Η Διχάλα
Μετά το 1270ό χιλιόμετρο, η Γραμμή διακλαδιζόταν: ο ένας δρόμος συνέχιζε βορειοδυτικά, προς την Ντέσα και τις υπόλοιπες πόλεις της Βόρειας Περιοχής, και έφτανε μέχρι τον Γκρεμό του Κόσμου και το βασίλειο των Γδαρμένων. Σε εκείνο το σημείο βρισκόταν ο τερματικός σταθμός της Γραμμής, ένα μοναχικό, χαμηλό κτίριο που περιελάμβανε ένα μίνι μάρκετ, δύο αντλίες βενζίνης και ένα συνεργείο αυτοεξυπηρέτησης. Το κτίσμα βρισκόταν στο κέντρο μιας περιφραγμένης χωμάτινης αλάνας, όπου τα φορτηγά μπορούσαν να ξεκοτσάρουν, να αλλάξουν λάστιχα και να βάλουν πετρέλαιο. Ο τερματικός σταθμός ήταν επανδρωμένος με ένα και μόνο άτομο, έναν λεπτό νεαρό με σκουλαρίκια, τατουάζ και ειρωνική διάθεση. Δεν έχω ιδέα πώς επιβίωνε, μιας και τα δρομολόγια ήταν σπάνια και οι ταξιδιώτες ανύπαρκτοι. Στη μία και μοναδική μου επίσκεψη εκεί, τον άκουσα να λέει πως βρισκόταν στο καθαρτήριό του – αρκετά πετυχημένη μεταφορά, κατά την άποψή μου.
Μισό χιλιόμετρο μετά την αλάνα, υπάρχει ο Γκρεμός, ο οποίος είναι ό,τι ακριβώς λέει το όνομά του: ένα χάσμα που οδηγεί σε ανεξερεύνητα βάθη. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι εκεί τελειώνει η Σικάρια και πως, πέρα από αυτό το σημείο, απλώνεται ένα αχανές γκρίζο κενό. Θα περίμενε κανείς πως η περιοχή θα κατακλυζόταν από τουρίστες και περίεργους, αλλά, προς μεγάλη ανακούφιση του μοναχικού υπαλλήλου, κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Ωστόσο, αν και στον Απώτερο Βορρά περίμεναν μοναδικά αξιοθέατα (του δύστροπου νεαρού συμπεριλαμβανομένου), ο Φύλακας και η Εύα θα ακολουθούσαν τον δεύτερο δρόμο, μια παρακαμπτήριο η οποία είχε εγκαταλειφθεί λίγα χρόνια αφότου η Δημιουργία άρχισε να καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο. Αυτός ήταν ο προορισμός τους και, παρά τις προσπάθειές μου, δεν είχα καταφέρει να τους αλλάξω γνώμη.
Τώρα, έπειτα από δεκαετίες παραμέλησης και αμμοθυελλών, ο αυτοκινητόδρομος είχε μετατραπεί σε αχνό μονοπάτι – η άσφαλτος είχε θρυμματιστεί και το μεγαλύτερο μέρος του ήταν σκεπασμένο με κόκκινο χώμα. Μια κίτρινη πινακίδα στη διχάλα προειδοποιούσε «ΔΡΟΜΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΠΑΝΤΟΣ ΟΧΗΜΑΤΟΣ», ένα απομεινάρι από την εποχή που το Υπουργείο Μεταφορών της Σικάρια λειτουργούσε, έστω και υποτυπωδώς. Η ταμπέλα ήταν διάτρητη από σφαίρες.
«Πόσα χιλιόμετρα μέχρι το Ινστιτούτο;» με ρώτησε ο Φύλακας.
«Είναι γύρω στα 130 βορειοανατολικά μέχρι την Αουρέλια», απάντησα, με ένα σφίξιμο στο στομάχι καθώς θυμόμουν τη δυσωδία των Σάρκινων Λόφων που είχαν σκεπάσει την πρώην πόλη. «Από κει και πέρα, δεν ξέρω· καμιά εκατοστή ακόμη;»
«Θα το βρούμε», είπε με σιγουριά η Εύα.
Είχε κατέβει από τη Ρόζι και στεκόταν ακίνητη δίπλα στο Κομόρρα, μεταφέροντας ανυπόμονα το βάρος της από το ένα πόδι στο άλλο. Ο Κύριος Λαγός κρεμόταν από τη μέση της, ξεφτισμένος και ταλαιπωρημένος, χωρίς καμία εμφανή διάθεση να ακολουθήσει τους άλλους στην εκτυφλωτική επικράτεια.
«Δεν πρόκειται να σας μεταπείσω, έτσι;» ρώτησα. «Ακόμα κι αν σας πω ότι στην Αρκαδία έχουν πολύ νόστιμες πίτες;»
«Πρέπει να κάνω το θέλημα του Ζυγού», είπε απλά η Εύα και διαπίστωσα ότι η φωνή της ακουγόταν πιο ώριμη, πιο σίγουρη. Άλλωστε, όπως είχε πει κι ο Φύλακας, δεν ήταν παιδί κι ας έμοιαζε με τέτοιο – ήταν η έκφραση μιας Κοσμικής Οντότητας, τη δύναμη της οποίας δε θα κατάφερνα ποτέ να κατανοήσω. Και, παρ’ όλο που το κορίτσι μέσα της αναλάμβανε κάποιες φορές τα ηνία, τώρα είχα μπροστά μου το Αστρόπαιδο, με την καταραμένη του αποστολή.
Με πλησίασε και μου χαμογέλασε.
«Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες. Και για τα μπισκότα και τα μπέργκερ».
«Αλλά όχι τόσο για τον αρακά», πρόσθεσα και γέλασε.
«Μην ανησυχείς», με καθησύχασε άλλη μια φορά. «Προετοιμάζομαι γι’ αυτό από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Τα αδέλφια μου μού έδειξαν τον δρόμο».
Με κοίταξε εξεταστικά και έλυσε το λούτρινο από τη μέση της.
«Μήπως θέλεις να κρατήσεις τον Κύριο Λαγό; Νομίζω πως φοβάται να έρθει μαζί μου».
Χαμογέλασα αμήχανα, έως ότου συνειδητοποίησα πως μιλούσε σοβαρά. Κοίταξα τον Φύλακα στα χαμένα κι εκείνος έγνεψε.
«Θα τον κρατήσω, ναι», είπα με βραχνή φωνή και πήρα το κουκλάκι. Τα μάτια της Εύας έλαμψαν και μου φάνηκε πως το θαμπερό φως της ανατολής τρεμόφεξε.
«Πάμε;» ρώτησε μαλακά ο Τζον κι η μικρή έγνεψε.
«Αντίο, Μάικ», μου είπε και μπήκε στο Κομόρρα.
Ο Φύλακας κοντοστάθηκε.
«Μην ξεχάσεις το Αστρόπαιδο, Χαρτογράφε», μου είπε. «Αν ο κόσμος σου γιατρευτεί, γράψε γι’ αυτήν. Αν όχι – ε, τότε δε θα έχει καμία σημασία».
Το μαύρο όχημα απομακρύνθηκε σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης κι εγώ απέμεινα στην άκρη του δρόμου, με ένα λούτρινο κουκλάκι στα χέρια και μια βαθιά, ανεξήγητη θλίψη στην καρδιά.
***
Η νταλίκα μού φαινόταν πιο μοναχική από ποτέ. Αν και παλιότερα έπαιρνα περιπλανώμενους που έκαναν οτοστόπ (αφού πρώτα είχα βεβαιωθεί ότι η καραμπίνα και το μαχαίρι μου βρίσκονταν στη θέση τους), συνήθως προτιμούσα να ταξιδεύω μόνος· όμως, η παρουσία της μικρής, όσο σύντομη κι αν ήταν, είχε αποδειχθεί αρκετά αναζωογονητική. Έβαλα λίγη μουσική, όμως, χωρίς την Εύα να μουρμουρίζει δίπλα μου, προσπαθώντας να συντονιστεί με τη μελωδία, μου ηχούσε αδιάφορη. Έκλεισα το ραδιόφωνο και το CB, αφήνοντας μοναδική μου παρέα το γουργουρητό της Ρόζι, καθώς κατάπινε τα χιλιόμετρα.
Όσο απομακρυνόμουν από τη Διχάλα, το μυαλό μου βρισκόταν στη μικρή· κάποια στιγμή, δίχως να το επιδιώξω, άρχισε να δημιουργεί σενάρια με τόσο δυσμενή κατάληξη, που με έζωσαν τα φίδια. Δέκα χιλιόμετρα πριν την Αρκαδία, είχα αρχίσει να μετανιώνω που τους άφησα να ταξιδέψουν μόνοι τους στην επικράτεια της Δημιουργίας, παρ’ όλο που το λογικό μέρος του εαυτού μου ισχυριζόταν –ορθά– πως δε θα τους προσέφερα και καμιά σημαντική βοήθεια· άλλωστε, εκείνοι είχαν περιπλανηθεί σε αμέτρητα σύμπαντα κι εγώ δεν ήμουν παρά ένας φορτηγατζής.
Έτσι, με τις αμφιβολίες να τριβελίζουν τον νου μου, έφτασα επιτέλους στον προορισμό μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου