Μπιγκ Μπέτυ
Μελαψή και με μαύρα μαλλιά πλεγμένα σε σφιχτές κοτσίδες, με 1,83 ύψος και 164 κιλά βάρος, η Μπιγκ Μπέτυ αποτελούσε μια κατηγορία μόνη της μεταξύ των Χαρτογράφων. Όσοι την υποτιμούσαν ή τη χλεύαζαν για τις σωματικές της διαστάσεις γρήγορα το μετάνιωναν, καθώς η μεγαλόσωμη οδηγός δεν επέτρεπε μαλακίες. Ηλικιακά, ήταν στο φάσμα μεταξύ σαράντα και πενήντα, όμως κανείς δε γνώριζε με σιγουριά, ούτε ήταν διατεθειμένος να ρωτήσει. Της άρεσε η παρέα των άλλων, απολάμβανε τα χυδαία αστεία και γελούσε δυνατά ρουθουνίζοντας, οι ερωτικές της επιτυχίες ήταν αξιοζήλευτες, όμως αυτό που πραγματικά γούσταρε ήταν η νταλίκα της, ένα οκτακύλινδρο Αλτάιρα Φλαξ πενήντα τόνων – αυτός ήταν ο αληθινός της σύντροφος. Οι δυο τους είχαν γυρίσει όλη τη Σικάρια, καθώς, αν και συνήθως αναλάμβανε μικρά δρομολόγια, η Μπιγκ Μπέτυ ήταν η μόνη που είχε το θάρρος να ταξιδεύει μέχρι τον τερματικό σταθμό του Απώτερου Βορρά και να κατασκηνώνει δίπλα στον Γκρεμό του Κόσμου.
Το πιο πρόσφατο δρομολόγιο θα την έστελνε για άλλη μια φορά στην Ταρτησσό όπου βρίσκονταν τα διυλιστήρια της ηπείρου, καθώς ήταν η πλησιέστερη πόλη στις Λίμνες Μαζούτ. Η απόσταση ήταν γύρω στα εξακόσια χιλιόμετρα βόρεια, μιάμιση μέρα δρόμος το πολύ· έτσι η Χαρτογράφος ξεκίνησε αρκετά νωρίς, πριν ο περιστασιακός της εραστής ξυπνήσει και απαιτήσει το μερίδιο που της αναλογούσε για τον λογαριασμό του φτηνού καταλύματος όπου είχαν συνευρεθεί.
Πέρασε από το Πάνκχερστ, όπου είχαν το λημέρι τους οι Άλικες Σουφραζέτες, χωρίς να αυξήσει ταχύτητα, μιας και ήξερε πως η συμμορία αναγνώριζε το κόκκινο Αλτάιρα και τη θηλυκή οδηγό του. Σε εκείνη την περιοχή διέτρεχαν κίνδυνο αποκλειστικά όσοι είχαν γεννηθεί με κάτι να κρέμεται ανάμεσα στα πόδια τους. Εκατό χιλιόμετρα αργότερα, όμως, το πόδι της πάτησε το γκάζι.
Στα ανατολικά φάνηκε η έκταση με τους εκατοντάδες σταυρούς. Στη θέα τους ανατρίχιασε, εκείνη που διέσχιζε ατρόμητα όλες τις εσχατιές της Σικάρια με τους ετερόκλητους κινδύνους τους – όλες, εκτός από την Κοιλάδα των Σταυρωμένων. Είχε αναπτύξει μια αντανακλαστική φοβία για εκείνο το μέρος και είχε λόγο: κατά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια, τρεις Χαρτογράφοι, καλοί φίλοι και άξιοι επαγγελματίες, είχαν μαρτυρήσει στα χέρια των μανιακών Αναρτητών. Η Κοινοπραξία των επαγγελματιών οδηγών είχε ζητήσει από την Περίπολο Αυτοκινητοδρόμων να επέμβει, ώστε να σταματήσει η δράση της συμμορίας, όμως χωρίς αποτέλεσμα. Άλλωστε, το σύνθημα των Τριών Σωματοφυλάκων δεν είχε ισχύ στους Μεθοριακούς Τόπους· εδώ ήταν ο καθένας για τον εαυτό του.
Πέρασε τους πρώτους σταυρούς αναζητώντας οποιοδήποτε ίχνος ενέδρας, αλλά στο πλάι της Γραμμής δεν υπήρχε ψυχή. Γεμάτη περιέργεια, έκοψε ταχύτητα και παρατήρησε καλύτερα το τοπίο στα δεξιά της· δεν εντόπισε καμία επέλαση, καμία ύποπτη κίνηση. Αναρωτήθηκε αν τελικά η Π.Α. είχε καθαρίσει την περιοχή από τους σαλεμένους.
Τότε είδε τον άνδρα που περίμενε στην άκρη του δρόμου. Φορούσε κοστούμι με παπιγιόν και είχε το χέρι του υψωμένο σε έναν κωμικό χαιρετισμό. Η παρουσία του στο συγκεκριμένο σημείο ήταν τόσο παράταιρη, που η Μπιγκ Μπέτυ τα έχασε και, προτού το συνειδητοποιήσει, επιβράδυνε ακόμα περισσότερο. Ο καλοντυμένος κύριος υποκλίθηκε και η Χαρτογράφος, βέβαιη πλέον πως είχε πέσει σε μια ακόμα φυσική ανωμαλία της Σικάρια, ακινητοποίησε το Φλαξ λίγα μέτρα μακριά του.
«Σε ευχαριστώ πολύ, καλέ μου άνθρωπε!» φώναξε ανακουφισμένος ο άγνωστος και πλησίασε το βαρύ όχημα.
Ανέβηκε το σκαλοπάτι του συνοδηγού και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, όμως η μάνα της Μπέτυ δεν είχε γεννήσει ηλίθια παιδιά· το μόνο που ήθελε ήταν μια ευκαιρία να περιεργαστεί πιο προσεκτικά τον άνδρα με την αλλόκοτη περιβολή. Ωστόσο, εκείνος παρέμενε σκυφτός, με μόνο την κορυφή των μαλλιών του να διακρίνεται από το παράθυρο. Το δεξί χέρι της Χαρτογράφου ήδη χάιδευε το περίστροφο που έκρυβε δίπλα στο κάθισμά της, όταν τη ρώτησε με περισσή ευγένεια:
«Θα μπορούσατε να ξεκλειδώσετε; Αν σας είναι εύκολο, θα ήθελα να με πετάξετε μέχρι την Αρκαδία».
«Για δείξε τη μούρη σου, φίλε», γρύλισε η Μπέτυ.
«Ω, με συγχωρείτε, δεν κατάλαβα πως είστε γυναίκα!» αποκρίθηκε ο άγνωστος, αλλά δεν ανασήκωσε το κεφάλι του.
Ένα χαμηλό χαχανητό συνόδευσε τα λόγια του κι η Χαρτογράφος ένιωσε τα πόδια της να μουδιάζουν ανεξήγητα. Αρκετά είχε μείνει εκεί· αφού ο άνδρας δεν υπάκουγε, ας περίμενε το επόμενο διερχόμενο όχημα.
«Όχι, ευγενική μου Μπέτυ, μη βάλεις ακόμα μπροστά», την παρακάλεσε εκείνος και κοίταξε μέσα από το παράθυρο.
Το ροδαλό, χαμογελαστό πρόσωπο από πλαστικό που την ατένιζε την έκανε να τραβηχτεί πίσω ασυναίσθητα. Σάστισε, καθώς το μυαλό της πάσχιζε να κατανοήσει τι έβλεπε.
«Είσαι εντάξει, καλή μου;» ρώτησε το πράγμα με ενδιαφέρον. «Δε θα θέλαμε να πάθεις κάνα έμφραγμα στο τιμόνι».
Πάνω στη σύγχυσή της αγνόησε τον πληθυντικό· στα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν, η Μπέτυ συνειδητοποίησε πως, ό,τι κι αν ήταν αυτό το ον, η ίδια δεν ήθελε πάρε-δώσε μαζί του. Το ένστικτο επιβίωσής της ανέλαβε τα ηνία – τράβηξε το περίστροφό της και το σημάδεψε, όμως η αντίδραση του πλαστικού άνδρα ήταν ένα κακαριστό, άψυχο γέλιο.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε συνάντησή μου με Χαρτογράφο καταλήγει με εμένα απέναντι σε μια κάννη», σχολίασε.
Η Μπιγκ Μπέτυ δεν πρόλαβε να πατήσει τη σκανδάλη· η πόρτα του οδηγού ξεριζώθηκε με έναν δυνατό κρότο και κοφτερά αγκάθια βυθίστηκαν στη σάρκα της. Με ένα τσίριγμα, η γυναίκα έπεσε προς τα πίσω, στο σκληρό κέλυφος ενός τεράστιου εντόμου. Προσπάθησε να ξεφύγει από τον σφιχτό εναγκαλισμό των ακανθωτών χεριών του, όμως ο Ανακρίντιους την κρατούσε γερά, τρυπώντας το δέρμα της σε κάθε της κίνηση.
Ο κύριος Τσάρλι έκανε τον γύρο της νταλίκας και έριξε μια περιφρονητική ματιά στη Χαρτογράφο που χτυπιόταν· το παχύσαρκο έκτρωμα που στέγαζε την ψυχή της ήταν ένας ναός αφιερωμένος στη Δημιουργία, ένας όγκος από διαρκώς αυξανόμενα λιποκύτταρα. Αηδίαζε και μόνο που την έβλεπε.
«Νομίζω βρήκαμε μεταφορικό μέσο, αγαπητέ μου Ανακρίντιους», είπε εύθυμα. «Θα οδηγήσω εγώ».
***
Όταν, πολλά χρόνια αργότερα, πραγματοποιήθηκαν οι τελικές εκκαθαρίσεις των συμμοριών που λυμαίνονταν τη Σικάρια, έγιναν δημοφιλείς οι συνεντεύξεις των φυλακισμένων μελών τους. Εκτός από τους Μολυσματικούς, οι οποίοι αποτεφρώθηκαν μαζικά σε μια συντονισμένη επιδρομή του νεοσυσταθέντος στρατού των Μεθοριακών Τόπων, όλοι οι υπόλοιποι κρατούνταν σε ειδικές φυλακές, κάπου στα βόρεια· εκεί συνέρρεαν διάφοροι δημοσιογράφοι, τόσο επαγγελματίες όσο και ερασιτέχνες, ζητώντας από τους καταδικασμένους σε θάνατο συμμορίτες να διηγηθούν αποσπάσματα από τη δράση τους, τα οποία έπειτα κατέγραφαν και τα κυκλοφορούσαν σε μικρά έντυπα που γίνονταν ανάρπαστα.
Σε μία από αυτές τις μαρτυρίες, ένας γέρος Κρανιοκυνηγός που περίμενε τον απαγχονισμό του ανέφερε το μοναδικό περιστατικό που είχε μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη του: μια κόκκινη νταλίκα που διέσχιζε τη Γραμμή με μεγάλη ταχύτητα, έχοντας δεμένη στον προφυλακτήρα της μια χοντρή, γυμνή γυναίκα που ούρλιαζε.
«Δεν επιτεθήκατε;» ρώτησε ο «δημοσιογράφος», ένα σπυριάρικο παιδαρέλι που ίδρωνε και ξεΐδρωνε.
Ο Κρανιοκυνηγός τον κοίταξε με σκοτεινό βλέμμα και γρύλισε:
«Είδα τον οδηγό, αγόρι μου – δεν ξέρω τι ήταν, αλλά δεν ανήκε στον κόσμο μας. Μπορεί να μας αποκαλείτε τρελούς, όμως δεν ήμασταν τόσο τρελοί ώστε να επιτεθούμε σε κάτι τέτοιο».
***
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο κύριος Τσάρλι και σταμάτησε την νταλίκα στη μέση της Γραμμής.
Η κίτρινη πινακίδα που προειδοποιούσε πως ο δρόμος ήταν κλειστός οδηγούσε προς τα ανατολικά, μέσα στη λαμπρή επικράτεια της Δημιουργίας· ωστόσο, σε εκείνο το σημείο το λευκό ήταν λιγότερο εκτυφλωτικό, δίνοντας την εντύπωση πως ένα μουντό τούνελ κάλυπτε την παρακαμπτήρια οδό. Ο Διαβρωτής κατάλαβε αμέσως το γιατί.
«Σκατά», μονολόγησε απογοητευμένος.
Κροταλιστοί ήχοι ακούστηκαν από τον σύντροφό του.
«Αυτό, αγαπητέ μου Ανακρίντιους, σημαίνει ότι τη γαμήσαμε», απάντησε σκεπτικός. «Έπρεπε να το φανταστώ ότι η μικρή βρομιάρα θα έμπαινε στην περιοχή της Δημιουργίας. Θέλει να μας εμποδίσει να την ακολουθήσουμε. Βλέπεις το φως που έχει μειωθεί; Ήδη επαναφέρει το περιβάλλον όπου πατάει».
Το έντομο εξέφρασε κι άλλες απορίες.
«Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό», μουρμούρισε ο κύριος Τσάρλι. «Η παρουσία της και μόνο εγγυάται ότι, ακόμα κι αν η Δημιουργία εκδιωχθεί, η Θεά μας δεν μπορεί να κατακτήσει αυτόν τον κόσμο. Άπαξ και αγγίξει ένα σύμπαν, ο Ζυγός είναι ανίκητος – εκτός κι αν προλάβουμε να σκοτώσουμε το γαμημένο το Αστρόπαιδο».
Οι επόμενοι ήχοι του Ανακρίντιους χρωματίστηκαν από φανερή ανησυχία.
«Συμμερίζομαι την αναστάτωσή σου, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Χέσε το μπλε φορτηγό, η μικρή έχει ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Ναι, Ανακρίντιους, είμαι βέβαιος. Προσπάθησε να παραμείνεις ψύχραιμος και σιωπηλός· δε θες να με εκνευρίσεις αυτή τη στιγμή, πίστεψέ με».
Ατένισε τον αυτοκινητόδρομο, νιώθοντας το φως να καίει το πλαστικό του δέρμα και προσπαθώντας να σκεφτεί με γνώμονα τη λογική. Αν και ο σύντροφός του ήταν στα πρόθυρα του πανικού, εντούτοις εκείνος προτιμούσε να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο. Έτσι έκανε και τώρα: αν τολμούσε ποτέ να μπει στην επικράτεια όταν η Δημιουργία τη διαφέντευε με την πλήρη της ισχύ, τότε δε θα είχε καμία ελπίδα· το σώμα του θα μετατρεπόταν σε κάρβουνο και η πραγματική του υπόσταση θα εξαϋλωνόταν. Όμως, τώρα που το Αστρόπαιδο επανέφερε σιγά-σιγά τον κόσμο στην πρότερη κατάστασή του (έστω και σε τόσο μικρό βαθμό), είχε μια ελπίδα να διασχίσει αλώβητος τη σιχαμερή περιοχή που έσφυζε από ζωή.
Η ειρωνεία δεν του διέφυγε: έπρεπε να βρει και να σκοτώσει τη μικρή προτού εκείνη προλάβει να εκδιώξει τη Δημιουργία, γεγονός που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ευκταίο· όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και οι δύο Κοσμικές Θεές θα έχαναν. Ήταν προτιμότερο ο Πρωταρχικός Κόσμος 5 να παρέμενε σε καθεστώς αιώνιας διαμάχης, με την ελπίδα κάποτε να επικρατήσει η Εντροπία, παρά να ανακατευόταν ο γαμημένος Ζυγός.
«Τι θυσίες κάνω για τη Θεά μου», μουρμούρισε ο κύριος Τσάρλι και κόρναρε δυνατά.
Η Μπιγκ Μπέτυ, που κρεμόταν δεμένη με συρματόπλεγμα στον προφυλακτήρα του Αλτάιρα Φλαξ της, ξύπνησε από τον οξύ ήχο και άρχισε να ουρλιάζει ξανά.
Η Αρκαδία ήταν μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων, γνωστή κυρίως για τις χημικές της μονάδες, οι οποίες παρήγαν καθημερινά εκατοντάδες κυβικά μέτρα νιτρικού και υδροφθορικού οξέος. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ειδικές ομάδες επέδραμαν στους Σάρκινους Λόφους και τους ράντιζαν με τα διαβρωτικά υλικά, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσουν τους φρικτούς όγκους που είχαν την τάση να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα.
Το φορτίο που κουβαλούσα, τριάντα τόνοι ορυκτού φθορίτη, βρισκόταν σε άριστη κατάσταση· ωστόσο, ο τελωνειακός δήλωσε ότι είχα καθυστερήσει αρκετά και το χρονοδιάγραμμα του Χημικού Επιμελητηρίου της Αρκαδίας είχε ήδη ανατραπεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κόψει ένα 15% από την αμοιβή μου, γεγονός που άλλοτε θα έβρισκα εξοργιστικό. Παραδόξως, δεν αντέδρασα κι ο υπάλληλος, ένας ψηλός διοπτροφόρος άνδρας με ανακατεμένα μαλλιά και βαριεστημένη φωνή, ανησύχησε ειλικρινά για την υγεία μου. Δεν του έδωσα καμία σημασία· το μυαλό μου στριφογύριζε συνεχώς στην Εύα, τον Τζον και τις αναθεματισμένες Θεές.
Πάρκαρα στην αλάνα του Αρκαδία Πλάζα, μαζί με μια ντουζίνα νταλίκες ακόμα, και ξόδεψα ένα σεβαστό ποσό σε αλκοόλ, τσιγάρα και σνακ. Έπειτα, βολεύτηκα στην άδεια καρότσα της Ρόζι, με τον Κύριο Λαγό στο πλάι μου, και ατένισα τον ορίζοντα, προσπαθώντας να εντοπίσω καινούργιες διαφορές στο περιβάλλον. Υπήρχαν δύο νέα αστέρια στον ουρανό, αμφότερα στα δυτικά, που έμοιαζαν να αντιστέκονται σθεναρά στην επιρροή της Εντροπίας· επίσης, είχα την εντύπωση πως το φως στα ανατολικά ήταν μια ιδέα πιο αδύναμο. Κάποτε ήταν αδύνατον να αντικρίσω κατάματα την επικράτεια της Δημιουργίας, τώρα όμως η λαμπρή της λάμψη δεν ήταν παρά μια έντονη αντηλιά, ενοχλητική αλλά υποφερτή. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν δουλειά της μικρής.
Για λίγο αναθάρρησα, αν και οι ενστάσεις μου για την επικινδυνότητα της αποστολής τους παρέμεναν. Ο Φύλακας ακουγόταν πολύ σίγουρος για τις ικανότητες της Εύας, αν όμως έκανε λάθος; Αν όλα αυτά τα σημάδια δεν ήταν παρά συμπτώσεις; Αν το Αστρόπαιδο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα απλό κορίτσι, παρασυρμένο από τα λόγια ενός θεότρελου πλάσματος που είχε χάσει οποιαδήποτε ανθρώπινη ιδιότητα;
Συνειδητοποίησα πως είχα βιαστεί να θεωρήσω αξιόπιστο τον Τζον, επηρεασμένος ίσως από τη λατρεία που του έδειχνε η μικρή, κι αυτό ήταν κάτι που δε συνήθιζα – στους Μεθοριακούς Τόπους η επιπόλαιη εμπιστοσύνη είναι ικανή να σε σκοτώσει.
«Χριστέ μου», μουρμούρισα, «τι έκανα;»
Μάζεψα όπως-όπως τα πράγματά μου και, δίχως να χάσω χρόνο για ξεκούραση, βγήκα με τη Ρόζι ξανά στη Γραμμή.
«Αυτό, αγαπητέ μου Ανακρίντιους, σημαίνει ότι τη γαμήσαμε», απάντησε σκεπτικός. «Έπρεπε να το φανταστώ ότι η μικρή βρομιάρα θα έμπαινε στην περιοχή της Δημιουργίας. Θέλει να μας εμποδίσει να την ακολουθήσουμε. Βλέπεις το φως που έχει μειωθεί; Ήδη επαναφέρει το περιβάλλον όπου πατάει».
Το έντομο εξέφρασε κι άλλες απορίες.
«Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό», μουρμούρισε ο κύριος Τσάρλι. «Η παρουσία της και μόνο εγγυάται ότι, ακόμα κι αν η Δημιουργία εκδιωχθεί, η Θεά μας δεν μπορεί να κατακτήσει αυτόν τον κόσμο. Άπαξ και αγγίξει ένα σύμπαν, ο Ζυγός είναι ανίκητος – εκτός κι αν προλάβουμε να σκοτώσουμε το γαμημένο το Αστρόπαιδο».
Οι επόμενοι ήχοι του Ανακρίντιους χρωματίστηκαν από φανερή ανησυχία.
«Συμμερίζομαι την αναστάτωσή σου, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Χέσε το μπλε φορτηγό, η μικρή έχει ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Ναι, Ανακρίντιους, είμαι βέβαιος. Προσπάθησε να παραμείνεις ψύχραιμος και σιωπηλός· δε θες να με εκνευρίσεις αυτή τη στιγμή, πίστεψέ με».
Ατένισε τον αυτοκινητόδρομο, νιώθοντας το φως να καίει το πλαστικό του δέρμα και προσπαθώντας να σκεφτεί με γνώμονα τη λογική. Αν και ο σύντροφός του ήταν στα πρόθυρα του πανικού, εντούτοις εκείνος προτιμούσε να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο. Έτσι έκανε και τώρα: αν τολμούσε ποτέ να μπει στην επικράτεια όταν η Δημιουργία τη διαφέντευε με την πλήρη της ισχύ, τότε δε θα είχε καμία ελπίδα· το σώμα του θα μετατρεπόταν σε κάρβουνο και η πραγματική του υπόσταση θα εξαϋλωνόταν. Όμως, τώρα που το Αστρόπαιδο επανέφερε σιγά-σιγά τον κόσμο στην πρότερη κατάστασή του (έστω και σε τόσο μικρό βαθμό), είχε μια ελπίδα να διασχίσει αλώβητος τη σιχαμερή περιοχή που έσφυζε από ζωή.
Η ειρωνεία δεν του διέφυγε: έπρεπε να βρει και να σκοτώσει τη μικρή προτού εκείνη προλάβει να εκδιώξει τη Δημιουργία, γεγονός που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ευκταίο· όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και οι δύο Κοσμικές Θεές θα έχαναν. Ήταν προτιμότερο ο Πρωταρχικός Κόσμος 5 να παρέμενε σε καθεστώς αιώνιας διαμάχης, με την ελπίδα κάποτε να επικρατήσει η Εντροπία, παρά να ανακατευόταν ο γαμημένος Ζυγός.
«Τι θυσίες κάνω για τη Θεά μου», μουρμούρισε ο κύριος Τσάρλι και κόρναρε δυνατά.
Η Μπιγκ Μπέτυ, που κρεμόταν δεμένη με συρματόπλεγμα στον προφυλακτήρα του Αλτάιρα Φλαξ της, ξύπνησε από τον οξύ ήχο και άρχισε να ουρλιάζει ξανά.
***
Η Αρκαδία ήταν μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων, γνωστή κυρίως για τις χημικές της μονάδες, οι οποίες παρήγαν καθημερινά εκατοντάδες κυβικά μέτρα νιτρικού και υδροφθορικού οξέος. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ειδικές ομάδες επέδραμαν στους Σάρκινους Λόφους και τους ράντιζαν με τα διαβρωτικά υλικά, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσουν τους φρικτούς όγκους που είχαν την τάση να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα.
Το φορτίο που κουβαλούσα, τριάντα τόνοι ορυκτού φθορίτη, βρισκόταν σε άριστη κατάσταση· ωστόσο, ο τελωνειακός δήλωσε ότι είχα καθυστερήσει αρκετά και το χρονοδιάγραμμα του Χημικού Επιμελητηρίου της Αρκαδίας είχε ήδη ανατραπεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κόψει ένα 15% από την αμοιβή μου, γεγονός που άλλοτε θα έβρισκα εξοργιστικό. Παραδόξως, δεν αντέδρασα κι ο υπάλληλος, ένας ψηλός διοπτροφόρος άνδρας με ανακατεμένα μαλλιά και βαριεστημένη φωνή, ανησύχησε ειλικρινά για την υγεία μου. Δεν του έδωσα καμία σημασία· το μυαλό μου στριφογύριζε συνεχώς στην Εύα, τον Τζον και τις αναθεματισμένες Θεές.
Πάρκαρα στην αλάνα του Αρκαδία Πλάζα, μαζί με μια ντουζίνα νταλίκες ακόμα, και ξόδεψα ένα σεβαστό ποσό σε αλκοόλ, τσιγάρα και σνακ. Έπειτα, βολεύτηκα στην άδεια καρότσα της Ρόζι, με τον Κύριο Λαγό στο πλάι μου, και ατένισα τον ορίζοντα, προσπαθώντας να εντοπίσω καινούργιες διαφορές στο περιβάλλον. Υπήρχαν δύο νέα αστέρια στον ουρανό, αμφότερα στα δυτικά, που έμοιαζαν να αντιστέκονται σθεναρά στην επιρροή της Εντροπίας· επίσης, είχα την εντύπωση πως το φως στα ανατολικά ήταν μια ιδέα πιο αδύναμο. Κάποτε ήταν αδύνατον να αντικρίσω κατάματα την επικράτεια της Δημιουργίας, τώρα όμως η λαμπρή της λάμψη δεν ήταν παρά μια έντονη αντηλιά, ενοχλητική αλλά υποφερτή. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν δουλειά της μικρής.
Για λίγο αναθάρρησα, αν και οι ενστάσεις μου για την επικινδυνότητα της αποστολής τους παρέμεναν. Ο Φύλακας ακουγόταν πολύ σίγουρος για τις ικανότητες της Εύας, αν όμως έκανε λάθος; Αν όλα αυτά τα σημάδια δεν ήταν παρά συμπτώσεις; Αν το Αστρόπαιδο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα απλό κορίτσι, παρασυρμένο από τα λόγια ενός θεότρελου πλάσματος που είχε χάσει οποιαδήποτε ανθρώπινη ιδιότητα;
Συνειδητοποίησα πως είχα βιαστεί να θεωρήσω αξιόπιστο τον Τζον, επηρεασμένος ίσως από τη λατρεία που του έδειχνε η μικρή, κι αυτό ήταν κάτι που δε συνήθιζα – στους Μεθοριακούς Τόπους η επιπόλαιη εμπιστοσύνη είναι ικανή να σε σκοτώσει.
«Χριστέ μου», μουρμούρισα, «τι έκανα;»
Μάζεψα όπως-όπως τα πράγματά μου και, δίχως να χάσω χρόνο για ξεκούραση, βγήκα με τη Ρόζι ξανά στη Γραμμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου