πάγωσε όταν με αντίκρισε, σαν να ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενε να δει μπροστά της. Ίσως και να ήμουν.
«Μάικ;» είπε με σπασμένη φωνή.
        Κι έπειτα, με ένα σάλτο, έπεσε στην αγκαλιά μου κι αναλύθηκε σε κλάματα.

***

        Στην αρχή δεν αντέδρασα, αιφνιδιασμένος καθώς ήμουν από τη συναισθηματική αντίδραση της μικρής· έπειτα, όμως, την έσφιξα στα χέρια μου και προσπάθησα να την καθησυχάσω με λόγια που δεν πίστευα στ’ αλήθεια.
«Πώς βρέθηκες εδώ;» με ρώτησε, παρατηρώντας εξεταστικά το πρόσωπό μου για να βεβαιωθεί πως ήμουν πραγματικά εγώ κι όχι κάποια οπτασία.
        Αφού της διηγήθηκα εν συντομία όσα είχαν συμβεί από τον αποχωρισμό μας κι έπειτα, ήρθε η σειρά μου να μάθω.
«Μας πλησίασαν με μεγάλη ταχύτητα», αποκρίθηκε η Εύα. «Οδηγούσαν ένα μεγάλο, κόκκινο φορτηγό. Δεν μπορέσαμε να τους αποφύγουμε και μας χτύπησαν από πίσω με δύναμη. Το αυτοκίνητο διαλύθηκε τελείως».
«Το είδα», μουρμούρισα.
«Εγώ φορούσα ζώνη και χτύπησα λίγο το κεφάλι μου, όμως ο Φύλακας πετάχτηκε έξω. Νομίζω ότι έσπασε τα πόδια του, γιατί όταν εκείνοι ήρθαν, δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος».
        Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά κι εγώ χάιδεψα αδέξια τα μαλλιά της μέχρις ότου ηρέμησε.
«Μου φώναξε να φύγω», συνέχισε, «αλλά εγώ ήθελα να τον βοηθήσω. Προσπάθησα να τον πλησιάσω, όμως μετά… μετά το τέρας άρχισε να τον κόβει κι εγώ φοβήθηκα και… και έτρεξα».
«Έκανες αυτό που έπρεπε», είπα επιδοκιμαστικά.
        Νέα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
«Μα… μα... τον άφησα μόνο του!»
        Κράτησα το βρόμικο πρόσωπό της στα χέρια μου και την ανάγκασα να με κοιτάξει. Το βλέμμα της ήταν τρομαγμένο, όμως αυτό που με τάραξε ήταν πως η μικρή μετεωριζόταν στα όρια της παραίτησης. Όχι τώρα, όχι εδώ – είχε ταξιδέψει πολύ μακριά για να τα παρατήσει τώρα.
«Εύα… Εύα! Άκουσέ με – βαθιά μέσα σου, το ξέρεις ότι αυτό ήταν το σωστό. Κι ο Τζον το γνώριζε. Το καθήκον του ήταν να σε συνοδεύσει με ασφάλεια μέχρι το τέλος του δρόμου κι αυτό έκανε ως την τελευταία στιγμή. Το σημαντικό είναι ότι κατάφερες να φτάσεις μέχρι εδώ. Θυμάσαι τι μου είχες πει όταν σε ρώτησα τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που έπρεπε να ακολουθήσεις;»
«Ο Ζυγός», απάντησε ξεψυχισμένα.
«Ακριβώς», είπα θριαμβευτικά, σαν αυτό να δικαιολογούσε τα πάντα – τα βάσανα, τις απώλειες, τη φρίκη που είχε ζήσει. Της έδειξα το τσιμεντένιο μεγαθήριο που στεκόταν σκυθρωπό μπροστά μας. «Και τώρα έφτασες στον προορισμό σου. Εκεί μέσα ολοκληρώνεται η αποστολή σου».
        Η Εύα παρέμεινε αμίλητη, καθόλου ενθουσιασμένη με την προοπτική να μπει στο Ινστιτούτο. Έριξα μια ματιά γύρω μου, όμως δεν παρατήρησα τίποτα ύποπτο.
«Πού είναι οι Πράκτορες; Σε κυνήγησαν;»
        Έγνεψε ρουφώντας τη μύτη της.
«Ναι. Με το φορτηγό, μέχρι που χάλασε. Μετά με τα πόδια».
«Πού βρίσκονται τώρα;»
«Νομίζω με έχασαν. Έτρεχα με ζιγκ-ζαγκ και συγκρατούσα τη δύναμή μου. Έτσι με είχε μάθει ο μπ... ο Φύλακας».
        Αυτό εξηγούσε γιατί η επικράτεια της Δημιουργίας είχε επανέλθει στην πρότερη κατάστασή της· η μικρή κρυβόταν.
«Ας μη χάνουμε άλλο χρόνο», την ενθάρρυνα, παρ’ όλο που αυτό που πραγματικά ήθελα ήταν να την πάρω και να τσακιστούμε να φύγουμε από εκείνο το μέρος.
«Θα έρθεις κι εσύ;» απόρησε.
«Ναι», απάντησα προτού ο διστακτικός εαυτός μου προλάβει να εμφανιστεί στο προσκήνιο για άλλη μια φορά.


        Βαδίσαμε μαζί προς την είσοδο και τη μαλακή κυτταρική μάζα που ξεχυνόταν από το εσωτερικό της. Η Εύα, τώρα που βρισκόταν λίγα μόλις βήματα από το τέλος του κοσμικού ταξιδιού της, άφησε ξανά τη δύναμη του Ζυγού να διαχυθεί από μέσα της. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα την άγνωστη Κοσμική Οντότητα να εκδηλώνεται – τα μάτια της έλαμψαν με ένα έντονο βιολετί χρώμα, μια ηλεκτρισμένη αύρα περιέβαλλε το μικροκαμωμένο κορμί και ίνες ενέργειας εξαπολύθηκαν από τα ακροδάχτυλά της. Πλέον μπροστά μου δε στεκόταν ένα κορίτσι, αλλά το Αστρόπαιδο.
        Η Δημιουργία αποτραβήχτηκε αμέσως, αντιδρώντας στην ακατάβλητη ισχύ του κραταιού αδελφού Της· το έδαφος αποσαθρωνόταν στα σημεία που πατούσαμε, τα πλοκάμια μαύριζαν και κατέρρεαν, το φως τρεμόπαιζε. Οι λυγμοί που αντηχούσαν κατά μήκος των σάρκινων όγκων μετατράπηκαν αρχικά σε κραυγές και, αμέσως μετά, σε πανηγυρικές ιαχές, καθώς οι ζωντανές υπάρξεις που τους σχημάτιζαν επιτέλους λυτρώνονταν. Σε κάθε βήμα του Αστρόπαιδου, η Φωτεινή Θεά αποσυρόταν, νικημένη και ανήμπορη να αντιδράσει.
«Υπέροχα, υπέροχα! Όλο αυτό το θέαμα είναι ευλογία για τους οφθαλμούς μου», άκουσα μια σαρκαστική φωνή από πίσω μας. «Κρίμα που δεν μπορώ να το επιτρέψω, όσο κι αν το επιθυμώ».
        Στράφηκα γρήγορα προς το μέρος της, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, όμως το μόνο που πρόλαβα να διακρίνω ήταν μια καφετιά θολούρα που χίμηξε πάν
ω μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου