Η Εύα ήταν συνέχεια δίπλα μου, εκτός από τις ώρες που η Ρουθ την έστελνε με το ζόρι να ξεκουραστεί σε μια μικρή αποθηκούλα που είχε μετατραπεί σε υπνοδωμάτιο· η νοσοκόμα ήταν βέβαιη πως η μικρή ήταν κόρη μου κι εγώ δεν είχα μπει στον κόπο να τη διαψεύσω.
Τις ώρες που περνούσαμε μαζί, μου διάβαζε ιστορίες από το σημειωματάριο του παππού μου, με τον Κύριο Λαγό στην αγκαλιά της. Τώρα που είχαν όλα τελειώσει, είχε γίνει ξανά παιδί – οποιοδήποτε ίχνος του Ζυγού είχε χαθεί από μέσα της. Το μοναδικό σημάδι πως κάποτε είχε φιλοξενήσει στο σώμα της μια Κοσμική Οντότητα ήταν τα μάτια της, αν και η βιολετί απόχρωσή τους είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει.
Ο καιρός πέρασε, τα τραύματά μου επουλώθηκαν και ήρθε η ώρα του εξιτηρίου. Τις τελευταίες εβδομάδες είχα αρχίσει φυσιοθεραπεία, όμως βάδιζα ακόμα με δυσκολία και με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού. Την παραμονή, κι ενώ η Εύα διάβαζε ενθουσιωδώς την παρ’ ολίγο μοιραία συνάντηση του παππού με ένα Μολυσματικό, της έκανα την ερώτηση που με τριβέλιζε:
«Γιατί επέζησα;»
Η μικρή άφησε το τετράδιο στο κρεβάτι κι έσκυψε το κεφάλι.
«Επειδή μου κρατούσες το χέρι, έτσι δεν είναι;» είπα. «Η ενέργεια του Ζυγού κυλούσε ακόμα μέσα σου. Κάπως πέρασε σε μένα».
Έγνεψε καταφατικά και, έκπληκτος, είδα ότι έκλαιγε – και μόνο τότε συνειδητοποίησα πως, όλον αυτόν τον καιρό, η Εύα βασανιζόταν από τις δικές της σκοτεινές σκέψεις: εγώ μπορεί να είχα επιβιώσει, όμως ο Τζον είχε πεθάνει. Ο Φύλακας και πρόμαχός της, ο άνδρας που αποκαλούσε «μπαμπά», είχε χαθεί χωρίς εκείνη να μπορέσει να τον σώσει. Ήμουν βέβαιος πως είχε προσπαθήσει, όμως όταν έφτασε σε εκείνον, η δύναμη που κυλούσε μέσα της είχε πια στερέψει. Άλλωστε, η αποστολή της ήταν επιτυχημένη· ο Ζυγός δεν τη χρειαζόταν άλλο.
«Εύα», της είπα καλοσυνάτα, κρατώντας την παιδική παλάμη της στο ροζιασμένο χέρι μου. «Είσαι το πιο γενναίο κορίτσι που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Αντιμετώπισες τόσα τέρατα χωρίς να φοβηθείς, χωρίς καν να διστάσεις, κι έσωσες ένα ολόκληρο σύμπαν από βέβαιο χαμό. Όλα τα ευχαριστώ του κόσμου δεν είναι αρκετά για όσα έκανες. Είμαι βέβαιος πως ο Τζον θα ήταν περήφανος για την κόρη του».
Στο άκουσμα του ονόματός του, η μικρή αναλύθηκε σε καινούργια δάκρυα.
«Κάποιες φορές, κάνουμε ό,τι μπορούμε και πάλι δεν αρκεί», συνέχισα, «όμως δε σημαίνει πως φταίμε. Κι εσύ, Εύα μου, έκανες περισσότερα απ’ όσα σου αναλογούσαν. Επέλεξες να κουβαλήσεις ένα βάρος που δε θα έπρεπε να σου ανατεθεί εξ αρχής και, παρ’ όλα αυτά, έφτασες ως το τέλος.
»Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό – το ότι βρίσκομαι εδώ και σου μιλάω αυτή τη στιγμή, το οφείλω σε σένα και στην αυτοθυσία σου· γιατί, αν και εξαντλημένη και ταλαιπωρημένη, επέλεξες να με βοηθήσεις. Αυτό είναι κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ».
«Όμως… ο μπαμπάς…» είπε ρουφώντας τη μύτη της.
«Σου έμαθε όλα όσα σε έκαναν το κορίτσι που είσαι», αποκρίθηκα. «Και όσο τον θυμάσαι, θα παραμένει ζωντανός στην καρδιά σου, εκεί που έχει πραγματικά σημασία».
Το κορίτσι σκούπισε τα μάτια του με την παλάμη και μετά με κοίταξε θλιμμένα.
«Μπορώ να σε πάρω μια αγκαλιά;» μουρμούρισε.
«Δε χρειάζεται να ρωτάς», της απάντησα.
***
Η Ρουθ με βοήθησε να ντυθώ, μου παρέδωσε τα προσωπικά μου αντικείμενα (ταυτότητα, άδεια, κλειδιά, πορτοφόλι κι ένα άδειο σωληνάριο από πουρέ αρακά, που αργότερα έμαθα ότι ήταν ένα πείραγμα που οργάνωσε η μικρή) και, μαζί με την Εύα, με οδήγησαν μέχρι την έξοδο του νοσοκομείου. Βγήκα έξω, τυφλωμένος από το ημίφως που παρέμενε πιο δυνατό από τις λάμπες φθορίου, και έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Οι συνοδοί μου έβαλαν τα γέλια.
«Πρέπει να δεις τη φάτσα σου», σχολίασε η νοσοκόμα κι έπειτα, αφού φίλησε την Εύα, επέστρεψε στα καθήκοντά της.
Ο Τζαξ και ο Τρόι, όπως είχαν υποσχεθεί, βρίσκονταν εκεί, αλλά δεν ήταν μόνοι τους: μια ντουζίνα Χαρτογράφοι είχαν συγκεντρωθεί στο προαύλιο του νοσοκομείου, με τις νταλίκες τους παραταγμένες πίσω τους. Όταν με είδαν, άρχισαν να χειροκροτούν και να πανηγυρίζουν έξαλλα, αδιαφορώντας για το πού βρίσκονταν· αυτή η αυθόρμητη αντίδραση προξένησε την οργή του διευθυντή του νοσοκομείου, ο οποίος έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο για να επιπλήξει τους σαματατζήδες, είδε τους σκληροτράχηλους οδηγούς και επέστρεψε άπραγος στο γραφείο του.
Με την Εύα να με στηρίζει, κατέβηκα προσεκτικά τη σκάλα και τους πλησίασα φανερά συγκινημένος. Είδα πολλά γνώριμα πρόσωπα ανάμεσά τους, καθώς και κάποιους που δεν ήξερα εμφανισιακά, αλλά σίγουρα είχα ακούσει κάποια στιγμή τη φωνή τους στο CB: ο Τράβις Χολτ με το Άουρεξ V12 του, η Βάιπερ Μέι με το Ντεζέρτια Βέντους της, η Ρούμπι Νοξ με το Φέροξ XR, ο Ντιουκ Μπλάκτοπ με το Κάλιγκο Πράιμ – άνδρες και γυναίκες που, δεκαετίες ολόκληρες, διακινδύνευαν τη ζωή τους μεταφέροντας προϊόντα από τη μια πόλη στην άλλη, διατηρώντας με νύχια και με δόντια τη συνοχή ενός κοινωνικού ιστού που επιβίωνε σε πείσμα των δυσχερειών που γεννούσε η Αέναη Σύγκρουση των Κοσμικών Θεών. Ήμασταν ελάχιστοι, όμως αυτό ίσως να άλλαζε στο μέλλον· όταν ο κόσμος μας θα έμπαινε σε μια καινούργια φάση ανάπτυξης, η Σικάρια θα χρειαζόταν περισσότερους οδηγούς.
Ο Τζαξ με πλησίασε μασώντας τσίχλα και χαμογελώντας με τον χαρακτηριστικό, εριστικό του τρόπο.
«Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», είπε.
«Μιλάς εμπειρικά, φαντάζομαι», απάντησα και ανταλλάξαμε χειραψία.
«Έμαθαν όλοι τι συνέβη», συνέχισε ο Χαρτογράφος, «και ήθελαν να είναι εδώ όταν θα έβγαινες. Όσοι δεν τα κατάφεραν, στέλνουν τους χαιρετισμούς τους».
Η Άιρις Νόβα, μια μεσήλικη γυναίκα με μακριά γκρίζα μαλλιά και πρόσωπο που παρέμενε όμορφο παρά τις ταλαιπωρίες, έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Εξαιτίας των Πρακτόρων της Εντροπίας χάσαμε δύο συναδέλφους», με ενημέρωσε και έβαλε στη χούφτα μου κάτι βαρύ και μεταλλικό. «Συμφωνήσαμε όλοι πως αυτά πρέπει να τα κρατήσεις εσύ».
Ήταν δύο ζευγάρια κλειδιά, με τα λογότυπα Ντεζέρτια Πράιμ και Αλτάιρα Φλαξ χαραγμένα πάνω τους. Στα μπρελόκ τους υπήρχαν τα ονόματα του Μπακ Τέρνερ και της Μπιγκ Μπέτυ. Ψέλλισα ένα άτονο ευχαριστώ κι έβαλα τα κλειδιά στην τσέπη μου με χέρια που έτρεμαν. Η νταλίκα του κάθε Χαρτογράφου ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό όχημα – ήταν σύντροφος, σπίτι και δουλειά ταυτόχρονα. Η καθεμία ανήκε στον οδηγό της και, όταν αυτός συνταξιοδοτούνταν ή έφευγε από τη ζωή, τα κλειδιά της παραδίδονταν στην Κοινοπραξία των Χαρτογράφων. Το ότι τα οχήματα της Μπέτυ και του Μπακ
(αλήθεια, τι είχε συμβεί στον μεγαλόσωμο οδηγό; Κάτι μου έλεγε πως θα μάθαινα αργά ή γρήγορα)
είχαν παραδοθεί σε μένα, ήταν δείγμα πως οι συνάδελφοί μου γνώριζαν ότι είχα παίξει κάποιο ρόλο στην εκδίωξη της μιας Κοσμικής Θεάς. Σαν επιβεβαίωση, η Εύα μού έσφιξε το χέρι και μου χαμογέλασε. Της ανταπέδωσα κι έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό.
Οι Μεθοριακοί Τόποι ήταν ακόμα βυθισμένοι στο λυκόφως, όμως όλο και περισσότερα αστέρια εμφανίζονταν στο στερέωμα. Στις επικράτειες των Κοσμικών Θεών επικρατούσε αναστάτωση – το φως και το σκοτάδι στροβιλίζονταν λυσσαλέα, προσπαθώντας να επικρατήσουν, όμως στο τέλος αναμειγνύονταν, φωτίζοντας λίγο περισσότερο τα δυτικά και σκοτεινιάζοντας αμυδρά τα ανατολικά. Θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ο Τζον, πως η Εντροπία και η Δημιουργία δε σμίγουν, μόνο πολεμούν. Ο Ζυγός είχε ακυρώσει αυτή τη συνθήκη και πλέον επέβαλλε τη δική Του θέληση, καλύπτοντας όλη τη Σικάρια στο ημίφως της ισορροπίας.
«Δε θα είναι πάντα έτσι», με διαβεβαίωσε η Εύα. «Όταν οι Θεές αποσυρθούν τελείως, ο ουρανός θα γίνει γαλανός ξανά και θα υπάρχει πάλι μέρα και νύχτα».
«Δεν έχω δει ποτέ μου τέτοιο ουρανό, ούτε έχω ξυπνήσει μέρα ή κοιμηθεί νύχτα», της απάντησα.
Στο μυαλό μου ήρθε ο παππούς μου και οι ατέλειωτες ιστορίες του από την εποχή που ο κόσμος μου ήταν φυσιολογικός. Ίσως είχε έρθει η ώρα να βιώσω κι εγώ τις θαυμάσιες εμπειρίες του, αυτές που σε κάποιο άλλο σύμπαν θεωρούνταν καθημερινότητα.
Ο Τζαξ με πήρε παράμερα.
«Τελικά δε θα μου πεις τι έγινε στο Ινστιτούτο, ε;»
«Κάποια στιγμή… θα σε βγάλω για μπύρες και θα σου διηγηθώ όλη την ιστορία».
«Η μικρή το έκανε; Αυτή έδιωξε τις Θεές;»
Έγνεψα καταφατικά.
«Οι Σάρκινοι Λόφοι λιώνουν», μονολόγησε, «και ο Λόγκαν έλεγε στο CB πως οι Πορφυροί Πρισματικοί εξαφανίστηκαν από τα δυτικά».
«Είναι μια καινούργια μέρα, Τζαξ», σχολίασα. «Ας τη χαρούμε».
Κούνησε το κεφάλι του, έριξε μια ματιά γύρω του και έσκυψε προς το μέρος μου.
«Μάικ, θέλω να σου πω και κάτι ακόμα», είπε χαμηλόφωνα. «Όσο έδινα κατάθεση στην Περίπολο, άκουσα τους μπάτσους να συζητάνε μεταξύ τους σχετικά με τον τύπο που καθάρισες».
«Το έντομο;»
«Ναι, αυτό. Το καταζητούσαν για ένα περιστατικό στη Σάντα Μίρα».
Στο άκουσμα της πόλης, η καρδιά μου αναπήδησε.
«Τι περιστατικό;» ρώτησα ξερά.
Ο Χαρτογράφος δίστασε, αν και ήταν άτομο που αγνοούσε αυτή την έννοια· από αυτό και μόνο έπρεπε να καταλάβω πως τα πράγματα ήταν σοβαρά.
«Αυτός και κάνα-δυο ακόμα έψαχναν για ένα κορίτσι. Μάικ, σκότωσαν πολύ κόσμο».
«Η Βαλέρια;» ρώτησα με αγωνία.
«Δεν ξέρω», αποκρίθηκε με το βλέμμα χαμηλωμένο. «Η πόλη είναι σε καραντίνα από το Τμήμα Νοσολογικού Ελέγχου. Δεν επιτρέπουν σε καμία νταλίκα να σταματήσει εκεί· τα φορτία ανακατευθύνονται προς το Σαβάγο».
«Σκατά», μουρμούρισα ξεψυχισμένα. «Πρέπει να πάω, να μάθω τι έγινε. Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα;»
«Επειδή ήξερα πώς θα αντιδρούσες και δεν ήσουν έτοιμος για ταξίδι σε καμία περίπτωση».
Αν και δε μου άρεσε που μάθαινα τα νέα με καθυστέρηση, παραδέχτηκα πως ο Τζαξ είχε δίκιο. Όσο καιρό ήμουν κλινήρης ασφυκτιούσα και περίμενα πώς και πώς την ώρα που θα ξανάπιανα το τιμόνι στα χέρια μου· τώρα η λαχτάρα μου να οδηγήσω είχε μετατραπεί σε ανάγκη. Η νοητή εικόνα της αποκλεισμένης πόλης δε με άφηνε να ησυχάσω και μόνο τα ατελείωτα χιλιόμετρα της Γραμμής μπορούσαν να τιθασεύσουν τις αρνητικές μου σκέψεις.
«Πού είναι η Ρόζι;» ρώτησα τον Τζαξ.
«Σε ένα πάρκινγκ, εδώ κοντά. Μπορώ να σε πετάξω, αν θες».
«Δε χρειάζεται, όμως θέλω μια τελευταία χάρη».
Προτού ο Χαρτογράφος προλάβει να απαντήσει, η Εύα τράβηξε απότομα το χέρι μου.
«Δε θα με αφήσεις εδώ», μου είπε θυμωμένα. «Εγώ δε σε άφησα εκεί».
Κάθε πιθανή απάντηση που πέρασε από το μυαλό μου κατέρρευσε μπροστά στην αδιαμφισβήτητη αλήθεια που είχε ξεστομίσει η μικρή. Δε με είχε εγκαταλείψει, άρα πώς θα μπορούσα να το κάνω εγώ; Ακόμα κι αν έφερνα ως δικαιολογία την ασφάλειά της, η πραγματικότητα ήταν άλλη: είχε εκδιώξει μια πανίσχυρη οντότητα, δε θα τη φόβιζαν οι απαγορεύσεις του Νοσολογικού.
Ο Τζαξ γέλασε άκεφα.
«Μεγάλε, έμπλεξες. Εγώ δε θα έφερνα αντίρρηση».
Χμ, ούτε εγώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου