3.1 - Ταξιδεύοντας

 


ΜΕΡΟΣ 3

ΤΟ ΑΣΤΡΟΠΑΙΔΟ


1.

Ταξιδεύοντας


        Επισκευάσαμε τα λάστιχα του Κομόρρα χάρη σε ένα κιτ επισκευής ελαστικών που είχα πάντα μαζί μου (κερδίζοντας λίγους πόντους στην κλίμακα εκτίμησης του Φύλακα) και, μιας και ο προορισμός τους βρισκόταν μόλις τριάντα χιλιόμετρα πριν από την Αρκαδία, όπου κατευθυνόμουν εγώ, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μαζί το ταξίδι μας. Στην Καλυδωνία κάναμε μια μικρή στάση σε ένα συνεργείο για να αλλάξουμε ελαστικά και παρμπρίζ στο μαύρο όχημα. Ο μαυροντυμένος άνδρας παρέμεινε εκεί και, όσο η Εύα κι εγώ τρώγαμε μπέργκερ στου μπάρμπα-Τζιμ, με τη μικρή να έχει συγκλονιστεί από τη λιπαρή νοστιμιά του εδέσματος, έμαθα την υπόλοιπη ιστορία του Φύλακα.
        Η Εύα τον είχε γνωρίσει ως Τζον, αν και το πραγματικό του όνομα ήταν Ντράκο· κάποτε ήταν άνθρωπος, όμως η επαφή του με το Χάος είχε μεταβάλει τα χαρακτηριστικά του και του είχε προσδώσει αυτή την υβριδική μορφή. Η μικρή μού διηγήθηκε ένα σωρό περιστατικά στα οποία ο άνδρας είχε προστατεύσει εκείνη και τα υπόλοιπα παιδιά, δεχόμενος τέτοια τραύματα που θα είχαν σκοτώσει έναν κανονικό άνθρωπο.
        Την άκουγα αμίλητος, με το μυαλό μου να τρέχει. Όσο κι αν προσπαθούσα να κρατώ επικεντρωμένη τη σκέψη μου στον προορισμό μου, εκείνη ξεστράτιζε συνεχώς στην αποστολή που είχαν αναλάβει ο άνδρας και το κορίτσι. Διατηρούσα μεγάλες αμφιβολίες σχετικά με την απόφασή τους να διαβούν τα σύνορα της Δημιουργίας – κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, ήταν αυτοκτονία. Με αυτό κατά νου, παρηγορήθηκα με το γεγονός ότι είχαμε μπροστά μας πάνω από πεντακόσια χιλιόμετρα για να τους αλλάξω γνώμη.
        Όταν η Εύα κατάπιε και την τελευταία μπουκιά του δεύτερου μπέργκερ της, πράγμα εντυπωσιακό καθώς ταυτόχρονα μιλούσε ακατάπαυστα, είχε λυθεί και μια λιγότερο σημαντική απορία μου: ο Φύλακας είχε αγοράσει το Κομόρρα από μια μάντρα στο Φουένχο, διότι κατείχε ένα παρόμοιο όχημα στον κόσμο καταγωγής του· ήταν το μοναδικό που ήθελε να θυμάται από το παρελθόν. Δεν τον αδικούσα – αν αναγκαζόμουν να εγκαταλείψω το σύμπαν μου, θα έπαιρνα μαζί μου μόνο το σημειωματάριο του παππού μου.
        Και τη Βαλέρια.

***

        Ο Φύλακας προπορευόταν με το Κομόρρα του κι εγώ ακολουθούσα με τη Ρόζι, διερωτώμενος αν τα προϊόντα που μετέφερα διατηρούνταν σε καλή κατάσταση μετά από τόσα βίαια ταρακουνήματα. Όπως κάθε Χαρτογράφος, έτσι κι εγώ δεν είχα ιδέα τι κουβαλούσα – μπορεί τρόφιμα, μπορεί λιπάσματα, μπορεί όπλα. Το εμπόριο μεταξύ των πόλεων ήταν η μοναδική δραστηριότητα που κρατούσε ζωντανή την ψυχορραγούσα ήπειρό μας και οι Ύπατοι της Περιοχής είχαν συμφωνήσει με το Συμβούλιο της Σικάρια να κάνουν τα στραβά μάτια, τουλάχιστον όσο αφορούσε τις μεταφορές. Το τι συνέβαινε με το φορτίο αφότου το παραδίδαμε μάς ήταν αδιάφορο – ας το αναλάμβαναν οι τοπικές αρχές.
        Η Εύα είχε επιλέξει να έρθει μαζί μου γιατί της άρεσε να βλέπει το τοπίο από ψηλά. Δεν ήταν το μοναδικό πλεονέκτημα, βέβαια· το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά παλιό ροκ, του οποίου φαινόταν ότι είχε γίνει οπαδός, και είχα φροντίσει να αγοράσω κι άλλα γλυκίσματα προτού φύγουμε. Μάικ-Τζον, ένα-μηδέν.
        Στο 1000ό χιλιόμετρο, περίπου στο ύψος των Λιμνών Μαζούτ, το CB γέμισε με ψιθύρους. Το χαμήλωσα αμέσως, όμως οι απόκοσμοι ήχοι εξήψαν την περιέργεια της μικρής.
«Γιατί ψιθυρίζουν οι φίλοι σου;»
«Δεν είναι οι φίλοι μου, είναι παρεμβολές στον ασύρματο», μουρμούρισα, ελπίζοντας πως η απάντηση θα την κάλυπτε. Κάποιες φορές είμαι αθεράπευτα αφελής.
«Δυνάμωσε το», είπε.
        Αναστέναξα και έκανα όπως μου είπε. Η Εύα πλησίασε το CB και άκουσε με προσοχή, με το βλέμμα της να περιφέρεται στις πράσινες ενδείξεις της οθόνης και στα κουμπιά. Στην αρχή οι ήχοι έμοιαζαν πράγματι με παράσιτα, όμως, αν επικεντρωνόσουν, μπορούσες να διακρίνεις λέξεις και κοφτές φράσεις. Οι ψυχές των νεκρών έστελναν τα στερνά τους μηνύματα μέσα από τα βραχέα.

«Πού βρίσκομαι;»

«Μαριάν… πού είσαι, Μαριάν;»

«Πονάω!»

            «Σ’ αγαπώ… και μου λείπεις».

«Θεέ μου, βοήθησέ με!»

«Δεν έπρεπε να το κάνω».



        Χωρίς να το καταλάβω, είχα σφίξει το τιμόνι τόσο δυνατά που τα δάχτυλά μου άρχισαν να πονάνε. Το κορίτσι έγειρε ξανά στο κάθισμά της, με κοίταξε και μου ζήτησε να το κλείσω. Δεν περίμενα να το πει δεύτερη φορά.
«Υπάρχουν φωνές στο ραδιόφωνο», μου είπε σοβαρά.
«Ναι».
«Ποιοι είναι;»
«Οι πεθαμένοι. Κάποιες φορές οι ασύρματοι τους εντοπίζουν».
        Η μικρή κοίταξε έξω από το παράθυρο, το εκτυφλωτικό φως της Δημιουργίας.
«Έχεις γονείς;» με ρώτησε.
«Είχα».
«Πέθαναν;»
«Ναι».
«Τους έχεις ακούσει ποτέ;»
«Όχι».
        Η απάντησή μου φάνηκε να την απογοητεύει, ωστόσο δεν επέμεινε και το ταξίδι μας συνεχίστηκε σε άβολη σιωπή.
        Φυσικά της είχα πει ψέματα ή, μάλλον, μισή αλήθεια· ήταν γεγονός πως δεν είχα ακούσει ποτέ τη μητέρα και τον πατέρα μου να ψιθυρίζουν μέσα από τον ασύρματο, όμως θυμόμουν ακόμα το συμβάν με τον παππού μου.
        Είχε συμβεί μία και μοναδική φορά, σε ένα ταξίδι μου στα νότια· ήμουν τόσο απορροφημένος στην οδήγηση που δεν κατάλαβα ότι το CB είχε κατακλυστεί από στατικό θόρυβο και μουρμουρητά. Όταν άκουσα τη φωνή του, ανατρίχιασα. Το μήνυμά του επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά, καλύπτοντας τους υπόλοιπους ψιθύρους, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως θα το λάμβανα. Πάρκαρα στην άκρη του δρόμου, άρπαξα το μικρόφωνο και ψέλλισα «Παππού;». Τα παράσιτα δυνάμωσαν και, πάνω που πίστευα ότι είχα παρακούσει, οι λέξεις ακούστηκαν για μια τελευταία φορά. Ήταν εκείνος· θα μπορούσα να αναγνωρίσω τη φωνή του μέσα σε δεκάδες άλλες.
«Μάικ, αγόρι μου, σ’ αγαπώ πολύ. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό» – αυτά είπε κι έπειτα ο ασύρματος σίγησε.
        Δεν τον ξανάκουσα ποτέ, παρ’ όλο που για αρκετό καιρό τον αναζητούσα μάταια στις διάφορες συχνότητες. Η Βαλέρια κάποτε μου είχε πει πως οι ψυχές δεν κυκλοφορούσαν μόνο στα καλώδια των τηλεφωνικών στύλων ή στα ραδιοκύματα· αρκετοί είχαν αντικρίσει φευγαλέες μορφές στην τηλεόραση, σε νεκρά κανάλια ή τη στιγμή που η συσκευή έκλεινε, εκείνο το δευτερόλεπτο προτού οι λυχνίες σβήσουν. Οι Μεθοριακοί Τόποι δικαιολογούσαν για ακόμα μια φορά το όνομά τους ως ο ενδιάμεσος χώρος όχι μόνο της Δημιουργίας και της Εντροπίας, αλλά της ίδιας της ύπαρξης.

***

        Το υπόλοιπο ταξίδι κύλησε χωρίς απρόοπτα. Συναντήσαμε ένα Ιντερσέπτορ της Π.Α., το οποίο χαιρέτησα με ένα δυνατό κορνάρισμα, μια μολυσματική ομίχλη (την αντιμετωπίσαμε κλείνοντας τα παράθυρα και τον εξαερισμό) και δύο Κρανιοκυνηγούς που πάλευαν να επιδιορθώσουν τις μηχανές τους στην άκρη του δρόμου. Προς στιγμήν σκέφτηκα να κάνω ένα καλό στην ανθρωπότητα και να τους παρασύρω με τη Ρόζι, όμως αντιστάθηκα στην παρόρμησή μου και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
        Όταν συμπληρώσαμε εννιά ώρες οδήγησης, σταματήσαμε για ξεκούραση σε έναν Σταθμό Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών, παρατημένο εδώ και χρόνια. Το κεντρικό κτίριο ήταν σκοτεινό και άδειο, με όλα του τα τζάμια σπασμένα. Υβριστικά γκράφιτι κάλυπταν κάθε σπιθαμή των γκρίζων τοίχων.
        Μπροστά από το κτίσμα υπήρχαν πέτρινα τραπεζάκια και πάγκοι για όσους ταξιδιώτες ήθελαν να κάνουν ένα μικρό διάλειμμα. Από τις μεγάλες ομπρέλες που κάποτε σκίαζαν τον χώρο, τώρα είχαν απομείνει μόνο μερικά κοντάρια και δυο-τρία κουρελιασμένα πανιά που ανέμιζαν στο αεράκι. Ανοίξαμε μερικές κονσέρβες και ένα κουτί με μπισκότα και, όσο τρώγαμε, επιχείρησα να τους μεταπείσω.
        Οι προσπάθειές μου έπεσαν στο κενό, με τις πιο έντονες αντιδράσεις, μάλιστα, να έρχονται από τη μικρή. Από τότε που σταματήσαμε ήταν νευρική και γκρινιάρα, ενώ τα βιολετί της μάτια μου έδιναν την εντύπωση πως εξέπεμπαν μια αλλόκοτη λάμψη. Όταν έκανα ακόμα μια απόπειρα να τους μιλήσω για την επικράτεια της Δημιουργίας, η Εύα ξέσπασε:
«Σταμάτα πια! Όλο για αυτό μιλάς! Σου είπε κανείς να έρθεις μαζί μας; Όχι, γιατί είναι δική μας δουλειά!»
«Εύα, ηρέμησε, σε παρακαλώ», προσπάθησε να την κατευνάσει ο Τζον.
«Μα λέει συνέχεια το ίδιο!»
«Επειδή φοβάται και νοιάζεται για σένα», συνέχισε ο Φύλακας με μια πραότητα που δεν περίμενα ότι διέθετε. «Νομίζω πως χρειάζεσαι ύπνο».
«Δε νυστάζω!», αντέδρασε αυθάδικα το κορίτσι.
«Πρέπει να είσαι ξεκούραστη για αύριο», της απάντησε και αυτή τη φορά η φωνή του δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Τράβα για ύπνο».
        Μουτρωμένη, η Εύα υπάκουσε· ανέβηκε στη Ρόζι, έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της (για να μας δείξει πόσο τσαντισμένη ήταν) κι επικράτησε ξανά η ίδια άβολη σιωπή μεταξύ εμού και του άνδρα. Προτίμησα να μη σχολιάσω την έκρηξη της μικρής, έτσι ασυναίσθητα κοίταξα τον ορίζοντα, όπου δεκάδες αστέρια ξεχώριζαν στο γκριζωπό στερέωμα.
«Τι διάολο», μονολόγησα.
        Ο Τζον ανέβλεψε.
«Τι;»
«Δεν έχω δει ποτέ μου τόσα πολλά αστέρια στον ουρανό».
«Θα αυξάνονται όσο πλησιάζουμε», σχολίασε αινιγματικά.
        Έριξα μια ματιά στο φορτηγό και τον μυστηριώδη επιβάτη του που έβραζε στο ζουμί του.
«Αυτή το κάνει;»
        Ο άνδρας έγνεψε.
«Είναι σημάδι ότι ο κόσμος σου έχει ήδη αρχίσει να γιατρεύεται», είπε. «Ο Ζυγός δυναμώνει τώρα που μία από τις ενσαρκώσεις του πλησιάζει στο τέλος της διαδρομής. Η Εύα νιώθει την ανάγκη να ολοκληρώσει την αποστολή της, γι’ αυτό και έχει τόση υπερένταση. Είναι η τελευταία των Αστρόπαιδων».
        Παρά τα λόγια του, παρέμενα δύσπιστος. Η εμμονή του με εκνεύριζε και, με τη μικρή απούσα, μπορούσα να είμαι περισσότερο ειλικρινής:
«Ξέρεις κάτι;» είπα θυμωμένα. «Νομίζω πως της έχεις κάνει τόση πλύση εγκεφάλου που πιστεύει ότι η σωτηρία όλου του σύμπαντος στηρίζεται σε εκείνη. Της πούλησες ένα παραμύθι και απορρίπτει οποιαδήποτε άλλη γνώμη. Γιατί έχεις φορτώσει ένα τέτοιο βάρος πάνω της; Δεν είναι παρά ένα παιδί, γαμώτο».
        Ο Τζον έσκυψε το κεφάλι του. Έμοιαζε καταπτοημένος.
«Δεν έχεις καταλάβει τίποτα», είπε χαμηλόφωνα. «Νομίζεις πως αναγκάζω την Εύα να συνεχίζει, όμως η πιθανότητα να ισχύει το αντίθετο δεν περνάει καν από το μυαλό σου. Εγώ είμαι απλώς ο συνοδός της – εκείνη αποφασίζει τι θα κάνει».
        Μου έριξε ένα αγριεμένο βλέμμα που αποκάλυπτε πόσο θα ήθελε να μου τσακίσει τη ραχοκοκαλιά και να με παρατήσει στη μέση της ερήμου, όμως προσπάθησα να παραμείνω ατάραχος.
«Οι αποφάσεις είναι πάντα δικές μας», συνέχισε πιο δυνατά, «όμως κάποιες φορές βρισκόμαστε μεταξύ σφύρας και άκμονος – ό,τι και να διαλέξουμε θα έχει επιπτώσεις. Η Εύα δεν επέλεξε να βρεθεί στο κέντρο μιας κοσμικής διαμάχης, αλλά όταν της υποδείχθηκε ο δρόμος, τον ακολούθησε. Κανείς δεν την πίεσε· όπως και τα υπόλοιπα παιδιά, μπορούσε να εγκαταλείψει οποιαδήποτε στιγμή. Είμαι περήφανος γι’ αυτά, επειδή διάλεξαν το σωστό και δύσβατο μονοπάτι, προκειμένου να σώσουν το Όλον. Ανώνυμα και σιωπηλά, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει για τη θυσία τους.
        »Να ξέρεις ένα πράγμα, Χαρτογράφε – ο μόνος λόγος που βρίσκεσαι εδώ εκτοξεύοντας κατηγορίες, είναι επειδή τα Αστρόπαιδά μου περιόρισαν τις Κοσμικές Θεές σε ένα σωρό σύμπαντα, προκαλώντας αυτή την εύθραυστη ισορροπία στους Μεθοριακούς Τόπους. Αν μπορούσα να χαρίσω σε ένα από αυτά μια φυσιολογική ζωή, θα σκότωνα χίλιους σαν εσένα χωρίς δεύτερη σκέψη».
        Δεν είχα τι να απαντήσω σε αυτή τη δήλωση αγαθών προθέσεων.
«Στη Σικάρια υπάρχουν κάποιοι ζηλωτές της Δημιουργίας που πιστεύουν ότι θα έρθει ένας Μεσσίας να σώσει τον κόσμο μας», μουρμούρισα. «Τον αποκαλούν Αστρόπαιδο».
«Δε μου προξενεί έκπληξη. Έχω συναντήσει αρκετούς πιστούς είτε της μιας είτε της άλλης Θεάς σε διάφορα σύμπαντα», αποκρίθηκε. «Όλοι τους μοιράζονται δύο κοινά χαρακτηριστικά: είναι θεότρελοι και βέβαιοι για την έλευση κάποιου σωτήρα».
«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, έπεσαν μέσα», επέμεινα.
«Ξέρεις τι λένε», μου απάντησε, «ακόμα κι ένα χαλασμένο ρολόι λέει τη σωστή ώρα δύο φορές τη μέρα».
        Μειδίασα· όχι στη Σικαρία. Εδώ τα ρολόγια κινούνται προς οποιαδήποτε κατεύθυνση εκτός από τη σωστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου