Η Συντροφιά της Εντροπίας
Η καμπάνα της Αγίας Καρτερίας είχε μόλις χτυπήσει τρεις φορές, όταν στην πύλη της Σάντα Μίρα εμφανίστηκε η αλλόκοτη τριάδα· βρέθηκαν στο φυλάκιο σαν να είχαν ξεφυτρώσει από το πουθενά, χωρίς κανένας από τους σκοπούς να τους πάρει χαμπάρι. Οι στρατιώτες, συγχυσμένοι, ύψωσαν αμέσως τα τουφέκια τους, σημαδεύοντας τους αγνώστους, κι ο λοχίας Ρόμπερτς παρουσιάστηκε βλαστημώντας και κουμπώνοντας βιαστικά το χιτώνιό του.
«Τι έχουμε εδώ;» ρώτησε έναν από τους στρατιώτες, έναν μεσήλικα με τόσο παχύ μουστάκι που θα έκανε τον Πάντσο Βίλα να κρυφτεί από ντροπή.
«Ήρθαν απ’ το πουθενά, κυρ-διοικητά», απάντησε εκείνος με έντονη χωριάτικη προφορά. «Δεν έχουν πει λέξη».
Ο Ρόμπερτς παρατήρησε τους νεοφερμένους προσεκτικά, προσπαθώντας να αποτυπώσει κάθε τους χαρακτηριστικό στη μνήμη του. Όλοι τους έμοιαζαν με Μεταπλασμένους του Απώτερου Νότου, με παράδοξες δυσμορφίες που, όμως, διέφεραν μεταξύ τους.
Ο πρώτος από αυτούς ήταν μετρίου αναστήματος, ντυμένος με έναν μαύρο, φθαρμένο μανδύα. Κάτω από την κουκούλα του κρυβόταν ένα μακρύ, χλομό πρόσωπο με δύο σκοτεινές τρύπες αντί για μάτια, ενώ στη θέση της μύτης και του στόματός του υπήρχαν μόνο δύο στρογγυλές οπές. Ήταν ο τελευταίος στη σειρά και ο αέρας πίσω του τρεμόπαιζε σαν αντικατοπτρισμός στην άσφαλτο μια καυτή μέρα.
Ακριβώς μπροστά του ερχόταν ένα πανύψηλο, λιπόσαρκο πλάσμα με μόνο ένα λερό πανί να καλύπτει τα λαγόνια του. Τα χέρια του, εξοπλισμένα με αιχμηρά αγκάθια, κρέμονταν έως τα γόνατά του και κατέληγαν σε κοφτερές δαγκάνες. Στο λευκό του πρόσωπο υπήρχαν δώδεκα μαύρα, στρογγυλά μάτια που γυάλιζαν, ενώ μακριές κεραίες κρέμονταν από το σαγόνι του, κάνοντάς το να μοιάζει με τεράστιο έντομο. Η σκέψη έκανε τον λοχία να ανατριχιάσει· αν υπήρχε κάτι στην πλάση του Θεού που να μισούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε, αυτό ήταν τα έντομα.
Ο τελευταίος, που στεκόταν αγέρωχος λίγα βήματα μπροστά από τους άλλους δύο και απέπνεε αέρα αρχηγού, ήταν ένας άνδρας με μαύρο κοστούμι, παπιγιόν και μπαστούνι. Από μακριά τα χαρακτηριστικά του ήταν φυσιολογικά· όταν, όμως, τον πλησίασε, ο λοχίας διαπίστωσε πως το πρόσωπό του έμοιαζε να είναι καμωμένο από ροδαλό καουτσούκ, μια εντύπωση που ενισχυόταν από το γεγονός ότι, με εξαίρεση τα καλοχτενισμένα μαλλιά του, δεν είχε ούτε μία τρίχα πάνω του – ούτε βλεφαρίδες ούτε φρύδια. Φακίδες στόλιζαν τα μάγουλά του, σαν μικροσκοπικά κόκκινα στίγματα, και τα ανύπαρκτα χείλη του ήταν κοκαλωμένα στο πιο πλατύ χαμόγελο που είχε αντικρίσει ποτέ του ο Ρόμπερτς, θυμίζοντας περισσότερο υπερμεγέθη κούκλα εγγαστρίμυθου παρά ζωντανό άνθρωπο.
Ο κοστουμάτος έγερνε στο μπαστούνι του υπομονετικά και, όταν ο Ρόμπερτς ζήτησε τα χαρτιά του, έκανε μια αέρινη κίνηση, σαν να είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια.
«Αγαπητέ μου, πολύ φοβάμαι πως κανείς στη συντροφιά μας δε διαθέτει ταυτοποιητικά έγγραφα», είπε ευχάριστα. Τα χείλη του δεν κουνήθηκαν· η φωνή έμοιαζε να έρχεται από τα βάθη της τρύπας στο λαστιχένιο του πρόσωπο.
«Κι εγώ φοβάμαι πως, σε αυτή την περίπτωση, θα χρειαστεί να φύγετε από την πόλη μου», απάντησε απότομα ο λοχίας και οι άνδρες του συμφώνησαν με σιγανά μουρμουρητά.
«Ίσως η γνωριμία μας ξεκίνησε λανθασμένα», επέμεινε ο επισκέπτης. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ: είμαι ο κύριος Τσάρλι κι από δω οι συνοδοιπόροι μου, ο Ανακρίντιους κι ο 187».
«Παράξενο όνομα», σχολίασε ο Ρόμπερτς.
«Ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ικανότητές του. Άλλωστε, το είδος του δεν έχει ανάγκη από ονόματα».
«Ναι, πολύ ενδιαφέρον», είπε αδιάφορα ο λοχίας. «Αν τελείωσες με τις συστάσεις, δώστε μου τα χαρτιά σας ή συνεχίστε τον δρόμο σας».
Ο κύριος Τσάρλι έτεινε το δάχτυλό του προς τον στρατιωτικό και το κούνησε, σαν να παραδεχόταν το πετυχημένο αστείο του.
«Χα χα, πολύ καλό, κύριε Ρόμπερτς», είπε και, στο άκουσμα του ονόματός του, ο άνδρας πάγωσε. «Η επιμονή σας αποπνέει τόση αυτοπεποίθηση που παρ’ ολίγον να πιστέψω ότι θα μας αρνηθείτε την είσοδο».
Ο λοχίας βρήκε γρήγορα την αυτοκυριαρχία του· κόλλησε τη μούρη του στο πλαστικό πρόσωπο του πλάσματος και το έσπρωξε.
«Άκου, μάγκα, δεν έχω ούτε χρόνο ούτε όρεξη για παιχνιδάκια. Δεν ξέρω πού έμαθες το όνομά μου, αλλά στο λέω για τρίτη και τελευταία φορά: πάρε την κουστωδία σου και τσακίσου από δω».
«Αυτό ήταν πολύ αγενές», είπε στενοχωρημένα ο κύριος Τσάρλι και φύσηξε ελαφρά στο πρόσωπο του λοχία.
Στα ρουθούνια του Ρόμπερτς ήρθε η αμυδρή οσμή τριμμένης γόμας και τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Το πλάσμα με το κοστούμι ακούμπησε ξανά στο μπαστούνι του και έγειρε το κεφάλι του ελαφρώς στο πλάι, σαν να περίμενε να δει τι θα συνέβαινε από δω και πέρα.
Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ένα έντονο αίσθημα καψίματος κατέκλυσε τον λοχία, ο οποίος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το ουρλιαχτό του· θολό υγρό άρχισε να τρέχει από τους πόρους του, καθώς το υποδόριο λίπος του έβραζε. Στο δέρμα του εμφανίστηκαν οπές που, καθώς μεγάλωναν, αποκάλυπταν μύες, ιστούς και οστά που διαβρώνονταν ταχύτατα από την τοξική ανάσα του κυρίου Τσάρλι.
Οι στρατιώτες πισωπάτησαν έντρομοι. Ο στρατιώτης με το παχύ μουστάκι έπιασε τον λοχία από τον ώμο, θέλοντας να τον στηρίξει, και τσίριξε σαν κοριτσάκι όταν τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στη σαθρή σάρκα του. Τράβηξε αηδιασμένος το χέρι του, όμως ήταν αργά – ό,τι κι αν ήταν αυτό που κατέτρωγε το σώμα του διοικητή του, τώρα εξαπλωνόταν στο δικό του.
Ο Ρόμπερτς έπεσε στα γόνατα, με το δέρμα του να ανοίγει σε δεκάδες σημεία και τα σπλάχνα του να κοχλάζουν· το βλέμμα του καρφώθηκε στο καλοντυμένο πλάσμα που τον παρατηρούσε χαμογελαστό και ευχήθηκε να μπορούσε να φυτέψει μια σφαίρα στο ηλίθιο καουτσουκένιο του πρόσωπο. Ο κύριος Τσάρλι τον χαιρέτησε χαρούμενα και ο λοχίας, με τον εγκέφαλό του πολτοποιημένο, άφησε τη στερνή του ανάσα.
Ένας νεαρός, τρελαμένος από τον φόβο του, ήταν ο πρώτος που άνοιξε πυρ και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν· καμία από τις σφαίρες δε βρήκε τον στόχο της, τόσο λόγω της απειρίας και του πανικού των στρατιωτών όσο και εξαιτίας της αναξιοπιστίας των παλαιολιθικών Ζαπάτα, με τα οποία ήταν εξοπλισμένοι. Εξάλλου, δεν πρόλαβαν να ρίξουν πολλές βολές – ο Ανακρίντιους κινήθηκε τόσο γρήγορα που φάνηκε να τηλεμεταφέρεται από το ένα σημείο στο άλλο, αποκεφαλίζοντας με τις δαγκάνες του τέσσερις φρουρούς και ξεκοιλιάζοντας άλλους δύο σε ένα πετάρισμα του ματιού. Οι εναπομείναντες στρατιώτες οπισθοχώρησαν προς την πύλη, πυροβολώντας ανεξέλεγκτα και χωρίς να αντιληφθούν πως τα τουφέκια τους είχαν ήδη υπερθερμανθεί.
«Όλα βαίνουν καλώς», μονολόγησε ο κύριος Τσάρλι και, αφού κλότσησε τον μυστακοφόρο στρατιώτη που πάσχιζε να πάρει μερικές ανάσες ακόμα με τα διαβρωμένα του πνευμόνια, βάδισε νωχελικά προς τη Σάντα Μίρα.
***
Οι κραυγές έκαναν τη Βαλέρια να χάσει την αυτοσυγκέντρωσή της· εκείνη τη στιγμή έραβε την πληγή στο πόδι ενός αγρότη που του είχε γλιστρήσει το χλοοκοπτικό από τα χέρια και ανασήκωσε το κεφάλι της σαστισμένη.
«Το ακούς αυτό;»
Ο γέρος έγνεψε.
«Κογιότ», μουρμούρισε μασουλώντας τα ελάχιστα φωνήεντα. «Σέρνονται στα χωράφια κι αρπάζουν ό,τι βρουν».
«Δεν είναι κογιότ αυτά», είπε η γιατρός και βγήκε στον προθάλαμο.
Η Λουτσία δε βρισκόταν στη θέση της· η πόρτα του ιατρείου είχε μείνει ανοιχτή, επιτρέποντας στα ουρλιαχτά να εισβάλουν στο κτίριο. Η Βαλέρια έριξε μια επιφυλακτική ματιά έξω και ανατρίχιασε.
Στην πλατεία επικρατούσε χάος: άνθρωποι στριμώχνονταν στις εισόδους των καταστημάτων, ικετεύοντας να τους ανοίξουν, κάποιοι ήταν ξαπλωμένοι φαρδιοί-πλατιοί στους χωμάτινους δρόμους και τα βρόμικα πεζούλια, άλλοι εκλιπαρούσαν πεσμένοι στα γόνατα. Ένα σύννεφο σκόνης είχε καλύψει την πόλη και, μέσα στη θολούρα, η Βαλέρια διέκρινε τα κόκκινα μαλλιά της Λουτσία· βρισκόταν στην άλλη άκρη της ανοιχτωσιάς και προσπαθούσε να κρατήσει ακίνητο το κεφάλι μιας γυναίκας που τιναζόταν σπασμωδικά.
«Τι συμβαίνει;» φώναξε ο χωριάτης με περιέργεια.
«Δεν ξέρω», μουρμούρισε η Βαλέρια κι η καρδιά της βροντοχτύπησε καθώς ξεχώρισε τρεις φιγούρες να αναδύονται από τη θολούρα.
Η μία από αυτές, ένας άνθρωπος με παντελώς αταίριαστη ενδυμασία για τη Σάντα Μίρα, στάθηκε πάνω από τη Λουτσία. Ακόμα κι από αυτή την απόσταση, η Βαλέρια μπορούσε να διακρίνει το τεράστιο χαμόγελό του καθώς έσκυβε προς το μέρος της, σαν να ήθελε να τη φιλήσει.
Και μετά της κόπηκε η ανάσα: η ατρόμητη, παρορμητική φίλη της, την οποία δεν είχε δει ποτέ να λιποψυχεί, άρχισε να ουρλιάζει και να προσπαθεί να απομακρυνθεί από τον άγνωστο με το μαύρο κοστούμι. Η σκόνη πύκνωσε κι η εικόνα της έντρομης γυναίκας χάθηκε από το οπτικό της πεδίο.
«Μα τι γίνεται εκεί έξω;» ξαναρώτησε ο αγρότης που είχε έρθει στον προθάλαμο κουτσαίνοντας.
Η Βαλέρια έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.
«Πράκτορες της Εντροπίας», του απάντησε, μην πιστεύοντας ούτε κι η ίδια τα λόγια της.
«Εδώ;» είπε δύσπιστα ο άνδρας. «Παιδί μου, ποτέ δεν έχει πατήσει Πράκτορας το πόδι του στα μέρη μας. Είμαστε πολύ μακριά από την επικράτεια της Σκοτεινής Θεάς. Μήπως είναι τίποτα Μεταπλασμένοι;»
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ακόμα κι από αυτή την απόσταση μπορούσε να αναγνωρίσει έναν Διαβρωτή όταν τον έβλεπε· άλλωστε, είχε συναντήσει και παλιότερα παρόμοια περιστατικά. Ο αγρότης είχε εν μέρει δίκιο: κανένας υπηρέτης της Εντροπίας δεν είχε επισκεφθεί την πόλη τους ποτέ – όμως οι Διαβρωτές κυκλοφορούσαν στη Σικάρια ανεξέλεγκτοι, εξολοθρεύοντας ολόκληρα χωριά στις επίμονες αναζητήσεις τους. Και τώρα είχε έρθει η σειρά της Σάντα Μίρα.
Αναρωτήθηκε τι να έψαχναν αυτή τη φορά.
«Το ακούς αυτό;»
Ο γέρος έγνεψε.
«Κογιότ», μουρμούρισε μασουλώντας τα ελάχιστα φωνήεντα. «Σέρνονται στα χωράφια κι αρπάζουν ό,τι βρουν».
«Δεν είναι κογιότ αυτά», είπε η γιατρός και βγήκε στον προθάλαμο.
Η Λουτσία δε βρισκόταν στη θέση της· η πόρτα του ιατρείου είχε μείνει ανοιχτή, επιτρέποντας στα ουρλιαχτά να εισβάλουν στο κτίριο. Η Βαλέρια έριξε μια επιφυλακτική ματιά έξω και ανατρίχιασε.
Στην πλατεία επικρατούσε χάος: άνθρωποι στριμώχνονταν στις εισόδους των καταστημάτων, ικετεύοντας να τους ανοίξουν, κάποιοι ήταν ξαπλωμένοι φαρδιοί-πλατιοί στους χωμάτινους δρόμους και τα βρόμικα πεζούλια, άλλοι εκλιπαρούσαν πεσμένοι στα γόνατα. Ένα σύννεφο σκόνης είχε καλύψει την πόλη και, μέσα στη θολούρα, η Βαλέρια διέκρινε τα κόκκινα μαλλιά της Λουτσία· βρισκόταν στην άλλη άκρη της ανοιχτωσιάς και προσπαθούσε να κρατήσει ακίνητο το κεφάλι μιας γυναίκας που τιναζόταν σπασμωδικά.
«Τι συμβαίνει;» φώναξε ο χωριάτης με περιέργεια.
«Δεν ξέρω», μουρμούρισε η Βαλέρια κι η καρδιά της βροντοχτύπησε καθώς ξεχώρισε τρεις φιγούρες να αναδύονται από τη θολούρα.
Η μία από αυτές, ένας άνθρωπος με παντελώς αταίριαστη ενδυμασία για τη Σάντα Μίρα, στάθηκε πάνω από τη Λουτσία. Ακόμα κι από αυτή την απόσταση, η Βαλέρια μπορούσε να διακρίνει το τεράστιο χαμόγελό του καθώς έσκυβε προς το μέρος της, σαν να ήθελε να τη φιλήσει.
Και μετά της κόπηκε η ανάσα: η ατρόμητη, παρορμητική φίλη της, την οποία δεν είχε δει ποτέ να λιποψυχεί, άρχισε να ουρλιάζει και να προσπαθεί να απομακρυνθεί από τον άγνωστο με το μαύρο κοστούμι. Η σκόνη πύκνωσε κι η εικόνα της έντρομης γυναίκας χάθηκε από το οπτικό της πεδίο.
«Μα τι γίνεται εκεί έξω;» ξαναρώτησε ο αγρότης που είχε έρθει στον προθάλαμο κουτσαίνοντας.
Η Βαλέρια έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.
«Πράκτορες της Εντροπίας», του απάντησε, μην πιστεύοντας ούτε κι η ίδια τα λόγια της.
«Εδώ;» είπε δύσπιστα ο άνδρας. «Παιδί μου, ποτέ δεν έχει πατήσει Πράκτορας το πόδι του στα μέρη μας. Είμαστε πολύ μακριά από την επικράτεια της Σκοτεινής Θεάς. Μήπως είναι τίποτα Μεταπλασμένοι;»
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ακόμα κι από αυτή την απόσταση μπορούσε να αναγνωρίσει έναν Διαβρωτή όταν τον έβλεπε· άλλωστε, είχε συναντήσει και παλιότερα παρόμοια περιστατικά. Ο αγρότης είχε εν μέρει δίκιο: κανένας υπηρέτης της Εντροπίας δεν είχε επισκεφθεί την πόλη τους ποτέ – όμως οι Διαβρωτές κυκλοφορούσαν στη Σικάρια ανεξέλεγκτοι, εξολοθρεύοντας ολόκληρα χωριά στις επίμονες αναζητήσεις τους. Και τώρα είχε έρθει η σειρά της Σάντα Μίρα.
Αναρωτήθηκε τι να έψαχναν αυτή τη φορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου