3.5 - Στα Λημέρια της Φωτεινής Θεάς

 


5.

Στα Λημέρια της Φωτεινής Θεάς


        Οι υποψίες μου είχαν μετατραπεί σε βεβαιότητα: το εκθαμβωτικό λευκό της ανατολής είχε φανερά εξασθενήσει. Δεν ήμουν ο μοναδικός που το είχε παρατηρήσει, διότι, καθώς άφηνα την Αρκαδία πίσω μου, είδα αρκετούς να έχουν στραμμένο το βλέμμα προς τη φωτεινή επικράτεια. Οι περισσότεροι έμοιαζαν αναστατωμένοι και δεν τους αδικούσα – όταν έχεις περάσει όλη σου τη ζωή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τότε οποιαδήποτε αλλαγή είναι ανησυχητική.
        Μου πήρε λιγότερο από μισή ώρα να φτάσω στη Διχάλα και άλλο τόσο μέχρι να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς σκόπευα να κάνω. Το μονοπάτι ανοιγόταν μπροστά μου χωρίς φυσικά εμπόδια· μόνο ο νους μου έστηνε φράγματα εκείνη τη στιγμή, αμφισβητώντας κάθε μου σκέψη και απόφαση, συμβουλεύοντάς με να παραμείνω αμέτοχος, υποστηρίζοντας ότι ο Φύλακας έλεγε ψέματα – ένας κυκεώνας αλληλοσυγκρουόμενων συλλογισμών που ήταν ταυτόχρονα σωστοί και λανθασμένοι. Η λογική μου έλεγε να τσακιστώ να φύγω από εκεί· δεν είχα καμία δουλειά να αναζητώ ένα παιδί που γνώρισα κατά τύχη, ούτε να μπλέξω με κοσμικές μαλακίες για τις οποίες είχα πλήρη άγνοια. Όμως, παρ’ όλο που συνήθως λειτουργούσα με γνώμονα τη λογική, κάτι μέσα μου δε με άφηνε να ησυχάσω: ήταν το ίδιο συναίσθημα που με κυρίευε κάθε φορά που επισκεπτόμουν τη Σάντα Μίρα, ένα ξαφνικό σκίρτημα στην προοπτική να αντικρίσω ξανά τη Βαλέρια και μια σφοδρή λαχτάρα να απολογηθώ για τη φυγή μου δύο χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, παρά τη δριμύτητά τους, δεν είχα αφεθεί ποτέ στις επιταγές της καρδιάς μου· ύστερα το μετάνιωνα και ορκιζόμουν πως την επόμενη φορά θα ενεργούσα διαφορετικά, μόνο και μόνο για να δω τον ίδιο κύκλο να επαναλαμβάνεται από την αρχή. Ίσως έπρεπε να παραδεχτώ επιτέλους πως αυτή ήταν η φύση μου – να αδιαφορώ αντί να νοιάζομαι, να επιλέγω την απόδραση αντί για τη μάχη.
        Η μηχανή της Ρόζι γουργούριζε αδιαμαρτύρητα, το τιμόνι έτρεμε ελαφρά κάτω από τα χέρια μου κι εγώ στεκόμουν αναποφάσιστος λίγα μέτρα μακριά από το μονοπάτι που οδηγούσε στις φρικτές περιοχές της Φωτεινής Θεάς. Δεν παρατήρησα καν τα ίχνη μεγάλων ελαστικών στο κόκκινο χώμα, ίχνη που θα αναγνώριζα οποιαδήποτε άλλη στιγμή με καθαρό μυαλό.
        Το βλέμμα μου έπεσε στο κάθισμα του συνοδηγού και στον Κύριο Λαγό που αναπαυόταν εκεί. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα φθαρμένο λούτρινο κουκλάκι, φερμένο από κάποιο μακρινό σύμπαν, όμως για ένα μικρό, φοβισμένο κορίτσι υπήρξε κάποτε το καταφύγιό του· ένας σιωπηλός σύντροφος που βρισκόταν πάντα δίπλα της, μια ανάμνηση ενός κόσμου που είχε χαθεί, ένα σταθερό σημείο μέσα στο χάος, καθώς εκείνη περιπλανιόταν σε άπειρες εναλλακτικές πραγματικότητες, αφοσιωμένη σε μια κοσμική αποστολή, το βάρος της οποίας δε θα έπρεπε ποτέ να έχει επωμιστεί. Αυτό το άψυχο, μαλακό ζωάκι ήταν ο αληθινός της προστάτης, όχι το παραμορφωμένο πλάσμα που δήλωνε Φύλακας.
        Πάτησα το γκάζι ελαφρά κι η Ρόζι βρυχήθηκε, ξερνώντας μαύρο καπνό από τα φουγάρα της.
«Για μια και μοναδική φορά, ας κάνω αυτό που πρέπει», μονολόγησα. «Είσαι έτοιμη, κορίτσι μου;»

***

        Σε όλα τα ταξίδια μου στη Σικάρια, δεν είχα συναντήσει ποτέ κάτι τόσο αλλόκοτο όσο την επιφάνεια των φωτεινών περιοχών. Φυσικά, ήταν κοινό μυστικό πως η ανεξέλεγκτη κυτταρογένεση είχε μετατρέψει τη σύσταση του εδάφους σε ένα υβρίδιο ανόργανων και οργανικών ενώσεων, όμως ακόμα κι αυτή η γνώση δεν μπορούσε να προετοιμάσει τον ταξιδιώτη γι’ αυτό που θα συναντούσε. Ούτε στους πιο αποτρόπαιους εφιάλτες μου δε θα φανταζόμουν ότι θα διέσχιζα τις ανατριχιαστικές εκτάσεις με τη νταλίκα μου· όμως να που βρισκόμουν εδώ, έχοντας αφήσει πίσω μου τον ασφαλτοστρωμένο αυτοκινητόδρομο που, αφού μετατράπηκε σε χωμάτινο μονοπάτι, κατέληξε σε σάρκινη ατραπό.
        Η αντηλιά του πάλλευκου περιβάλλοντος ήταν αρκετά έντονη όσο κατευθυνόμουν προς τα ανατολικά, έτσι κατέβασα τα σκίαστρα της καμπίνας σε μια προσπάθεια να αποφύγω τη μόνιμη τύφλωση. Εδώ κι εκεί εντόπιζα σπασμένα κομμάτια οδοστρώματος, υπολείμματα του παλιού δρόμου που δεν είχαν καλυφθεί από το χώμα, όμως όσο περισσότερο εισερχόμουν στην επικράτεια της Δημιουργίας, αυτά λιγόστευαν. Είκοσι χιλιόμετρα μετά τη Διχάλα γύρω μου απλωνόταν μόνο κόκκινο χώμα· ύστερα από άλλη τόση απόσταση, ξεκινούσε η φρικωδία.
        Στο άμαθο μάτι, το βασίλειο της Δημιουργίας έμοιαζε με μια έκταση γεμάτη αφράτο βαμβάκι, μια ψευδαίσθηση που επέτεινε η διάχυτη ακτινοβολία των αμέτρητων άστρων που γεννιούνταν αδιάκοπα. Από κοντά, αυτή η εντύπωση έδινε τη θέση της στον αποτροπιασμό, καθώς ο τρομοκρατημένος θεατής συνειδητοποιούσε πως όλο το έδαφος ήταν καλυμμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις κυτταρικών δομών: δέρμα, λίπος, ιστοί, οστά, φύλλα, νύχια, δόντια, τρίχες, φτερά, μύες, λέπια, όργανα, χιτίνη, εκκρίσεις, σπόρια, άλγη – ένα ζωντανό, αέναα μεταβαλλόμενο ίζημα που πολλαπλασιαζόταν. Οι βιολογικοί όγκοι βυθίζονταν στο πραγματικό έδαφος της Σικάρια, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο από το υπέδαφος του κόσμου μου.
        Η Ρόζι τραντάχτηκε όταν συνάντησε την πρώτη γλιστερή μάζα· οι τροχοί σπίνιαραν, πλημμυρίζοντας τον αέρα με την οσμή του καμένου λάστιχου, και μετά η νταλίκα απελευθερώθηκε με ένα απότομο τίναγμα. Καθώς το φορτηγό αγκομαχούσε κινούμενο με δυσκολία, παρατήρησα πως ακολουθούσα δύο βαθιές αυλακιές που έμοιαζαν να είχαν γίνει από κάποιο βαρύ όχημα σαν το δικό μου. Αναρωτήθηκα φευγαλέα τι σήμαινε αυτό, αλλά εκείνη τη στιγμή οι μπροστινοί τροχοί μπλόκαραν ξανά.
        Έβαλα πρώτη, γκάζωσα, έβαλα δεύτερη· η καημένη η Ρόζι πάλευε να διασχίσει το αηδιαστικό μείγμα, ξερνώντας καπνό και μυρωδιά υπερθερμασμένου μηχανέλαιου. Με επιμονή και αμέτρητες μανούβρες κατάφερα να την ξεκολλήσω και συνέχισα την πορεία μου, παραμένοντας μέσα στα όρια του μονοπατιού που είχε ανοίξει το μυστηριώδες προπορευόμενο όχημα. Λίγο μετά, προς μεγάλη μου ανακούφιση, ένιωσα πως οι τροχοί πάτησαν στερεό έδαφος και αποτόλμησα μια ματιά έξω. Δεν ξέρω τι περίμενα να δω, αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτό που αντίκρισα.
        Το περιβάλλον μαραινόταν. Μεγάλα κομμάτια της μάζας ήταν στολισμένα με μαύρα στίγματα, η δυσωδία σηπόμενου ιστού τρυπούσε τα ρουθούνια και λεπτές στήλες αερίου αναδύονταν από το αρρωστημένο έδαφος. Το βασίλειο της Δημιουργίας πέθαινε, αργά αλλά σταθερά, στα σημεία απ’ όπου είχε περάσει η Εύα.
        Η αποσύνθεση ξεκινούσε από τον υποτυπώδη δρόμο όπου βρισκόμουν και εξαπλωνόταν κατά μήκος του, καλύπτοντας ολοένα και μεγαλύτερο εμβαδόν. Η κυτταρική επιφάνεια της περιοχής ανασηκωνόταν ρυθμικά, σαν άρρωστος που βαριανάσαινε· κατά τόπους, άνοιγαν πάνω της τρύπες και το συγκεκριμένο σημείο, αφού απελευθέρωνε μια στήλη δύσοσμου αερίου, κατέρρεε αργά, ξεφουσκώνοντας.
        Παρατηρούσα τη γοργά εξελισσόμενη διάβρωση του περιβάλλοντος σαστισμένος και, για άλλη μια φορά, η αμφιβολία φώλιασε στην καρδιά μου. Χρειαζόταν πραγματικά τη βοήθειά μου το κορίτσι, όταν τα πάντα γύρω μου αποδείκνυαν την ισχύ της;
        Και τότε θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει

(«μας έλεγε ότι είμαστε καρποί της Δημιουργίας»)

και συνειδητοποίησα ανατριχιάζοντας γιατί το Αστρόπαιδο είχε επιλέξει να βαδίσει στο έδαφος της Φωτεινής Θεάς: ως καρπός Της, μπορούσε να διασχίσει την επικράτειά Της χωρίς να κινδυνεύει. Ήταν μια μικροσκοπική αβλεψία, ένα σφάλμα στον κώδικα του κοσμικού παιχνιδιού που ονομαζόταν Αέναη Σύγκρουση. Η επιλογή των παιδιών από τον Ζυγό δεν ήταν τυχαία – ποιος άλλος θα μπορούσε να πλησιάσει τις τρομερές Θεές, αν όχι τα ίδια Τους τα δημιουργήματα; Και, μιας και η Εντροπία ποθούσε την ανυπαρξία των πάντων περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, απέμενε μόνο η αδελφή Της.
        Τώρα που η δυσπιστία μου για τον ρόλο του κοριτσιού είχε εξαφανιστεί, δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω. Τη συνόδευε ένας σκληροτράχηλος πρόμαχος, ενώ και η ίδια χειριζόταν μια ακατανόητη δύναμη που ήταν ικανή να αναδιαμορφώσει ένα ολόκληρο σύμπαν – τι αξία είχε ένας απλός νταλικέρης;
        Το βλέμμα μου επανήλθε ασυναίσθητα στις αυλακιές. Ήταν αρκετά βαθιές για να έχουν γίνει από το Κομόρρα, χώρια που τα ίχνη υποδείκνυαν έναν συγκεκριμένο τύπο ελαστικού – πλατύ, υψηλής πρόσφυσης, με χαρακτηριστικό σχήμα που θύμιζε ψαροκόκαλο. Μόνο έναν γνώριζα που χρησιμοποιούσε τέτοια λάστιχα, κυρίως επειδή έκανε συχνά δρομολόγια προς τους βούρκους που περιέβαλλαν τις Λίμνες Μαζούτ.
«Περίεργο», μουρμούρισα, «τι κάνει η Μπιγκ Μπέτυ εδώ;»
        Όπως ήταν φυσικό, η περιέργειά μου υπερίσχυσε· έβαλα πρώτη και συνέχισα τον δρόμο μου, όλο και πιο βαθιά στην επικράτεια μιας Θεάς που ψυχορραγούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου