2.10 - Μεγάλοι Μπελάδες σε Μικρή Πόλη

 


8.

Μεγάλοι Μπελάδες σε Μικρή Πόλη


        Οι στρατιώτες είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις και τον οπλισμό τους, οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους χωρίς να ξέρουν πού να προσευχηθούν, οι Φωτεινοί ικέτευαν τη Δημιουργία να τους βοηθήσει· και η απόκοσμη ομάδα κυκλοφορούσε στην πόλη αφανίζοντας όσους δεν μπορούσαν να αποκριθούν στις ερωτήσεις τους. Τελικά, ο κύριος Τσάρλι βρήκε μια απάντηση που τον ικανοποίησε – ένα αγόρι τού αποκάλυψε, καθώς έλιωνε, πως στη Σάντα Μίρα υπήρχε ένας Χαρτογράφος, η νταλίκα του οποίου ήταν αραγμένη σε μια αλάνα.
        Τα βήματά τους τούς έφεραν σε ένα μπαράκι, όπου μια χούφτα μισομεθυσμένοι θαμώνες έπιναν χωρίς να έχουν πάρει μυρωδιά τι συνέβαινε. Ο ιδιοκτήτης, ένας ξερακιανός εξηντάρης με μύτη μισοφαγωμένη από τον καρκίνο, ήταν ο μόνος που προέβλεψε την κατάληξη όταν αντίκρισε τον κύριο Τσάρλι και την αλλόκοτη συνοδεία του να μπαίνουν στο μαγαζί· χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, γλίστρησε αθόρυβα από την πίσω πόρτα και το έβαλε στα πόδια.
        Ο κύριος Τσάρλι έριξε μια ματιά στους σουρωμένους πελάτες και το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε σε έναν ψηλό άνδρα με μακριά μαλλιά, πυκνά μούσια και τεράστια κοιλιά. Φορούσε τζιν και μαύρη μπλούζα, ενώ είχε δεμένο στη μέση του ένα καρό πουκάμισο. Τα μπράτσα του ήταν γεμάτα τατουάζ. Αν υπήρχε κάποιος νταλικέρης στη Σάντα Μίρα, ήταν αυτός.
        Ο Διαβρωτής έψαξε στο μουδιασμένο μυαλό του ψηλού και είδε αποσπασματικές εικόνες που επιβεβαίωναν την εκτίμησή του· μια νταλίκα να διασχίζει τη Γραμμή, ένα τραπέζι γεμάτο με άδεια μπουκάλια μπύρας, μια γυμνή γυναίκα να χορεύει αισθησιακά – κι ένα όνομα: Μπακ "Γρήγορος" Τέρνερ. Οδηγούσε ένα Ντεζέρτια Πράιμ εξήντα τόνων, έτρωγε έξι μπέργκερ στην καθισιά του και ταλαιπωριόταν από αιμορροΐδες. Αυτό, όμως, που ξεχώρισε ο κύριος Τσάρλι από τις πληροφορίες που στροβιλίζονταν στον νου του άνδρα ήταν μια μικρή, σχεδόν ασήμαντη λεπτομέρεια: η φευγαλέα εικόνα ενός μικρού κοριτσιού που χαιρετούσε από τη θέση του συνοδηγού.
        Ένας θαμώνας σήκωσε το κεφάλι του, είδε τον Ανακρίντιους που έφτανε σχεδόν ως το ταβάνι και αποφάσισε ότι ήταν αρκετά πιωμένος για να αποκοιμηθεί στο τραπέζι του. Ένας γέρος που μουρμούριζε ασταμάτητα, ισορροπώντας ένα μισοάδειο ποτήρι στην κοιλιά του, χαμογέλασε στον κύριο Τσάρλι, επιδεικνύοντας τη λειψή οδοντοστοιχία του. Ο Διαβρωτής δεν του έδωσε σημασία· όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στον νταλικέρη.
        Κάθισε απέναντί του κι ο Μπακ τον κοίταξε ξαφνιασμένος, σαν να είχε μόλις βγει από βαθύ ύπνο. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, οτιδήποτε, όμως το ξαναέκλεισε όταν συνειδητοποίησε πως το πλάσμα που τον παρατηρούσε έμοιαζε αμυδρά με άνθρωπο, όμως δεν ήταν τέτοιος. Χαμογελούσε πλατιά και το πρόσωπό του ήταν ρόδινο και εύκαμπτο σαν καουτσούκ. Δεν ήταν ο μόνος νεοφερμένος· πίσω του στεκόταν ένα πανύψηλο πλάσμα που θύμιζε έντομο και, δίπλα στην πόρτα, μια ακόμα μαυροφορεμένη φιγούρα που εμπόδιζε με την παρουσία της την έξοδο.
«Πολύ χαίρομαι που σας γνωρίζω, κύριε Τέρνερ», είπε ευχάριστα ο κοστουμαρισμένος και ο "Γρήγορος" σάστισε ακόμα περισσότερο. «Αν οι εκτιμήσεις μου είναι σωστές, είστε εκπρόσωπος της συμπαθούς τάξης των επαγγελματιών αυτοκινητιστών – αυτό που ο απλός κόσμος αποκαλεί Χαρτογράφο».
«Ναι», απάντησε ο Μπακ, νιώθοντας πιο ηλίθιος από ποτέ. Έτριψε τα μάτια του για να σιγουρευτεί πως η όρασή του δεν είχε θολώσει από το πολύ ποτό. Τι σκατά ήταν αυτό το πράγμα;
«Τι εισ’ εσύ;» ακούστηκε μια τραχιά φωνή, διακόπτοντάς τους.
        Ο νταλικέρης αναζήτησε με το βλέμμα τον μεθυσμένο και τον εντόπισε στην είσοδο· ήταν ένας άνδρας με φαλάκρα και τεράστια μύτη που είχε βγάλει την κουκούλα του μαυροφορεμένου, αποκαλύπτοντας ένα ον με χλομό πρόσωπο και μια μαύρη τρύπα αντί για στόμα. Το πλάσμα στεκόταν ακίνητο όσο ο πιωμένος τον τσιγκλούσε με τα δάχτυλά του για να δει αν είναι αληθινός.
«Μεταπλασμένος είσαι;» επέμεινε ο μεθύστακας. «Ή κάνας Ρακοσυλλέκτης;»
«Αγαπητέ Ανακρίντιους, μπορείς να τακτοποιήσεις το ζήτημα;» παρακάλεσε με ευγενική, αν και ελαφρώς ενοχλημένη, φωνή το χαμογελαστό κάτι με το παπιγιόν.
        Ένα ελαφρύ σφύριγμα κι ένας γδούπος ακολούθησαν τα λόγια του κι ο Μπακ είδε το κεφάλι του φαλακρού να κυλάει στο πάτωμα. Ο κοστουμάτος χτύπησε τα δάχτυλά του.
«Θα ήθελα την προσοχή σου για λίγα λεπτά», είπε.
«Πώς ξέρεις το όνομά μου;» ρώτησε ζαλισμένος ο Χαρτογράφος.
        Ήταν η μοναδική ερώτηση που του είχε έρθει στο μυαλό, γιατί προφανώς όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και στα όνειρα τίποτα δεν έχει λογική· στα όνειρα κυκλοφορούν πλαστικοί άνθρωποι με μαύρα κοστούμια και έντομα με ύψος δυόμισι μέτρα και πλάσματα με τρύπες στα λευκά τους πρόσωπα, και κανένας δεν αμφισβητεί τα όσα βλέπει, διότι τίποτα από αυτά δεν είναι αληθινό – είναι εκφάνσεις του υποσυνείδητου, φόβοι και σκέψεις, καταπιεσμένες επιθυμίες και θαμμένες αναμνήσεις. Ο συλλογισμός αυτός, παραδόξως, τον γαλήνεψε.
«Κάνω καλές προβλέψεις», απάντησε ο άγνωστος. «Αλλά όχι πάντα – να, για παράδειγμα, αναζητώ έναν πολύ καλό μου φίλο και την κόρη του, ωστόσο δεν μπορώ να τους εντοπίσω. Είναι πολύ σημαντικό να τους βρω».
«Τι τους θες;» μουρμούρισε αργά ο Μπακ. Μια γλυκιά ζαλάδα τον είχε τυλίξει, όπως όταν άναβε κάποιο τσιγαριλίκι μετά το τέλος μιας πολύ μεγάλης διαδρομής κι ήταν μόνο εκείνος κι η σιωπή.
«Είναι τα γενέθλια της μικρής», είπε χαρούμενα ο πλαστικός άνδρας. «Εγώ κι οι φίλοι μου έχουμε ένα σωρό δώρα. Ο Ανακρίντιους από δω έχει ετοιμάσει και μια μικρή παράσταση».
«Ταχυδακτυλουργοί είστε;»
        Ο συνομιλητής του έγνεψε καταφατικά.
«Κάτι τέτοιο. Μπορούμε να εξαφανίσουμε ολόκληρα χωριά», είπε και του ξέφυγε ένα σιγανό γελάκι.
        Ο νταλικέρης δυσκολευόταν να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά· η φωνή του άγνωστου ήταν τόσο μειλίχια που ένιωθε τις σωματικές του λειτουργίες να επιβραδύνονται. Ανακάθισε, έτριψε ξανά τα μάτια του κι έριξε μια ματιά γύρω του, παραξενεμένος από την απόλυτη σιωπή. Όλοι οι θαμώνες είχαν πέσει με τα μούτρα στα τραπέζια τους.
«Λοιπόν, θέλω να προσπαθήσεις να θυμηθείς αν είδες ένα κοριτσάκι στο ταξίδι σου μέχρι εδώ».
«Δε νομίζω», απάντησε βιαστικά ο Μπακ.
«Α, μα δεν έκανες κάποια προσπάθεια», επέμεινε ο Διαβρωτής. «Έλα, πες το στον θείο Τσάρλι – θα είναι κρίμα η μικρή να μη γιορτάσει τα γενέθλιά της. Ακόμα και σε έναν ετοιμοθάνατο κόσμο όπως είναι οι Μεθοριακοί Τόποι, τα γενέθλια πρέπει να έχουν κάποια αξία».
        Μια εικόνα ήρθε στον νου του οδηγού – ένα μπλε Ιμπέριον Πράιμ, μία-μιάμιση ώρα μακριά από την Καλυδωνία. Ο οδηγός της είχε κορνάρει κι εκείνος είχε απαντήσει με τον ίδιο τρόπο· αυτό, όμως, που του έκανε εντύπωση ήταν ένα παιδί με μακριά μαλλιά που χοροπηδούσε στο κάθισμα του συνοδηγού, χαιρετώντας τον. Θα μπορούσε να ήταν αυτό το κοριτσάκι που έψαχνε ο θείος Τσάρλι; Κάτι του έλεγε πως ναι.
        Ξαφνικά, η αποχαύνωση τον εγκατέλειψε και είδε καθαρά το πλάσμα απέναντί του. Πλέον δεν πίστευε λέξη από αυτά που είχε ακούσει.
«Δεν είδα κανέναν», είπε απότομα.
        Ο Διαβρωτής κούνησε το δάχτυλό του προς το μέρος του σαν να τον μάλωνε.
«Νόμιζα πως ήμασταν φίλοι», παραπονέθηκε με προσποιητή στενοχώρια. «Γιατί μου λες ψέματα; Γιατί δε θες το κοριτσάκι να πάρει τα δώρα του;»
        Ο Μπακ έσφιξε τις γροθιές του· κάποτε είχε αντιμετωπίσει έναν Κρανιοκυνηγό και του είχε συντρίψει το κεφάλι με γυμνά χέρια – δε θα φοβόταν έναν λιμοκοντόρο με φτηνό κοστούμι και παπιγιόν.
«Άκου, φίλε», είπε, «με σκότισες. Σου είπα, δεν ξέρω ποιον ψάχνεις, αλλά ακόμα κι αν ήξερα, δε θα σου έλεγα. Χωρίς παρεξήγηση, δε μου αρέσει καθόλου η μούρη σου».
«Καμία παρεξήγηση, αγαπητέ μου. Όμως, τι είναι αυτή η μπλε νταλίκα που δεσπόζει στο μυαλό σου; Και – για να δω καλύτερα – ω, Θεά μου, είναι παιδί αυτό;»
        Ο κύριος Τσάρλι έγειρε στην καρέκλα του και έπλεξε τα δάχτυλά του.
«Τι κατάφερες, κύριε Τέρνερ, με το να μου αποκρύψεις την αλήθεια; Πιστεύεις ότι ένας άνθρωπος με τα ταλέντα μου περιορίζεται στη λεκτική επικοινωνία;»
        Το έντομο στάθηκε πίσω του κι ο νταλικέρης σήκωσε το βλέμμα του τόσο ψηλά που ένιωσε τον σβέρκο του να πιάνεται.
«Το αγαπημένο μας κορίτσι, λοιπόν, ταξιδεύει με ένα μπλε φορτηγό», μονολόγησε ο Διαβρωτής. «Κι ο άνδρας; Είδες κάποιον μαυροντυμένο άνδρα μαζί με το κορίτσι; Ίσως με ένα παλιό, μαύρο αυτοκίνητο;»
        Ο Μπακ παρέμεινε πεισματικά σιωπηλός κι ο κύριος Τσάρλι δεν είχε άλλη επιλογή από το να ψάξει λίγο ακόμα. Ναι, το μαύρο Κομόρρα ήταν εκεί, στις σκέψεις του· όμως βρισκόταν πολύ μακριά από το κορίτσι, κοντά σε μια έκταση γεμάτη σταυρούς. Ο Φύλακας δεν ήταν στο πλευρό της – κι αυτό ήταν καλό. Πολύ καλό.
«Υπέροχα», είπε ικανοποιημένος και ήρε την επιρροή της πράας φωνής του. Οι θαμώνες ξύπνησαν από τον σύντομο, γεμάτο εφιάλτες ύπνο τους.
        Ο Μπακ είχε ήδη ξεπεράσει αυτό το στάδιο – το πράγμα απέναντί του, ο αυτοαποκαλούμενος «θείος Τσάρλι», είχε προσπαθήσει να τον αποκοιμίσει για να μπορέσει να ψαχουλέψει καλύτερα στο μυαλό του. Τώρα ο εύσωμος νταλικέρης είχε νεύρα, πολλά νεύρα.
        Ο πλαστικός άνδρας αντιλήφθηκε την αλλαγή του.
«Θα σε συμβούλευα να παραμείνεις στη θέση σου», είπε καλοσυνάτα. «Οι γροθιές σου δεν είναι ικανές να μου προξενήσουν κανένα κακό. Δεν είμαι κανένας χτικιάρης συμμορίτης».
«Είπες ότι κάνεις καλές προβλέψεις», γρύλισε ο Μπακ, «όμως φαίνεται ότι παρέβλεψες αυτό εδώ».
        Τράβηξε ένα περίστροφο και, προτού ο κύριος Τσάρλι προλάβει να κουνηθεί, τον πυροβόλησε στο πρόσωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου