3.8 - Μια Στιγμή Μονάχα

 


8.

Μια Στιγμή Μονάχα


        Πέθαινα.
        Δεν ήξερα τι με είχε χτυπήσει, όμως ο εγκέφαλός μου ούρλιαζε πως τα σπλάχνα μου σέρνονταν στο έδαφος. Τρέκλισα και έπεσα στα γόνατα, με την πικρή αίσθηση της αποτυχίας να διαποτίζει κάθε μου κύτταρο, ενώ η θολούρα που με είχε ξεκοιλιάσει κοντοστεκόταν ενάμισι μέτρο μακριά μου. Κατάφερα να εστιάσω πάνω του και το μετάνιωσα αμέσως – γιατί αυτό που υψωνόταν μπροστά μου ήταν ένα θεόρατο αλογάκι της Παναγίας που βαριανάσαινε και στριφογύριζε το αποκρουστικό του κεφάλι ολόγυρα, σαν να έψαχνε να βρει τον επόμενο στόχο του. Το πρόσωπό του ήταν στιγματισμένο από ξεραμένα σκουρόχρωμα ζουμιά που είχαν κυλήσει από μια δωδεκάδα άδειες κόγχες. Πίσω του ερχόταν ένας άγνωστος με πλατύ χαμόγελο, μαύρο κοστούμι, παπιγιόν και μπαστούνι, μια αλλόκοτη παρουσία που με έκανε να αναρωτηθώ αν ήμουν ακόμα ζωντανός ή έβλεπα μυστήρια οράματα από την αντίπερα όχθη.
«Εύγε, Ανακρίντιους», είπε ο καλοντυμένος τύπος, «οι αισθήσεις σου παραμένουν ιδιαιτέρως οξυμένες».
«Το ίδιο και τα χέρια του», σκέφτηκα, παρατηρώντας τις αιχμηρές δαγκάνες του. Γεύτηκα μέταλλο κι έφτυσα αίμα.
        Η ξαφνική εμφάνιση των Πρακτόρων είχε αποσυντονίσει την Εύα που τώρα στεκόταν αναποφάσιστη και τρομοκρατημένη στο κατώφλι του Ινστιτούτου, με την ενέργεια που την περιέβαλλε να έχει χαθεί. Ο χαμογελαστός άνδρας που, καθώς η όρασή μου καθάριζε, έμοιαζε όλο και περισσότερο με μαριονέτα σε φυσικό μέγεθος, έτεινε το μπαστούνι του προς το μέρος της.
«Σε βρήκα επιτέλους, βρομοκόριτσο», είπε με πρόδηλη ευχαρίστηση στη φωνή του. «Άργησα, αλλά άξιζε».
        Έριξε μια ματιά γύρω του και προσποιήθηκε πως ανατρίχιασε.
«Ειλικρινά, δε θα με χαροποιούσε τίποτα περισσότερο από το να δω την καταραμένη Δημιουργία να ξεκουμπίζεται από αυτόν τον κακόμοιρο κόσμο», συνέχισε. «Όμως, ξέρουμε κι οι δυο μας πως δεν μπορώ να σου επιτρέψω να τη διώξεις, έτσι δεν είναι; Αν ο Ζυγός αγγίξει αυτόν τον κόσμο, τότε οι δύο Θεές θα πρέπει να τον αποχαιρετήσουν. Ciao, au revoir, auf wiedersehen και τα λοιπά».
«Δε θα με σταματήσεις, Τσάρλι», απάντησε η Εύα και, στο άκουσμα της έντρομης φωνής της, μου ήρθε να κλάψω από απελπισία. Το Αστρόπαιδο είχε εξαφανιστεί και τη θέση του είχε πάρει ξανά ένα φοβισμένο κορίτσι, ούτε μέρα μεγαλύτερο από αυτό που φαινόταν.
        Ο παράξενος άνδρας γέλασε άψυχα.
«Κύριος Τσάρλι», τη διόρθωσε, «δε χρειάζεται να γίνεσαι αγενής. Αγαπητό μου παιδί, είσαι πια μόνη σου. Ο πρόμαχος είναι νεκρός ή συγχωνευμένος με τις μάζες της Δημιουργίας και δεν έχει απομείνει κανείς να σε βοηθήσει. Αλήθεια, πίστεψες ότι έφτασες μέχρι εδώ με τις ικανότητές σου; Δεν είσαι τίποτα – ό,τι κατάφερες οφείλεται στον Φύλακα».
        Η Εύα έριξε μια ματιά στην είσοδο, υπολογίζοντας ξεκάθαρα πόσο χρόνο χρειαζόταν για να βρεθεί μέσα στο κτίριο. Ο αυτοαποκαλούμενος κύριος Τσάρλι έκανε ένα αρνητικό νεύμα με το δάχτυλο.
«Πίστεψέ με, μικρή μου, ο Ανακρίντιους μπορεί να είναι πλήρως τυφλός, αλλά μπορεί να σε κόψει στα δύο προτού προλάβεις να κάνεις κιχ. Και τώρα έλα εδώ, σαν καλό παιδάκι που είσαι· έλα στον θείο Τσάρλι να σου δώσει το δώρο σου».
        Το κορίτσι έριξε ένα απεγνωσμένο βλέμμα γύρω του, όμως ο Πράκτορας της Εντροπίας είχε δίκιο – ήταν πια μόνη της.

***

        Ο πόνος είχε αρχίσει να καταλαγιάζει και, όταν βρήκα το θάρρος να κοιτάξω χαμηλά, διαπίστωσα με έκπληξη πως τα σωθικά μου βρίσκονταν ακόμα στη θέση τους. Τα ρούχα μου ήταν σκισμένα και πλημμυρισμένα στο αίμα, δύο βαθιές χαρακιές έσκιζαν διαγώνια την κοιλιά μου, το κάτω μισό του σώματός μου ήταν μουδιασμένο – όμως ήμουν ολόκληρος. Το χέρι μου έσφιγγε ακόμα την καραμπίνα.
        Και τότε, ξαφνικά και δίχως τυμπανοκρουσίες, συνειδητοποίησα ποιος ήταν ο ρόλος μου· έβλεπα πλέον τη μεγάλη εικόνα, εκείνη που, σύμφωνα με τον Τζον, αγνοούσα. Ήταν αδύνατον να νικήσω αυτά τα πλάσματα, ακόμα κι αν δεν ήμουν ξαπλωμένος με το στομάχι μου ανοιγμένο – αυτό που μπορούσα να κάνω, όμως, ήταν να δημιουργήσω έναν αντιπερισπασμό. Ίσως, αν τα καθυστερούσα για ελάχιστα δευτερόλεπτα, η μικρή να προλάβαινε να μπει στο Ινστιτούτο. Αμφέβαλλα αν οι δύο Πράκτορες θα την ακολουθούσαν εκεί μέσα· το να βαδίσουν στα εδάφη της Δημιουργίας ήταν ήδη υπέρβαση, το να βρεθούν σε απόσταση αναπνοής από την πύλη εισόδου στο σύμπαν της Φωτεινής Θεάς ήταν καθαρή αυτοκτονία.
        Προτού, όμως, επέμβω, κάτι που θα σήμαινε αναμφισβήτητα το τέλος μου, έπρεπε να δοκιμάσω κάτι, παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή μου. Άφησα ένα μουγκρητό και το τεράστιο έντομο στράφηκε προς το μέρος μου, κροταλίζοντας τα άκρα του. Η μαριονέτα με το κοστούμι φάνηκε να με προσέχει για πρώτη φορά.
«Ακόμα ζει αυτός;» είπε περιφρονητικά.
        Θα ήθελα πάρα πολύ να του επιστρέψω μια τσουχτερή ατάκα, αλλά μετά βίας έπαιρνα ανάσα, πόσο μάλλον να καταφέρω να εκστομίσω μια πρόταση με συνοχή. Ο κύριος Τσάρλι έστρεψε πάλι την προσοχή του στην Εύα, ξεχνώντας με τελείως· προφανώς, ένας ετοιμοθάνατος φορτηγατζής δεν ήταν πολύ ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων του.
        Κάτι που με βόλευε.


«Όσο κι αν απολαμβάνω τη μυρωδιά του φόβου σου, κορίτσι, πρέπει να τελειώνουμε. Το φως με ενοχλεί», είπε ο πλαστικός άνδρας και πλησίασε την Εύα, που είχε κοκαλώσει στη θέση της.
        Άνοιξε διάπλατα το στόμα του κι έσκυψε από πάνω της σαν να ήταν έτοιμος να τη φιλήσει· και τότε, καθώς το τερατώδες πλάσμα που ονομαζόταν Ανακρίντιους είχε την προσοχή του στραμμένη σε εκείνους, βρήκα την ευκαιρία που έψαχνα.
        Πυροβόλησα το μεγαλόσωμο έντομο, σημαδεύοντας το κεφάλι του, όμως είχα χάσει πολύ αίμα και τα χέρια μου έτρεμαν· παρ’ όλα αυτά, η σφαίρα πέτυχε το πάνω μέρος του κρανίου του, τινάζοντας κομματάκια οστού και μαύρο αίμα. Ο Ανακρίντιους παραπάτησε σαν μεθυσμένος, όσο εγώ σήκωνα ξανά την καραμπίνα, επιστρατεύοντας τα τελευταία ψήγματα δύναμης που μου είχαν απομείνει. Νέα ρυάκια αίματος κύλησαν από τις πληγές μου, όμως έσφιξα τα δόντια, πασχίζοντας να συγκρατήσω τα κύματα πόνου που με διαπερνούσαν. Μια στιγμή· μόνο μια στιγμή χρειαζόμουν.
        Η δεύτερη βολή ήταν καλύτερη – διέλυσε το μισό πρόσωπο του Ανακρίντιους, ωθώντας τον δύο μέτρα πίσω και θέτοντάς τον προσωρινά εκτός μάχης. Το έντομο έβγαλε ένα οξύηχο σκλήρισμα και έπεσε στο έδαφος, τινάζοντας σπασμωδικά τα μακριά πόδια του, όμως το σημαντικό ήταν πως ο τραυματισμός του τράβηξε επιτέλους την προσοχή του κυρίου Τσάρλι.
«Τι σκατά-» αναφώνησε, χάνοντας επιτέλους την ψυχραιμία του και γυρνώντας προς το μέρος μας για να δει τι ήταν όλη αυτή η αναστάτωση.
«Τρέχα!» κραύγασα κι η Εύα, σαν να περίμενε αυτό ακριβώς, υπάκουσε αμέσως.
        Ο κύριος Τσάρλι κοντοστάθηκε για ένα δευτερόλεπτο αναποφάσιστος· το Αστρόπαιδο είχε εξαφανιστεί μέσα στο κτίριο, ο Ανακρίντιους χτυπιόταν βαριά τραυματισμένος κι ο καταραμένος φορτηγατζής – εγώ – δεν του είχε κάνει τη χάρη να ψοφήσει ακόμα. Τελικά, οι εντολές της Θεάς του υπερίσχυσαν του φόβου του· έτσι, αφού μου έριξε ένα νεκρό βλέμμα και τα χείλη του σχημάτισαν μερικές ακατανόητες λέξεις, που θα έβαζα στοίχημα πως ήταν χυδαίες βλαστήμιες, πέταξε το μπαστούνι του κι ακολούθησε χωρίς δισταγμό την Εύα στο Ινστιτούτο.

***

        Από τη μεριά του εντόμου ακουγόταν μόνο ένα απαλό κροτάλισμα, καθώς ανοιγόκλεινε μηχανικά τα σαγόνια του. Οι κεραίες του σέρνονταν άνευρες στο έδαφος και οι δαγκάνες του έτρεμαν. Ακόμα κι από την απόσταση που βρισκόμουν, μπορούσα να διακρίνω τη σπογγώδη μάζα του εγκεφάλου του, που χυνόταν από το σπασμένο του κρανίο.
«Μία σου και μία μου», συλλογίστηκα, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να παρηγορηθώ για την κατάστασή μου.
        Αναρωτήθηκα από ποιον κόσμο είχε έρθει αυτό το πλάσμα, πώς είχε βρεθεί στην υπηρεσία της Εντροπίας και τι όφελος είχε από μια διασυμπαντική καταδίωξη· αν ένιωθε ποτέ νοσταλγία για τον τόπο του, αν διατηρούσε δεσμούς με το είδος του, αν είχε ακόμη οικογένεια ή είχε καταβροχθίσει το ταίρι του μετά το σμίξιμό τους. Δεν περίμενα ότι θα έκανα τέτοιες σκέψεις για κάποιον που με είχε πετσοκόψει, όμως ίσως η προοπτική της αιώνιας λήθης να έχει αυτή την επίδραση σε όσους ξεψυχούν. Άλλωστε, όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα στο τέλος – ή, τουλάχιστον, αυτό θα έπρεπε να συμβαίνει, αν η Δημιουργία δε στεκόταν εμπόδιο.
        Η Εύα το γνώριζε· η Εύα προσπαθούσε να το διορθώσει. Μακάρι να τα κατάφερνε.
        Αυτή ήταν η τελευταία μου σκέψη – αμέσως μετά, το σκοτάδι με διεκδίκησε και με κέρδισε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου