3.10 - Μια Καινούργια Μέρα


10.

Μια Καινούργια Μέρα


“Νομίζω ότι ο μαλάκας ξυπνάει”.
        Οι λέξεις ακούστηκαν αχνές και αλλοιωμένες, σαν αυτός που τις εκστόμισε να βρισκόταν δέκα χιλιόμετρα μακριά, όμως αναγνώρισα τη μπάσα φωνή του Γουόκερ. Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν ο μυστακοφόρος συνάδελφός μου. Δίπλα του στεκόταν ο Τρόι Κριντ, ένας ακόμα Χαρτογράφος. Βρισκόμουν σε ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο με αχνοπράσινους τοίχους, ξαπλωμένος σε ένα άβολο κρεβάτι με πατικωμένο στρώμα, ενώ από πάνω μου κρέμονταν πέντε διαφορετικές πλαστικές φιάλες. Σωληνάκια ξεκινούσαν από τους ορούς και κατέληγαν στις φλέβες μου. Δίπλα μου, σε ένα φθαρμένο τραπεζάκι, αναβόσβηνε ένα μόνιτορ, καταγράφοντας τα ζωτικά μου σημεία.
«Πέθανα και βρέθηκα στο βασίλειο των ασχημομούρηδων;» ρώτησα βραχνά.
«Δεν έχασες το χιούμορ σου, βλέπω», απάντησε ο Χαρτογράφος. «Όσο έχεις, τέλος πάντων. Πώς αισθάνεσαι;»
        Κατάπια και μόρφασα από τον πόνο· ο λαιμός μου ήταν κατάξερος.
«Σαν να με έσφαξαν».
«Ή κάνεις πετυχημένες μαντεψιές ή έχεις καλή μνήμη».
«Πού είμαι, Τζαξ;»
«Στο καλύτερο νοσοκομείο της Αρκαδίας. Οι γιατροί λένε ότι μάλλον θα τη σκαπουλάρεις, εκτός κι αν μπλέξεις πάλι με μαλακίες».
        Ήμουν σίγουρος πως δεν ήταν παραίσθηση· καμία φαντασιοπληξία δε θα μπορούσε να αποδώσει στο εκατό τοις εκατό την αθυρόστομη ιδιοσυγκρασία του Τζαξ Γουόκερ. Ο Κριντ στάθηκε δίπλα μου και με κοίταξε με συμπάθεια.
«Θα χρειαστεί να μείνεις μέσα για δύο-τρεις βδομάδες ακόμα. Εκείνο το πλάσμα σε πετσόκοψε για τα καλά».
«Το είδατε;»
«Ναι», αποκρίθηκε ο Τρόι. «Ο Τζαξ σε βρήκε· εγώ έφτασα λίγο μετά».
«Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα που το κατάφερες», πετάχτηκε ο Τζαξ. «Ήταν τεράστιο το γαμίδι».
        Δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί, έτσι απλώς κατένευσα, αφήνοντάς τους να πιστεύουν πως είχα νικήσει το εντομοειδές πλάσμα μοναχός μου. Αργότερα θα υπήρχε χρόνος για διευκρινίσεις.
        Μια παχουλή νοσοκόμα με αυστηρό πρόσωπο μπήκε μέσα, κρατώντας ένα μικρό ντοσιέ. Τσέκαρε το διάγραμμά μου, έλεγξε τους ορούς και το μόνιτορ κι έπειτα, χωρίς να μου ρίξει ούτε ματιά, διέταξε τους συναδέλφους μου να βγουν έξω. Στις χλιαρές διαμαρτυρίες τους απάντησε με ένα βλέμμα που θα έκανε έναν λιγότερο σκληρόπετσο άνθρωπο να αναθεωρήσει όλες τις επιλογές της ζωής του. Η αποφασιστικότητά της μου θύμισε τη Λουτσία.
        Όταν της άδειασαν τη γωνιά, στράφηκε προς το μέρος μου και έπιασα τον εαυτό μου έτοιμο να απολογηθεί για οτιδήποτε μου ζητούσε. Δε χρειάστηκε· η αυστηρότητά της είχε αντικατασταθεί από μια έκφραση που ενέπιπτε στο ευρύτερο φάσμα της συμπόνιας. Το καρτελάκι στο στήθος της έγραφε Ρουθ.
«Χρειάζεσαι ξεκούραση και αποστειρωμένο περιβάλλον», με συμβούλεψε. «Οι μαντράχαλοι φίλοι σου δυσκολεύονται να καταλάβουν πως δεν πρέπει να μένουν εδώ με τις ώρες».
«Πώς είμαι;»
«Καλύτερα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Είχες ένα πολύ σοβαρό τραύμα στην κοιλιακή χώρα και αρκετή αιμορραγία, όμως οι γιατροί κατάφεραν να τη σταματήσουν. Το σημαντικό είναι πως είσαι ζωντανός και σταθεροποιημένος».
«Ευχαριστώ», ψέλλισα κι εκείνη μου έριξε ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα.
«Αν δε βρισκόσουν στην επικράτεια της Δημιουργίας, θα είχες πεθάνει», είπε. «Τι σκεφτόσουν και βρέθηκες εκεί;»
        Κοίτα να δεις που η Δημιουργία με είχε σώσει – με είχε κρατήσει στη ζωή όσο χρειαζόταν ώστε να με μεταφέρουν σε ένα νοσοκομείο. Χαμογέλασα άκεφα.
«Δε γινόταν να μην πάω».
        Η Ρουθ σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Δε σας καταλαβαίνω εσάς τους άνδρες», μουρμούρισε. «Κάνετε ό,τι κατεβάσει η κεφάλα σας και μετά τρέχουμε εμείς να συμμαζέψουμε τα ασυμμάζευτα».
        Η πόρτα του δωματίου άνοιξε με ένα ελαφρύ τρίξιμο κι η απαυδισμένη νοσηλεύτρια κοίταξε απειλητικά τον νεοφερμένο, προτού αντιληφθεί ποιος ήταν.
«Α, εσύ είσαι, γλυκιά μου;» είπε με απροσδόκητα τρυφερή φωνή.
«Ναι… μπορώ να τον δω;» ακούστηκε η δειλή φωνούλα της Εύας.
        Η γυναίκα δίστασε, αλλά μόνο για μια στιγμή.
«Για λίγο, εντάξει;»
«Εντάξει».
        Η νοσοκόμα έφυγε και η μικρή στάθηκε δίπλα μου αμήχανη, μεταφέροντας το βάρος από το ένα της πόδι στο άλλο.
«Ξέρεις τι πεθύμησα;» τη ρώτησα.
«Τι;»
«Έναν πουρέ από αρακά».
        Για μια στιγμή πάλεψε να πνίξει το χαχανητό της, έχοντας την αόριστη εντύπωση πως τα νοσοκομεία ήταν χώροι που η χαρά δεν είχε θέση, αλλά αμέσως μετά ξέσπασε σε γέλια. Την παρατηρούσα να ξεκαρδίζεται μέχρι δακρύων και ήξερα βαθιά μέσα μου πως δεν ήταν αντίδραση στο αστείο μου – ήταν ανακούφιση, ήταν λύτρωση, ήταν ελπίδα.
        Όταν κάποια στιγμή τα γέλια κόπασαν και σκούπισε τα μάτια της, τη ρώτησα:
«Είσαι καλά;»
        Έγνεψε καταφατικά.
«Εσύ;»
«Έχω υπάρξει και καλύτερα».
«Μου είπαν πως θα περάσει».
«Έτσι μου είπαν κι εμένα», αποκρίθηκα. «Ξέρεις κάτι; Τους πιστεύω».
        Η νοσηλεύτρια άνοιξε διακριτικά την πόρτα και η Εύα δάγκωσε τα χείλη της απογοητευμένη. Έπρεπε να με αφήσει να ξεκουραστώ στο αποστειρωμένο μου περιβάλλον· προτού όμως φύγει, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και με φίλησε στο μάγουλο.
«Θα ξανάρθω», υποσχέθηκε και βγήκε από το δωμάτιο.
«Η κόρη σου είναι γλυκύτατη», σχολίασε η Ρουθ ελέγχοντας τη σακούλα των ούρων μου.
        Συμφώνησα αφηρημένα.

***

        Έμεινα στο νοσοκομείο για ενάμιση μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου κατέβασα δεκάδες χάπια, υπέμεινα ουκ ολίγες επώδυνες αλλαγές καθετήρα, πέρασα ένα ολόκληρο δεκαήμερο με 39 πυρετό που αρνιόταν να πέσει και, ως επιστέγασμα της ατυχίας μου, υποβλήθηκα σε άλλη μια επέμβαση για να παροχετευτεί ένα απόστημα που είχε σχηματιστεί στην κοιλιά μου. Κοιμόμουν ελάχιστα και ξυπνούσα κάθιδρος, έκανα τακτικά εμετό παρ’ όλο που το στομάχι μου δεν είχε τίποτα να βγάλει και στο σώμα μου εμφανίζονταν μικρά ογκίδια, τα οποία χάνονταν μετά από λίγες ώρες, απότοκο του χρόνου που είχα περάσει στη δηλητηριασμένη επικράτεια της Δημιουργίας.
        Ο Τζαξ κι ο Τρόι με επισκέφθηκαν μια-δυο φορές ακόμη, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα της νοσοκόμας. Την τελευταία, λίγο προτού επιστρέψουν στη δουλειά, μου διηγήθηκαν τι είχε συμβεί αφότου λιποθύμησα από την απώλεια αίματος. Με λίγα λόγια, όφειλα τη ζωή μου στην Εύα· αφού εξολόθρευσε τον κύριο Τσάρλι, έδιωξε μια Κοσμική Θεά και επανέφερε τον κόσμο μου, βρήκε αρκετή δύναμη για να ειδοποιήσει μέσω του CB τους υπόλοιπους Χαρτογράφους, ώστε να έρθουν να σώσουν τον κώλο μου. Αναμφίβολα, η μικρή είχε μια αρκετά παραγωγική μέρα.
«Πρέπει να ήμουν ο πρώτος που έλαβε το μήνυμα», είπε ο Τζαξ, «και δε μου φάνηκε πως το κορίτσι έκανε πλάκα. Έλεγε πως καλούσε από τη Ρόζι και πως ο Μάικ χρειαζόταν άμεσα βοήθεια. Τα λόγια της μου κίνησαν την περιέργεια, ειδικά όταν είπε πως καλούσε από το Ινστιτούτο, γιατί υπήρχαν ήδη αναφορές για παράξενα συμβάντα στα ανατολικά. Ευτυχώς ήμουν κοντά».
«Εγώ ήμουν στη Ντέσα», συμπλήρωσε ο Τροι, «και πραγματικά ο ορίζοντας ήταν αλλιώτικος, σαν να σκοτείνιαζε. Όταν άκουσα το μήνυμα, ξεκίνησα αμέσως. Δεν ήξερα ότι ο Τζαξ ήταν ήδη καθ’ οδόν».
«Και πώς με βρήκατε;» ρώτησα κουρασμένα.
«Ε, γι’ αυτό μας αποκαλούν Χαρτογράφους», γρύλισε ο Τζαξ. «Πάλι καλά να λες. Είχες τα χάλια σου, εκείνο το γαμοέντομο σε είχε ξεκοιλιάσει».
«Η μικρή καθόταν δίπλα σου και σου κρατούσε το χέρι», είπε ο Τρόι. «Δεν έφυγε στιγμή από δίπλα σου».
        Δεν αντέδρασα, αλλά ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν και βιάστηκα να αλλάξω θέμα προτού το καταλάβουν.
«Τι απέγινε; Το έντομο, εννοώ».
«Του έκανες αρκετή ζημιά, αλλά ήταν ακόμα ζωντανό», απάντησε ο Τζαξ. «Καλέσαμε την Περίπολο, τα Κρεατοφόρα, τους πάντες. Όταν ήρθαν, το μαλακισμένο επιτέθηκε στους νοσηλευτές. Κόντεψε να σκοτώσει έναν κακομοίρη προτού καταφέρουν να το δέσουν και να το αναισθητοποιήσουν. Σκόπευαν να το μεταφέρουν στο Τιβέριο για εξετάσεις, όμως πέθανε στη διαδρομή. Φαντάζομαι πως, αν δεν το αναζωογονούσε η Δημιουργία, θα είχε ψοφήσει πολύ πριν φτάσουμε».
        Στο άκουσμα αυτών των νέων αισθάνθηκα απέραντη ανακούφιση, αλλά προσωρινά· η επόμενη φράση μού υπενθύμισε πως οι Πράκτορες της Εντροπίας είχαν βλάψει αθώους ανθρώπους κατά την αναζήτησή τους. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα ιδέα πόσοι ήταν.
«Βρήκαμε και την Μπιγκ Μπέτυ», πρόσθεσε μουδιασμένα ο Τρόι. «Δεν τα κατάφερε».
«Λυπάμαι», ψέλλισα, παρ’ όλο που δεν είχα εκπλαγεί. Στην κατάσταση που είχε περιέλθει, ο θάνατός της ήταν ευλογία.
«Η Δημιουργία, για κάποιον λόγο, αποσύρεται από τον κόσμο μας», πήρε τον λόγο ξανά ο Τζαξ και η φωνή του ακουγόταν ελαφρά καχύποπτη. «Όσοι βρεθήκατε στην επικράτειά της παραμείνατε ζωντανοί μέχρις ότου η δύναμή της εκμηδενίστηκε. Εσύ, για κάποιο λόγο, στάθηκες τυχερός· οι νοσηλευτές ισχυρίζονται πως είναι θαύμα το ότι επέζησες».
«Δεν τους αδικώ», μουρμούρισα ουδέτερα, «αν και δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι σε αυτή τη θέση».
        Το εξεταστικό βλέμμα του Τζαξ παρέμεινε πάνω μου αρκετά ώστε να νιώσω άβολα· η γέρικη αλεπού είχε μυριστεί πως κάτι έκρυβα, αν και, ειλικρινά, δεν είχα ιδέα γιατί δε βρισκόμουν δύο μέτρα κάτω από το χώμα.
«Τι συνέβη στο Ινστιτούτο, Μάικ;» με ρώτησε στα ίσια. «Γιατί ήσουν εκεί; Γιατί ήταν η Μπέτυ εκεί; Και τι στο διάολο ήταν εκείνο το πράγμα;»
        Οι λέξεις σκάλωσαν στο στόμα μου – τι μπορούσα να τους απαντήσω; Η ιστορία δεν ήταν δική μου, ήταν της Εύας και του Τζον, των Κοσμικών Θεών και του Ζυγού. Στην Αέναη Σύγκρουση, εγώ είχα εμπλακεί κατά τύχη.
        Ευτυχώς η Ρουθ ήρθε προς διάσωσή μου· τους έδιωξε με πρόσχημα την αλλαγή γαζών κι εκείνοι υπάκουσαν, διαβεβαιώνοντάς με πως, όταν θα ερχόταν η ώρα για το εξιτήριό μου, θα βρίσκονταν εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου