3.9 - Η Πύλη




9.

Η Πύλη


        Το πλαστικό δέρμα του είχε ήδη αρχίσει να φουσκώνει από την ισχύ της γαμημένης Δημιουργίας, παρ’ όλο που ήταν ήδη εξασθενημένη στα σημεία απ’ όπου περνούσε το Αστρόπαιδο. Μια ανεξήγητη κόπωση είχε ήδη αρχίσει να τον καταβάλλει κι ο κύριος Τσάρλι, για πρώτη φορά στη ζωή του, άρχισε να αμφιβάλλει για την αποστολή του. Έως τότε, εκείνος και οι υπόλοιποι Διαβρωτές υπάκουγαν στις εντολές της Θεάς τους χωρίς αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις και ταξίδευαν από κόσμο σε κόσμο διαδίδοντας το θέλημά Της και αφανίζοντας τους εχθρούς Της. Το μόνο που είχε σημασία ήταν η Εντροπία και η λήθη που Εκείνη έφερνε· η ανταμοιβή τους θα ήταν η σκοτεινή, γαλήνια αγκαλιά Της όταν το Όλον θα έσβηνε.
        Όμως τώρα, καθώς ο κύριος Τσάρλι προχωρούσε τσαλαβουτώντας σε κυτταρικές μάζες και άπλετη σάρκα, με τον χαμό του αναπόφευκτο αν αποτύγχανε, διαπίστωνε πως δεν ήταν έτοιμος να αφεθεί στην αιώνια λησμονιά. Δε θα το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του, αλλά είχε αρχίσει να απολαμβάνει τις συνεχείς μετακινήσεις από το ένα σύμπαν στο άλλο· ο τρόμος που έφερνε στις καρδιές των ζωντανών, οι ικεσίες και οι κραυγές τους, η απελπισία τους όταν συνειδητοποιούσαν πως το τέλος τους πλησιάζει – όλα αυτά τροφοδοτούσαν την ύπαρξή του και τον οδηγούσαν στην εκπλήρωση του μεγαλειώδους του πεπρωμένου. Έπρεπε να συνεχίσει, να ολοκληρώσει τον σκοπό του και μετά να εξαφανιστεί από αυτόν τον καταραμένο κόσμο. Άλλωστε, υπήρχαν άπειρες πραγματικότητες στο Όλον που περίμεναν κάποιον σαν αυτόν να τις αφιερώσει στην Εντροπία.
«Μικρή, πάμε να φύγουμε από δω!» έκρωξε μισοτυφλωμένος από το εξαντλητικό φως. «Δεν το βλέπεις; Η Δημιουργία θα σε απορροφήσει και θα τυραννιέσαι για πάντα. Κορίτσι! Πού είσαι, ρε γαμημένο κωλόπαιδο;»
        Καθώς έμπαινε όλο και βαθύτερα στο Ινστιτούτο, η οργή του έδωσε τη θέση της στον πανικό. Για περισσότερες από μία φορές σκέφτηκε να εγκαταλείψει το κυνήγι· θα επέστρεφε στη Σικάρια και θα αναζητούσε κάποιον Σχισματικό προκειμένου να δραπετεύσει από εκεί. Έπειτα, το Αστρόπαιδο ας έκανε ό,τι προοριζόταν να κάνει – εκείνος θα βρισκόταν αρκετά σύμπαντα μακριά.
        Ήξερε όμως πως η Σκοτεινή Θεά δε θα τον συγχωρούσε ποτέ αν οι Μεθοριακοί Τόποι επέστρεφαν στην επιρροή του Ζυγού· γιατί, στο ευρύτερο πλαίσιο της Αέναης Σύγκρουσης, η απώλεια ενός Πρωταρχικού Κόσμου θα σηματοδοτούσε την αρχή της επούλωσης των συμπάντων που εκπορεύονταν από αυτόν. Έτσι, συνέχισε να προχωρά, επιστρατεύοντας τα ελάχιστα ίχνη ψυχραιμίας και αποφασιστικότητας που του είχαν απομείνει, όσο το περιβάλλον γύρω του αποκάλυπτε την παντοδυναμία της Δημιουργίας σε κάθε του βήμα.
        Διαστρεβλωμένα σώματα φύονταν από τη μάζα που κάλυπτε κάθε σπιθαμή του μέρους, πρώην επιστήμονες και μέλη του Ινστιτούτου που είχαν ομογενοποιηθεί πριν έναν αιώνα, όταν η Φωτεινή Θεά είχε εισβάλει στον κόσμο τους. Ο κύριος Τσάρλι πατούσε πάνω τους με μίσος, εξαπολύοντας κατάρες και βρισιές, κι εκείνοι έστρεφαν τα θολά, τσιμπλιασμένα τους μάτια προς εκείνον, αναζητώντας μια διέξοδο από την ειρκτή τους. Ηλίθιοι, αυτό ήταν – είχαν τόση αλαζονεία μέσα τους, που πίστεψαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν μια Κοσμική Οντότητα ανυπολόγιστης δύναμης. Ο Διαβρωτής κλότσησε το πρόσωπο από κάτι που έμοιαζε με γυναίκα και ο όγκος έβγαλε ένα κλαψούρισμα που τον εμψύχωσε. Η όρασή του καθάρισε, όχι πλήρως, αλλά αρκετά ώστε να διακρίνει το κορίτσι στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Η Εύα περπατούσε αργά, προσπαθώντας να μην ακουμπάει τα σαρκικά τοιχώματα, όμως ήταν φανερό πως ήταν εξαντλημένη· δε θα άντεχε για πολύ ακόμα. Αυτά ήταν πολύ καλά νέα.
        Ο κύριος Τσάρλι, με αναπτερωμένο ηθικό, τάχυνε το βήμα του.
«Σε βρήκα», αναφώνησε κι η μικρή τινάχτηκε τρομαγμένη. «Αχ, γιατί το έκανες τόσο δύσκολο; Θα είχαμε τελειώσει στο άψε-σβήσε. Τώρα θα με αναγκάσεις να σε σκοτώσω με την ησυχία μου».
        Φυσικά δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο – κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε στον πάλλοντα ναό της Δημιουργίας τον έφθειρε. Η Εύα άρχισε να τρέχει όσο της επέτρεπε το χαλί της οργανικής ύλης, σκοτεινιάζοντας αμυδρά τη λάμψη από τα σημεία που περνούσε, και πέρασε μέσα από ένα άνοιγμα, από το πλαίσιο του οποίου έσταζε λίπος. Ο διώκτης χίμηξε πάνω της και την άρπαξε από τους ώμους, αφήνοντας μια θριαμβευτική κραυγή. Το κορίτσι τσίριξε, όμως ήταν πλέον αργά· ο Διαβρωτής τη γύρισε προς το μέρος του, κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της και, χωρίς να χάσει άλλο χρόνο για περιττές κουβέντες, εξαπέλυσε τον καυστικό μύκητα που μετέφερε μέσα του.
        Από το στόμα του αναδύθηκε ένα θολό νέφος σωματιδίων, σαν σμήνος μικροσκοπικών εντόμων, που αιωρήθηκε για λίγο στον αέρα κι έπειτα χάθηκε.
«Τι-» ψέλλισε και φύσηξε ξανά.
        Όμως η Θεά του δεν είχε καμιά ισχύ στο βασίλειο της αδελφής Της κι αυτό ήταν κάτι που ο κύριος Τσάρλι, στη φρενιασμένη του λαχτάρα, είχε παραβλέψει. Η Εύα απελευθερώθηκε από τη λαβή του κι έκανε μερικά βήματα πίσω, όσο ο Πράκτορας της Εντροπίας κοίταζε γύρω του.
«Αφού την εξασθενείς», παραπονέθηκε με κωμική παιδικότητα και μόνο τότε συνειδητοποίησε πού βρίσκονταν.
        Γύρω τους απλωνόταν μια μεγάλη αίθουσα, με ένα σύμπλεγμα υπολογιστών, οθονών και κονσολών να αναδύονται μέσα από τη λευκή σάρκα των τοίχων. Στο κέντρο έστεκε ένα μεταλλικό πλαίσιο, από το εσωτερικό του οποίου ξεχυνόταν η λάμψη χιλίων ήλιων. Και μόνο στη θέα της Πύλης που οδηγούσε στο σύμπαν όπου κυριαρχούσε η Δημιουργία, η οντότητα που κατοικούσε στο πλαστικό σώμα σπαρτάρησε απελπισμένη· σε εκείνο το μέρος, ακόμα κι η ίδια η Εντροπία θα υποχωρούσε ηττημένη μπροστά στην ισχύ της έτερης Κοσμικής Θεάς, πόσο μάλλον ένας υπηρέτης Της. Ο κύριος Τσάρλι, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως είχε αποτύχει, οπισθοχώρησε φοβισμένος. Η Εύα, βλέποντας ότι το πλάσμα που την καταδίωκε σε τόσα σύμπαντα ήταν έντρομο και αναποφάσιστο, αναθάρρησε· χωρίς να του δώσει περαιτέρω σημασία, στάθηκε μπροστά στο εκτυφλωτικό πλαίσιο, άνοιξε τα χέρια της κι αφέθηκε στην εξουσία του Ζυγού.
        Τα μάτια της έλαμψαν, η ιριδίζουσα αύρα τη σκέπασε σαν προστατευτικός μανδύας και ιώδες φως ξεχύθηκε από τους πόρους του δέρματός της, καθώς η οργόνη της Τρίτης Οντότητας διαχεόταν μέσω του σώματός της. Από τα ακροδάχτυλά της ανάβλυσαν νήματα κοσμικής ενέργειας που διαπότισαν τα καρκινικά γεννήματα της Δημιουργίας, αφού πρώτα τα ψηλάφησαν σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν ότι αυτά ήταν η αιτία της ανισορροπίας. Οι κυτταρικές δομές άρχισαν να καταρρέουν· η Φωτεινή Θεά ούρλιαξε λυσσασμένα και αποτραβήχτηκε, ανίσχυρη μπροστά στην ωμή δύναμη που επιχειρούσε να επαναφέρει έναν κόσμο που κλυδωνιζόταν.
        Ο Διαβρωτής το έβαλε στα πόδια, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να γλιτώσει, όμως δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί. Το διαχεόμενο κύμα οργόνης τον σάρωσε, λιώνοντας το πλαστικό του περίβλημα και αποκαλύπτοντας για μια φευγαλέα στιγμή τον πραγματικό ένοικο του κελύφους – ένα μίζερο, γκριζωπό μυκήλιο με διακλαδιζόμενες υφές, που εξαχνώθηκε αμέσως.




        Τα μοβ νήματα κατέλαβαν το πλαίσιο της Πύλης και άρχισαν να ενώνονται, υφαίνοντας ένα σφιχτό πλέγμα ενέργειας που διέκοψε τη σύνδεση μεταξύ των Μεθοριακών Τόπων και του άγνωστου Κόσμου που είχε παραδοθεί στη Δημιουργία. Με την Κοσμική Θεά αποκλεισμένη, οι τρεμάμενες οργανικές μάζες έλιωσαν ταχύτατα, πλημμυρίζοντας το Ινστιτούτο Κβαντικών Μελετών με τη δυσωδία του αποσυντεθειμένου ιστού.
        Και μετά, όλα τελείωσαν: ο Ζυγός, έχοντας εκδιώξει την αδελφή Του από τον Πρωταρχικό Κόσμο 5, αποσύρθηκε ξανά, αφήνοντας την Εύα ξέπνοη και αποπροσανατολισμένη. Το κορμί της έτρεμε, το κεφάλι της κόντευε να σπάσει και είχε βραχεί πάνω της. Κοίταξε γύρω της, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από έναν βαθύ εφιάλτη και, όταν είδε το παλλόμενο βιολετί πλέγμα που κρατούσε σφραγισμένη την Πύλη, της ξέφυγε ένας λυγμός. Ανακούφιση και εξάντληση, χαρά και μελαγχολία – ένα κύμα αντικρουόμενων συναισθημάτων την κατέκλυσε και ξέσπασε σε γοερά κλάματα.

***

        Μερικά χιλιόμετρα δυτικά, ένας πρόμαχος που είχε περιπλανηθεί σε αμέτρητα σύμπαντα, ένας άνδρας που τον αποκαλούσαν Τζον ή Ντράκο ή Φύλακα ή Αναπαυτή (που όμως ο ίδιος πάντα προτιμούσε την προσφώνηση «μπαμπάς») και του είχε ανατεθεί μια κοσμική αποστολή, ένιωσε τον τιτάνιο κυτταρικό όγκο που τον είχε απορροφήσει να αναταράσσεται· και, παρά τον αβάσταχτο πόνο, κατάφερε να γελάσει.
        Η Εύα τα είχε καταφέρει – όχι, λάθος, η κόρη του τα είχε καταφέρει. Η Δημιουργία αποτραβιόταν από αυτό το σύμπαν και, αναπόφευκτα, η αδελφή Της θα ακολουθούσε, ανήμπορη να αντισταθεί στην ισχύ του Ζυγού. Η εξισορρόπηση του Πρωταρχικού αυτού Κόσμου θα αποτελούσε το έναυσμα για την ίαση των υπόλοιπων συμπάντων που βρίσκονταν υπό την επιρροή των δύο Κοσμικών Θεών. Θα έπαιρνε χρόνο και κάποια από αυτά δε θα επιβίωναν – τουλάχιστον, όμως, τα υπόλοιπα θα είχαν μια ευκαιρία να ζήσουν σε αρμονία, όπως όριζε ο Ζυγός.
        Τα ουρλιαχτά, τα τσιρίγματα και οι μυκηθμοί των ομογενοποιημένων όντων που αποτελούσαν τον όγκο έπαψαν, καθώς ο ασταμάτητος πολλαπλασιασμός των ιστών και των κυττάρων τους διακοπτόταν και έδινε τη θέση του στη ραγδαία αποσύνθεση. Αποκομμένα από τη γενεσιουργό δύναμη της Δημιουργίας, τα καρκινικά τέκνα Της άρχισαν να πεθαίνουν.
        Και ο Τζον, γαλήνιος και ήρεμος για πρώτη φορά μετά από ανυπολόγιστο χρόνο, έκλεισε τα μάτια του και πρόσμενε τη σιωπηλή αγκαλιά της ανυπαρξίας. Πλέον είχε έρθει η ώρα να αναπαυτεί κι ο ίδιος. Όχι άλλα ξυπνήματα σε άγνωστους κόσμους, όχι άλλοι θάνατοι σε ανεξερεύνητους τόπους· αυτή τη φορά το τέλος ήταν οριστικό.
        Και, καθώς ο Αναπαυτής έπαιρνε την τελευταία του ανάσα, το όνομά του καταγράφηκε στα Κοσμικά Αρχεία, ώστε καμία εκδοχή του να μην υπάρξει ξανά σε οποιοδήποτε σύμπαν. Η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου