3.12 - Επιστροφή

 


11.

Επιστροφή


        Είχα περάσει όλη μου τη ζωή σαν νομάδας και ήμουν σίγουρος ότι καμία πόλη δε θα μπορούσε ποτέ να αντικαταστήσει το αίσθημα της ελευθερίας που ένιωθα στον δρόμο. Κι όμως, να με εδώ, να διασχίζω τη Γραμμή παραβιάζοντας κάθε όριο ταχύτητας, με προορισμό έναν τόπο που, έστω και για λίγο, είχε γίνει ό,τι πιο κοντινό σε σπίτι είχα γνωρίσει. Η καρδιά μου βάραινε από την απελπισία, ενώ το μυαλό μου δε σταματούσε να αναμασά τον ίδιο οδυνηρό φόβο: πως όλοι στη Σάντα Μίρα ήταν νεκροί.
        Πως εκείνη ήταν νεκρή.


        Η Εύα καθόταν ήσυχη δίπλα μου, ατενίζοντας το τοπίο που άλλαζε: το σκοτάδι στα δυτικά είχε αρχίσει να σπάει και το λυκαυγές που σκέπαζε την αλλοτινή επικράτεια της Εντροπίας υποσχόταν πως το πολυπόθητο φως της μέρας πλησίαζε. Ακόμα και από αυτή την απόσταση, μπορούσα να διακρίνω τα υπολείμματα των πόλεων που είχαν βυθιστεί στο πνιγηρό έρεβος, σιωπηλές και απογυμνωμένες από κάθε ζωή, καθώς και τα παράλογα κενά που είχαν αφήσει οι Πορφυροί Πρισματικοί στο αδηφάγο πέρασμά τους. Άραγε ο χώρος θα αναδημιουργούνταν κάποτε σε εκείνα τα σημεία ή θα παρέμεναν οι ανύπαρκτες εκτάσεις ως υπενθύμιση των μαρτυρίων που είχαν υποστεί οι Μεθοριακοί Τόποι; Ίσως η μικρή να μπορούσε να μου απαντήσει, όμως εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε τίποτα άλλο πέρα από τη Βαλέρια.
        Λίγο μετά το 700ό χιλιόμετρο, μια βραχνή φωνή ήχησε από το CB και, παρά τα παράσιτα, αναγνώρισα τον Ράντι Λόνγκροντ:
«Ε… δεν ξέρω αν λαμβάνει κανείς, αλλά… βρίσκομαι κοντά στο Φουένχο και η θάλασσα είναι παράξενη».
        Μια καταιγίδα στατικού θορύβου κάλυψε τη συχνότητα και, αμέσως μετά, η Άιρις Νόβα, με τη χαρακτηριστικά αισθησιακή φωνή της, απάντησε:
«Τι εννοείς, Ράντι;»
«Εμ… κινείται. Έχει μαζευτεί κόσμος εδώ πέρα. Κάνα-δυο έχουν μπει μέσα και παίζουν με τα κύματα».
        Τα λόγια του ακολούθησε μια έκρηξη σχολίων από κάθε Χαρτογράφο που ήταν συντονισμένος στο κανάλι 19, ένα συνονθύλευμα ερωτήσεων και αμφισβητήσεων. Έριξα μια ματιά στην Εύα που παρακολουθούσε από το παράθυρο το τοπίο που μας προσπερνούσε· έμοιαζε τόσο αδιάφορη για τα τεκταινόμενα, σαν το να σώζει ολόκληρους κόσμους να ήταν για εκείνη μια καθημερινή δραστηριότητα. Με κάποιον τρόπο κατάλαβε πως την κοίταζα, επειδή γύρισε προς το μέρος μου συνοφρυωμένη και απορημένη:
«Τι;»
«Τίποτα», είπα και έστρεψα την προσοχή μου ξανά στον δρόμο.
«Ώρες-ώρες είσαι πολύ παράξενος», μου πέταξε και επέστρεψε στην ασχολία της.


        Περάσαμε από την Κοιλάδα των Σταυρωμένων, το σημείο όπου, εν αγνοία μου, ξεκίνησε η παράξενη γνωριμία μου με το Αστρόπαιδο, όμως η μικρή δεν έριξε ούτε μια ματιά· έσφιξε ασυναίσθητα τον Κύριο Λαγό στην αγκαλιά της και κοίταξε επίμονα από την άλλη, τις τεφρές περιοχές της δύσης. Παρά τα ταξίδια της σε αμέτρητα σύμπαντα και όλα όσα είχε βιώσει, παρά την παρουσία μιας κοσμικής οντότητας μέσα της, παρέμενε ένα παιδί – ένα τρομαγμένο, τραυματισμένο κορίτσι που έπρεπε να μάθει να επουλώνει τις πληγές του. Ίσως τώρα, που δεν τη βάραινε πλέον ένα αδήριτο καθήκον, να έβρισκε επιτέλους τον χρόνο να ασχοληθεί με τον εαυτό της.
        Όπως φαινόταν, η συμμορία των Αναρτητών είχε ξεκληριστεί κατά την ολέθρια διέλευση του Φύλακα από το σημείο· μετά τον χαμό τους, η Περιπολία Αυτοκινητοδρόμων ανέλαβε να συμμαζέψει το χάλι. Μια ομάδα εργατών ήταν επιφορτισμένη με την αποκαθήλωση και την ταφή των λειψάνων, ενώ ένα συνεργείο γκρέμιζε τους πασσάλους· στην άκρη της Γραμμής είχαν ήδη σχηματιστεί σωροί από ξύλα. Καθώς περνούσαμε από μπροστά τους, οι εργάτες μάς χαιρέτησαν.
        Στο Πάνκχερστ, πενήντα χιλιόμετρα μετά, συναντήσαμε δύο-τρία καμένα στρατιωτικά οχήματα και πάνω από δέκα κατεστραμμένες μοτοσυκλέτες – τα απομεινάρια κάποιας πρόσφατης μάχης των Άλικων Σουφραζετών με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Το Συμβούλιο και οι Ύπατοι είχαν αποφασίσει να καθαρίσουν τη Σικάρια από τις συμμορίες, τώρα που οι Κοσμικές Θεές δε βρίσκονταν πλέον εδώ. Προσπεράσαμε το Σιέλο Ρόχο, την περιοχή των Ρακοσυλλεκτών – το σημείο όπου άλλοτε έστηναν ενέδρες, εκμεταλλευόμενοι την παρουσία των Ανθών των Δακρύων, ήταν πλέον έρημο – και το Σαβάγο· με κάθε χιλιόμετρο που αφήναμε πίσω μας, η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, καθώς πλησιάζαμε τη Σάντα Μίρα. Όταν τα τείχη της ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα, η Εύα έσφιξε το χέρι μου.

***

        Προσπέρασα την κεντρική πύλη, που φυλασσόταν από μια ομάδα οπλισμένων στρατιωτών με μάσκες και λευκές στολές που έφεραν τα αρχικά Τ.Ν.Ε. στην πλάτη, και κατευθύνθηκα προς τα νότια, εκεί όπου βρισκόταν το συνεργείο του Μέκα. Κάποτε, ο γέρος μού είχε πει πως ήθελε να βρίσκεται κοντά σε μια έξοδο διαφυγής από την πόλη και είχα θεωρήσει πως έκανε πλάκα – άλλωστε, είχε περάσει όλη του τη ζωή στη Σάντα Μίρα και τη λάτρευε, με τα καλά και τα κακά της, περισσότερο από καθετί. Δε θα την παράταγε για τίποτα. Όμως τώρα ήμουν τόσο απελπισμένος που ευχόμουν να μιλούσε σοβαρά.
        Πάρκαρα τη Ρόζι σε ένα απόμερο σημείο, μακριά από τα βλέμματα των στρατιωτών, και συνεχίσαμε με τα πόδια, αναζητώντας το περιβόητο άνοιγμα του Μέκα. Πέρασε ένα ολόκληρο μισάωρο και, πάνω που άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι δεν υπήρχε τρόπος να μπω στην πόλη, η Εύα με κάλεσε κοντά της.
«Νομίζω πως το βρήκα», είπε με χαμηλή, συνωμοτική φωνή.
        Πίσω από μερικά παρατημένα λάστιχα, σκουριασμένα σιδερικά και συστάδες πικροθάμνων, υπήρχε ένα μικρό πέρασμα, ένα τμήμα του τείχους που είχε ανοιχτεί με υπομονή και μυστικότητα.
«Γαμημένε Μέκα», μουρμούρισα, «θα σου φέρω τόσες κούτες τσιγάρα που θα φτάσουν για όλη σου τη ζωή».
        Σύρθηκα μέσα στο άνοιγμα, με τη μικρή να ακολουθεί γεμάτη περιέργεια, και κατέληξα στο εσωτερικό ενός οχήματος, από το οποίο είχε απομείνει μόνο το κέλυφος. Με απόλυτη προσοχή και χωρίς να κάνουμε τον παραμικρό θόρυβο, βγήκαμε από το αυτοκίνητο και βρεθήκαμε στο συνεργείο.
«Κάτι δεν πάει καλά», ψιθύρισα παραξενεμένος.
        Ο χώρος ήταν σκοτεινός και μύριζε κλεισούρα. Από τον Μέκα και τον μεγαλόσωμο βοηθό του δεν υπήρχε ούτε ίχνος. Η ανησυχία μού δάγκωσε τα σωθικά· τράβηξα το μαχαίρι μου και το κράτησα σφιχτά.


        Όπως αποδείχτηκε, το συνεργείο προμήνυε όσα θα αντικρίζαμε στη Σάντα Μίρα: οι δρόμοι ήταν άδειοι, τα κτίρια εγκαταλελειμμένα. Ένα σκυλί, κοκαλιάρικο και ταλαιπωρημένο, μας είδε και απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα του επέτρεπαν τα ισχνά του πόδια. Καθώς διασχίζαμε τη σιωπηλή πόλη, η Εύα με έπιασε από το χέρι.
        Δεν υπήρχε λόγος να περιπλανιόμαστε άσκοπα, έτσι κατευθυνθήκαμε προς το ιατρείο και, προς μεγάλη μας ανακούφιση, διαπιστώσαμε πως στην κεντρική πλατεία υπήρχε υποτυπώδης κίνηση – μερικοί ντόπιοι κάθονταν στις ξύλινες βεράντες τους, ατενίζοντας το κενό. Καθώς περνούσαμε από μπροστά τους, κάνα-δυο ανασήκωσαν το κεφάλι τους και μας κοίταξαν με άδειο βλέμμα.
        Μπήκα στο ιατρείο με την καρδιά μου να βροντοχτυπά και το πρώτο που παρατήρησα ήταν πως η γραμματεία ήταν άδεια. Η απουσία της Λουτσία δεν ήταν καλό σημάδι· παρ’ όλα αυτά, από το εξεταστήριο ακούγονταν χαμηλές φωνές. Κοντοστάθηκα, πήρα βαθιά ανάσα και προσευχήθηκα σε όποιον Θεό ήταν πρόθυμος να με ακούσει να αντικρίσω τη Βαλέρια ζωντανή πίσω από την πόρτα.


        Δε χτύπησα, απλώς εισέβαλα στο εξεταστήριο, με το βλέμμα μου να σαρώνει τον χώρο, αναζητώντας το πρόσωπο για το οποίο είχα συνειδητοποιήσει πως νοιαζόμουν περισσότερο απ’ όσο τολμούσα να παραδεχτώ.
        Η Βαλέρια ήταν εκεί· στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι με το στηθοσκόπιο στα αυτιά, εξετάζοντας έναν μεσήλικα άνδρα, γυμνό από τη μέση και πάνω. Τα γόνατά μου λύγισαν και δαγκώθηκα, παλεύοντας να συγκρατήσω τον λυγμό ανακούφισης που απειλούσε να ξεφύγει από τα ξεραμένα μου χείλη. Η κοπέλα στράφηκε προς το μέρος μου συνοφρυωμένη, έτοιμη να επιπλήξει τον θρασύ παρείσακτο που την είχε διακόψει, και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν.
«Μάικ;» ψέλλισε παγωμένη κι έπειτα γύρισε γρήγορα από την άλλη.
        Αλλά είχα προλάβει να τη δω· όλη η αριστερή πλευρά του προσώπου της ήταν αλλοιωμένη και γεμάτη πληγές. Μια καλύπτρα σκέπαζε το μάτι της, ενώ από τα πλούσια μαύρα μαλλιά της είχαν απομείνει μονάχα μερικές τούφες. Κι όμως – ήταν όσο όμορφη τη θυμόμουν.
        Ο ασθενής της κοιτούσε μια εμένα και μια εκείνη, φανερά αμήχανος. Όταν συνειδητοποίησε πως η γιατρός ήταν αρκετά ταραγμένη για να συνεχίσει, φόρεσε το πουκάμισό του, ψέλλισε πως θα επέστρεφε αργότερα και μας άδειασε τη γωνιά .
        Πλησίασα τη Βαλέρια και την έπιασα από τον ώμο· στην αρχή αντιστάθηκε, όμως την έπεισα να γυρίσει προς το μέρος μου. Έκλαιγε.
        Την πήρα στην αγκαλιά μου χωρίς να πω κουβέντα. Ήταν ζωντανή και, εκείνη τη στιγμή, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

***

        Ο λόγος που η Σάντα Μίρα είχε τεθεί σε καραντίνα ήταν το διαβρωτικό νέφος που εξέπνεε ο κύριος Τσάρλι. Οι αλλοπρόσαλλοι άνεμοι της περιοχής το είχαν παρασύρει σε κάθε γωνιά της πόλης, αφήνοντας πίσω του ένα κύμα δερματικών και αναπνευστικών προβλημάτων στους περισσότερους κατοίκους. Η Βαλέρια, που από την πρώτη στιγμή είχε βρεθεί στο πλευρό των τραυματιών, δεν είχε μείνει αλώβητη – η έκθεσή της στους τοξικούς ρύπους τής είχε στερήσει την όραση από το αριστερό μάτι και της είχε προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο.
        Η απρόκλητη επίθεση των Πρακτόρων της Εντροπίας είχε αφήσει πίσω της εξήντα νεκρούς, μεταξύ των οποίων τον λοχία Ρόμπερτς, τη Λουτσία, τον δήμαρχο και τουλάχιστον δώδεκα Φωτεινούς. Με λύπη μου έμαθα πως ο Μέκα και ο Πίτι είχαν εξαφανιστεί λίγο αφότου δήλωσαν ότι θα έλεγχαν το Ρήγμα Εισόδου. Ήλπιζα πως θα είχαν εγκαταλείψει την πόλη, όμως βαθιά μέσα μου ήξερα πως ο ηλικιωμένος μηχανικός δε θα το έκανε ποτέ αυτό· αντιθέτως, θα έψαχνε να βρει έναν τρόπο να προστατεύσει την αγαπημένη του Σάντα Μίρα, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τρεις πανίσχυρους εχθρούς.


        Το Τμήμα Νοσολογικού Ελέγχου είχε αποκλείσει την πόλη, όμως έστελνε τακτικά κλιμάκια επιστημόνων εξειδικευμένων στις Εντροπικές νόσους, προκειμένου να συνδράμει στην ίαση των ασθενών. Σύμφωνα με τη Βαλέρια, ο Ύπατος της Νότιας Περιοχής είχε δώσει τον λόγο του πως η καραντίνα θα τελείωνε σύντομα, καθώς καθημερινά γινόταν φανερό πως η επίδραση των Κοσμικών Θεών ελαττωνόταν· τα κρούσματα των ασθενειών παρουσίαζαν πτώση, οι φυσικές ανωμαλίες εξαφανίζονταν αργά αλλά σταθερά και η μέρα είχε αρχίσει να εναλλάσσεται με τη νύχτα (προξενώντας αναστάτωση σε αρκετούς που αδυνατούσαν να αποδεχτούν ότι αυτό ήταν το φυσιολογικό). Ακόμα και το Επιβραδυντικό Φρέαρ δεν επηρέαζε πλέον τόσο τους βιορυθμούς των έμβιων όντων που βρίσκονταν στην ακτίνα δράσης του. Οι Μεθοριακοί Τόποι επουλώνονταν και ίσως, στο μέλλον, να τους αποκαλούσαμε ξανά με το παλιό τους όνομα – Τέρα Σελέστε, η Ουράνια Γη.


        Κλείσαμε δωμάτιο στο ίδιο μίζερο πανδοχείο που είχα μείνει και κατά την τελευταία μου επίσκεψη στη Σάντα Μίρα, όμως περνούσαμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μας στο ιατρείο, προσπαθώντας να βοηθήσουμε όσο μπορούσαμε τη Βαλέρια. Μια μέρα, συναντήσαμε έναν άνδρα με γκρίζα, κατσαρά μαλλιά που το σημαδεμένο του πρόσωπο μού ήταν αμυδρά οικείο· το βλέμμα του καρφώθηκε στην Εύα και, λάμποντας από χαρά, υποκλίθηκε μπροστά της.
«Το Αστρόπαιδο θα περπατήσει ανάμεσά μας», αναφώνησε και θυμήθηκα από πού τον ήξερα· ήταν ο Φωτεινός που προσπαθούσε να με προσηλυτίσει, σε μια χρονική περίοδο που μου φαινόταν τόσο μακρινή. «Θα μας οδηγήσει σε τόπο χλοερό, τόπο ευδαιμονίας. Τι υπέροχες μέρες που ξημερώνουν!»
«Ναι, ναι, καλημέρα και σ’ εσένα», μουρμούρισα και τον προσπεράσαμε.
        Η Εύα φαινόταν πολύ μπερδεμένη, όμως προσποιήθηκα ότι δεν είχε συμβεί τίποτα παράξενο. Πάντως, όφειλα να το αναγνωρίσω – η πρόβλεψη των Φωτεινών είχε βγει αληθινή. Το αν ήταν σύμπτωση ή η υπόγεια δράση κάποιας Κοσμικής Οντότητας, δε θα το μάθαινα ποτέ.

***

        Η παρουσία της Εύας στο πλευρό μου ήταν ένας γρίφος που η Βαλέρια δυσκολευόταν να λύσει μόνη της και ήταν πολύ πεισματάρα για να ρωτήσει· έτσι, ένα βράδυ που η μικρή κοιμόταν κι εμείς παρακολουθούσαμε τα αστέρια που τρεμόπαιζαν στον νυχτερινό ουρανό, της αποκάλυψα τα όσα είχαν συμβεί από την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί στη Σάντα Μίρα. Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το ότι είχα προστατεύσει το κορίτσι σαν να ήταν δικό μου παιδί και το εξέφρασε ανοιχτά.
«Υποθέτω πως μέσα μου υπάρχει λίγο πατρικό φίλτρο», μουρμούρισα.
«Νόμιζα ότι δεν ήθελες παιδιά», μου είπε, με ελαφρώς επικριτικό τόνο.
        Χαμογέλασα.
«Έκανα λάθος».
«Να και κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Θεέ μου, το σύμπαν είναι γεμάτο εκπλήξεις».
        Τη φίλησα πεταχτά στα χείλη και, αυτή τη φορά, ανταποκρίθηκε. Της έδειξα τον σκοτεινό ουρανό, όπου ένα πεφταστέρι διέγραψε μια σύντομη τροχιά και χάθηκε στο στερέωμα.
«Ξέρεις κάτι;» είπα. «Νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου