3.2 - Να Γιατί δεν Πρέπει να Αφήνεις τα Ρήγματα Ανοιχτά

 

2.

Να Γιατί δεν Πρέπει να Αφήνεις τα Ρήγματα Ανοιχτά


«Ενδιαφέρον», σχολίασε ο κύριος Τσάρλι, ρίχνοντας ένα εξεταστικό βλέμμα στο πτώμα του Θείου. Λίγα μέτρα μακριά του, ένα σκελετωμένο λείψανο έτρεμε σπασμωδικά στον σταυρό του.
        Ο Ανακρίντιους στεκόταν στην άκρη της ασφάλτου, σαν να φοβόταν να πατήσει στο χώμα που η Δημιουργία άγγιζε με τα ακροδάχτυλά Της. Ο 187 έδειξε προς τα ανατολικά, απ’ όπου αντηχούσαν ασταμάτητα ουρλιαχτά, κι ο Τσάρλι ανασήκωσε το κεφάλι του, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή των κραυγών.
«Γνωρίζετε τι είναι αυτές οι ωρυγές, σύντροφοί μου;» ρώτησε ο ροδοπρόσωπος άνδρας. «Η καταραμένη Δημιουργία δεν περιορίζεται στα εδάφη της· έρπει προς αυτή την κοιλάδα που έχει αφιερωθεί στη Θεά μας και επαναφέρει τα πτώματα. Εμφυσά ζωή στα τσακισμένα κουφάρια, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι είναι καρφωμένα σε πασσάλους και αδυνατούν να δραπετεύσουν».
        Πλησίασε τον νεκρό που προσπαθούσε να λυθεί και τον ατένισε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
«Ω, πόσο σας λυπάμαι, θύματα της Δημιουργίας – είστε καταδικασμένα να μη ζήσετε ποτέ τη γαλήνη του θανάτου, την ομορφιά της απόλυτης σιωπής, την ευτυχία της ανυπαρξίας. Και να σκεφτείτε πως κάποιοι επιζητούν την εύνοιά Της».
        Ο ψηλός σύντροφός του εκστόμισε μια σειρά κριγμών που υποδήλωναν φανερή αναστάτωση.
«Μην ανησυχείς, Ανακρίντιους», είπε ο Τσάρλι, επιστρέφοντας στα υπολείμματα του Θείου και καμαρώνοντάς τα. «Δεν πρόκειται να μας αγγίξει. Όσο δε συναντάμε κάποιον Προστάτη Της, είμαστε ασφαλείς. Τώρα, σε παρακαλώ, πάρε αυτόν τον τυχεράκια και μετάφερέ τον στην άλλη πλευρά του δρόμου. Δε θα ήθελα να αναστηθεί· ήδη υπάρχουν αρκετοί ζωντανοί στον κόσμο».
        Το εντομοειδές ον υπάκουσε· ξερίζωσε τον σταυρό του Θείου και, σέρνοντας το παράξενο κορμί του, τον έστησε ξανά δυτικά της Γραμμής, στην Επικράτεια της Εντροπίας. Ο κύριος Τσάρλι έψαυσε τα απομεινάρια της συνείδησης του νεκροζώντανου, αναζητώντας πληροφορίες, χωρίς αποτέλεσμα. Στη σαπισμένη μάζα που ήταν κάποτε το μυαλό του υπήρχαν μόνο επαναλαμβανόμενα παρακάλια προς τη Δημιουργία· αν ο πλαστικός άνδρας είχε δέρμα, θα ανατρίχιαζε στο άκουσμα του ονόματος της μισητής Θεάς.
        Προχώρησε βαθύτερα στις σειρές των σταυρωμένων, ψάχνοντας για εκείνο το σάρκινο δοχείο που θα μπορούσε να του παραχωρήσει ό,τι χρειαζόταν. Τα περισσότερα λείψανα ήταν απλώς πομποί ικεσιών για οίκτο, γεγονός που του έφερε βαθύτατη σιχασιά.
        Ώσπου, δώδεκα σειρές μακριά από την άσφαλτο, ανακάλυψε αυτό που έψαχνε: έναν έφηβο με τσακισμένο κρανίο που στον νου του επαναλάμβανε ξανά και ξανά τυχαίες στιγμές από τη ζωή του, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μην παραδοθεί στη ζοφερή μοίρα των αναβιωμένων. Ο κύριος Τσάρλι έπιασε το σαγόνι του και ανασήκωσε το κεφάλι του, παρατηρώντας τον καλύτερα. Το ένα μάτι του νεαρού κρεμόταν στο μάγουλό του, το άλλο ήταν θολό και κατακόκκινο.
«Για να δούμε τι κρύβεται εδώ μέσα», είπε χαρωπά ο Διαβρωτής. «Πάρτι γενεθλίων και τούρτα βλέπω, γιαμ!»
        Παραμέρισε τις ευχάριστες αναμνήσεις του νεκροζώντανου κι εκείνος ρίγησε από τη βίαιη επέμβαση. Ο κύριος Τσάρλι άρχισε να σιγοτραγουδάει.

«Μες στο χρυσό απόγευμα/
νωχελικά γλιστράμε στο νερό/
Ωπ, τι έχουμε εδώ; Χμ, δε μου κάνει.
Γιατί τα δυο μας τα κουπιά/
χέρια μικρά κρατάνε»*


        Ο έφηβος τιναζόταν σπασμωδικά, καθώς ο πλαστικός άνδρας αφαιρούσε χειρουργικά κάθε όμορφη εικόνα του παρελθόντος, έως ότου βρήκε αυτό που έψαχνε: ένα κορίτσι με βιολετί μάτια.
«Α, εδώ είμαστε», μουρμούρισε ικανοποιημένος. «Δε φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που σε βρήκα, μικρέ μου φίλε».

***

        Όταν ο κύριος Τσάρλι ξεμπέρδεψε με το αναβιωμένο κουφάρι, επέστρεψε στη συντροφιά του. Ο Σχισματικός βρισκόταν στην ίδια θέση, μπροστά από το Ρήγμα που είχε δημιουργήσει, χωρίς να κινείται ή να ανασαίνει. Θα παρέμενε σε στάση μέχρις ότου θα ερχόταν η ώρα να χρησιμοποιήσει τις αλλόκοτες δυνάμεις του, που έφθειραν το Πλέγμα μεταξύ των διαστάσεων.
        Ο Ανακρίντιους σκάλιζε το χώμα στην πλευρά της Εντροπίας. Το εντομοειδές πλάσμα είχε ταχθεί με το μέρος της Σκοτεινής Θεάς όχι επειδή τη λάτρευε, αλλά επειδή μισούσε με όλη του την ψυχή τη Δημιουργία· το λαμπρό της φως πονούσε τα μάτια του και οι όγκοι της τρεμάμενης σάρκας τον αναστάτωναν, καθώς βρισκόταν μονίμως σε επιφυλακή για πιθανή επίθεση. Για το ψηλό αρθρόποδο η ακινησία ήταν δελεαστική, η αδράνεια ονειρεμένη.
«Εύρηκα!» αναφώνησε ο κύριος Τσάρλι, τινάζοντας το χώμα από το κοστούμι του. «Μπορώ να έχω την προσοχή σας;»
        Οι σύντροφοί του υπάκουσαν αμίλητοι.
«Ο φίλος μας από κει ήταν πολύ συνεργάσιμος· θυμόταν μια μπλε νταλίκα που προσπάθησε να επέμβει και – ω, θαυμαστό υποσυνείδητο! – παρατήρησε κιόλας ότι το κοντέινερ της έγραφε επάνω “Αρκαδία”.
        »Τώρα, αν συνδυάσουμε όλα τα στοιχεία, τον νταλικέρη, την Αρκαδία και το κορίτσι (συνυπολογίζοντας το γεγονός πως, όπως μας είπε κι ο φίλτατος φορτηγατζής σε εκείνη τη μίζερη πόλη, το κωλόπαιδο έχει αποκοπεί από τον αγαπημένο του προστάτη), έχουμε έναν προφανή προορισμό κι ένα σαφές πλεονέκτημα. Παρεμπιπτόντως, μιας και ανέφερα τον Φύλακα… πέρασε από δω. Ψάχνει το κορίτσι, όμως κινείται με όχημα, οπότε καταλαβαίνετε πως έχουμε ακόμα το πλεονέκτημα. Δεν ξέρω αν μέχρι τώρα έχει βρει τους άλλους δύο, αλλά είμαι αισιόδοξος· πιστεύω πως η αναζήτησή μας φτάνει στο τέλος της».
        Στριφογύρισε το μπαστούνι του με δεξιοτεχνία και πήρε μια βαθιά ανάσα. Καταδίωκε το κορίτσι και τον μαυροντυμένο άνδρα από σύμπαν σε σύμπαν και κάθε φορά αποτύγχανε να τους σταματήσει. Τουλάχιστον, την τελευταία φορά, είχε καταφέρει να τους χωρίσει· με την πολύτιμη συνδρομή του Σχισματικού εξόρισε τον καταραμένο Φύλακα στον Κόσμο των Ιδεών. Βέβαια, είχε βρει τρόπο να επιστρέψει, όμως οι θολές αναμνήσεις του νεκροζώντανου εφήβου αποδείκνυαν πως ήταν μόνος, κουρασμένος κι εκνευρισμένος. Η επόμενη συνάντησή τους θα είχε ενδιαφέρον.
«Νομίζω πως είναι ώρα να φεύγουμε. Είσαι έτοιμος, 187;» ρώτησε ευγενικά ο κύριος Τσάρλι και ο χλομός σύντροφός του κατένευσε.
        Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και τα ακροδάχτυλά του σχημάτισαν πολύπλοκα σχέδια στο κενό· ο αέρας κυμάτισε ελαφρά κι έπειτα μια σχισμή εμφανίστηκε στο πουθενά. Ο πλαστικός άνδρας κοντοστάθηκε στην είσοδο του ανοίγματος και παρατήρησε την άλλη πλευρά, όπου δέσποζε ένα μεγάλο κτίριο με γυάλινη πρόσοψη και αρκετά οχήματα παρκαρισμένα στα πλάγια του. Πάνω από την κεντρική είσοδο, μια φωτεινή επιγραφή ενημέρωνε πως εκεί στεγαζόταν το Αρκαδία Πλάζα.
«Ένας σταθμός εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών!» είπε ο Διαβρωτής. «Έκτακτα!»
        Ετοιμάστηκε να διαβεί το Ρήγμα, όμως ένας οξύς ήχος τον έκανε να γυρίσει απότομα – ο Σχισματικός ήταν γονατισμένος, με έναν γεροδεμένο άνδρα να κρατάει γερά το κεφάλι του, έχοντας χώσει τα δάχτυλά του στις τρύπες των ματιών του. Ο κύριος Τσάρλι τα έχασε.
«Όχι, όχι, όχι!» έφτυσε και η φωνή του αντήχησε ταραγμένη.
        Ο μυώδης νεαρός είχε γραπώσει για τα καλά το πρόσωπο του 187, ο οποίος χτυπιόταν και ούρλιαζε σε μια συχνότητα που τρυπούσε τον εγκέφαλο. Ένας ακόμη άνδρας, με μακριά άσπρα μαλλιά, μαύρη μπαντάνα και ρυτιδωμένο πρόσωπο, ξεπρόβαλε πίσω από τον εισβολέα, κρατώντας ένα βαρύ γαλλικό κλειδί στα χέρια του.
«Έπρεπε να μείνετε μακριά από τον κόσμο μου», μούγκρισε ο Μέκα τσαντισμένος και, σαν να ήταν το σύνθημα, ο βοηθός του έσκισε στα δύο το πρόσωπο του Σχισματικού με μια κραυγή. Ένα σκοτεινό σύννεφο αναδύθηκε από το εσωτερικό του κρανίου του, σαν σμήνος από μαύρα μυγάκια, αιωρήθηκε για λίγο και εξαχνώθηκε στον αέρα.
        Το καινούργιο Ρήγμα τρεμόπαιξε και εξαφανίστηκε, προτού προλάβει να σταθεροποιηθεί· κι ο κύριος Τσάρλι, που είδε την ευκαιρία του να χάνεται εξαιτίας αυτών των απρόσκλητων παράσιτων, άφησε ένα ουρλιαχτό μίσους τόσο δυνατό που οι αναστημένοι άρχισαν να χτυπιούνται μανιακά στους σταυρούς τους.
        Γρήγορο ποδοβολητό ακούστηκε από τα δυτικά κι ο Μέκα μυρίστηκε τον τρίτο της Συντροφιάς, τον εντομάνθρωπο, καθώς διέσχιζε καλπάζοντας τη Γραμμή. Φώναξε «Πίτι!» και σήκωσε το εργαλείο για να αμυνθεί, όμως ο Ανακρίντιους ήταν πολύ γρήγορος· κατάφερε μια βαθιά διαγώνια χαρακιά στο κορμί του γέρου και διαπέρασε το στομάχι του νεαρού που δεν είχε προλάβει καν να λάβει θέση άμυνας. Παρ’ όλα αυτά, ο Πίτι αντιστάθηκε – γρονθοκόπησε το γιγαντιαίο έντομο και κατάφερε να ξεριζώσει δύο από τα στρογγυλά μάτια του, βάφοντας τα χέρια του με σκούρο ιχώρα. Ο Ανακρίντιους, αφηνιασμένος από την έξαψη της μάχης και το ξαφνικό χτύπημα, με ένα βίαιο τίναγμα τρύπησε το κεφάλι του γεροδεμένου άνδρα πέρα ως πέρα. Ο Πίτι σωριάστηκε νεκρός στη Γραμμή, με τα γκρίζα του μυαλά χυμένα στην άσφαλτο, κι ο Μέκα βόγκηξε θλιμμένα.
        Το έντομο στάθηκε δίπλα στον κοστουμαρισμένο άνδρα, τρίζοντας τις δαγκάνες του από τον πόνο. Η όρασή του ήταν θολή και τρεμάμενη, καθώς τα υπόλοιπα μάτια του προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στο νέο ελλιπές οπτικό πεδίο του.
«Από πού στα κομμάτια ήρθατε;» ρώτησε ο κύριος Τσάρλι, προσπαθώντας να ανακτήσει τη φλεγματική του ιδιοσυγκρασία τώρα που έβλεπε ότι ο ένας αντίπαλος τούς είχε αδειάσει τη γωνία.
        Έπειτα παρατήρησε το Ρήγμα από και προς τη Σάντα Μίρα που, μετά τον θάνατο του 187, έσβηνε σιγά-σιγά και έσφιξε τις γροθιές του.
«Μας στήσατε ενέδρα», σύριξε απειλητικά.
        Ο Μέκα άφησε ένα γέλιο που θύμιζε περισσότερο επιθανάτιο ρόγχο παρά έκφραση χαράς. Το χτύπημα του Ανακρίντιους είχε σπάσει τα θωρακικά οστά και είχε σκίσει τα όργανά του, όμως ο γερο-μηχανικός κρατούσε ακόμα το κλειδί στα χέρια του.
«Σας παρακολουθούσαμε, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Φιλαράκι, σου αρέσει πάρα πολύ να μιλάς. Δεν πειράζει – θα σας πάρει καιρό να επιστρέψετε στη Σάντα Μίρα», είπε ασθμαίνοντας και κατέρρευσε.
        Ο κύριος Τσάρλι έσφιξε το μπαστούνι του και στάθηκε πάνω από τον ετοιμοθάνατο άνδρα.
«Θα επιστρέψουμε όμως», γρύλισε με μίσος, «σε αντίθεση με σένα. Και σου ορκίζομαι, στο όνομα της Θεάς μου, πως δε θα μείνει τίποτα από το χωριουδάκι σου».
        Ο Μέκα δεν απάντησε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.
        Όταν διέσχιζε το Ρήγμα Εισόδου γνώριζε πολύ καλά πως δε θα επέστρεφε στη γενέτειρά του, όμως δεν τον ένοιαζε· του αρκούσε που ο Σχισματικός ήταν νεκρός και ότι είχε αφαιρέσει ένα από τα καρφιά στο φέρετρο του κόσμου του. Για το μόνο που στενοχωριόταν ήταν ο Πίτι – ο μικρός ήταν πάντα υπάκουος και τον εμπιστευόταν. Ο Θεός (ή οποιαδήποτε γαμημένη δύναμη κυβερνούσε αυτό το ακατανόητο, χαοτικό σύμπαν) να τον συγχωρούσε, αλλά είχε οδηγήσει τον νεαρό στον χαμό του, σαν πρόβατο επί σφαγήν. Ξαφνικά, ήταν ανακουφισμένος που δεν μπορούσε να δει· ίσως να μην άντεχε να αντικρίσει το άδολο πρόσωπο του ανιψιού του τσακισμένο κι άψυχο.
«Τελείωσες με τις τύψεις σου;» ρώτησε ο κύριος Τσάρλι, που ψηλαφούσε αδιάκριτα τις τελευταίες σκέψεις του γέρου.
«Ο κόσμος μου είναι ο τελευταίος που θα δεις», απάντησε ο Μέκα με μίσος, επιστρατεύοντας όση δύναμη τού είχε απομείνει. Ο πλαστικός άνδρας χαμογέλασε αδιάφορα και σήκωσε το μπαστούνι του.
«Το είδος σου είναι υπερβολικά αισιόδοξο», σχολίασε.
        Λίγες στιγμές μετά, ο ηλικιωμένος μηχανικός με τη φαρμακερή γλώσσα βρισκόταν στη φρικιαστική αγκαλιά της Εντροπίας.

***

«Και τώρα τι κάνουμε;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο κύριος Τσάρλι, καθώς σκούπιζε τα αίματα από τα χέρια του με ένα μαντίλι. «Πώς θα φτάσουμε στον προορισμό μας;»
        Ο Ανακρίντιους τού έδειξε τη Γραμμή.
«Χμ, λες ε; Δεν είναι κακή ιδέα», σχολίασε ο πλαστικός άνδρας. «Φυσικά, θα χρειαστεί να κάνουμε υπομονή – δεν ξέρω πόσο συχνά είναι τα δρομολόγια εδώ πέρα».





*Το ποίημα της εισαγωγής στην «Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων» του Lewis Carroll σε μετ. Γιώργου Δεπάστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου